Legislator Case Law & Legislation
1374/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against commercial agency contract ruling, upholding lower court's finding of simple distribution.

Case Number 1374/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals filed by competing companies against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that a commercial cooperation agreement constituted a commercial agency relationship rather than simple distribution, but the court found the lower court's characterization correct based on the contract's terms. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal and the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that where a lower court correctly identifies a contract as one of simple distribution rather than commercial agency based on its specific terms, an appeal challenging this legal characterization on the ground of error in fact-finding is inadmissible and must be dismissed.

Keywords

AI generated
commercial agency contract simple distribution appeal admissibility legal characterization contract interpretation commercial cooperation costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1374 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1374/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... ΑΕΒΕ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/5/2008 και 14/1/2013 αγωγές της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3049/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3044/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 25/8/2017 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 25/1/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 25/1/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 25/8/2017 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 25/8/2017 αιτήσεως και την απόρριψη της από 25/1/2018 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκεινται προς κρίση α) η από 25-8-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3044/2017 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β) η από 25-1-2018 αίτηση για αναίρεση της ίδιας απόφασης της εταιρείας με την επωνυμία "... ...".

Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές η από 4-1-2016 έφεση και οι από 8-9-2016 πρόσθετοι αυτής λόγοι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθώς και η από 4-1-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." κατά της υπ' αριθ. 3049/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθ. 1320/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, της προηγούμενης υπ' αριθ. 4217/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αόριστη την από 23-5-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και την αναπομπή της υπόθεσης σ' αυτό.

Περαιτέρω, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, δικάστηκε η άνω αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 208.661,60€ (134.140,80€+74.520,80€) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ως αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που με αυτή εζητείτο αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ειδικής συνεργασίας, με την αιτιολογία ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε το χαρακτήρα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Οι αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατά το άρθρο 573 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται περί εκκρεμών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, στρέφονται κατά της αυτής απόφασης και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης.

Αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.

Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ " ... ΑΕ" Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και στην υπό του άρθρου 361 AK προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΑΠ 165/2015).

Η ιδιότυπη αυτή ενοχική σύμβαση, αντιδιαστέλλεται, ως προς τη νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενη σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995.

Στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής είναι δυνατή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, δηλαδή των διανομέων, προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ. 1 ΠΔ 219/91) και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013).

Όμως, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω ΠΔ "περί εμπορικών αντιπροσώπων" στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία με έδρα τη ...

συνήψε με την εναγομένη εταιρεία τις από 24-5-1999, 1-6-2000, 9-2-2001, 15-5-2002 και 26-6-2003 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, ετήσιας διάρκειας η καθεμία, με αντικείμενο την εκ μέρους της ενάγουσας πώληση, διάθεση, διαφήμιση και εν γένει προώθηση, όχι κατ' αποκλειστικότητα, διαφορετικών γαλακτοκομικών προϊόντων που εισάγει και εμπορεύεται η εναγομένη, στις περιοχές των νομών ....., .....

και ....., εκτός από συγκεκριμένα προϊόντα που εμπορεύεται απευθείας η ίδια η εναγομένη. Σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων αυτών, οι τιμές διάθεσης των προϊόντων είναι οι τιμές των τιμοκαταλόγων της εναγομένης και η αμοιβή (προμήθεια) προσδιοριζόταν σε συνάρτηση με την επίτευξη από την ενάγουσα των τεθέντων από την εναγομένη στόχων με την έννοια του τζίρου των πωλήσεων κάθε διαφορετικής κατηγορίας προϊόντων που εμπορεύεται η εναγομένη.

Οι όροι των συμβάσεων, με βάση τους οποίους λειτούργησε η συνεργασία, ήταν ως επί το πλείστον επαναλαμβανόμενοι, με υποχρέωση μη προώθησης και διαφήμισης από την ενάγουσα άλλων άμεσα ανταγωνιστικών προϊόντων, με υποχρέωση γνωστοποίησης του πελατολογίου της στην εναγομένη, υποχρέωση εχεμύθειας, έχοντας ενταχθεί στο δίκτυο διανομής και ακολουθώντας τις οδηγίες της εναγομένης για την προώθηση των προϊόντων της και την επίτευξη των τεθέντων στόχων.

Με βάση τα παραπάνω, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε, στην πραγματικότητα, μέχρι την καταγγελία από την εναγομένη στις 31-3-2004, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, μία μακροχρόνια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν, κάθε φορά, αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αφού εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση αυτοί, που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις, πλέον κάποιων πρόσθετων όρων αναφορικά με τα κρύα προϊόντα (ψυγείου), τα οποία άρχισε να εισάγει η εναγομένη και να προωθεί συστηματικά στην αγορά με αυξημένες απαιτήσεις ως προς τον τρόπο και τη συχνότητα της διανομής τους, οι δε επουσιώδεις διαφοροποιήσεις δεν προσέδιδαν στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

Επομένως, η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991. Σημειώνεται, ότι η ενάγουσα απαραδέκτως με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικαλέστηκε ότι η σύμβαση με την εναγομένη αποτελούσε σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταβάλλοντας ορισμένα από τα περιστατικά που εξέθετε στην αγωγή της ως ιστορική βάση αυτής και ως προς τον τρόπο λειτουργίας της σύμβασης, αν και στην αγωγή ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για εμπορική αντιπροσωπεία χωρίς αποκλειστικότητα στη διανομή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε από τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις συνδρομής αποκλειστικής διανομής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η δε ενάγουσα, αντιπρόσωπος, είχε τη δυνατότητα να πωλεί και άλλα προϊόντα άλλων εταιρειών, ανταγωνιστικά και μη εκείνων της εναγόμενης, με δέσμευση, όμως, κατά τη σύμβαση, να μην προβαίνει σε προώθηση και διαφήμιση αυτών, όπως έκανε με τα προϊόντα της τελευταίας.

Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση απλής διανομής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, αφού έκρινε, ότι η σύμβαση, που ίσχυε μεταξύ των διαδίκων, είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου και όχι απλής διανομής, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει τα ίδια και είχε επιδικάσει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2, 8 παρ. 4 και 9 του ΠΔ 219/1991, στην αναιρεσίβλητη, λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εκ μέρους της (αναιρεσείουσας), αποζημίωση για απώλεια πελατείας και διαφυγόντα κέρδη.

Έτσι, που έκρινε το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, στις άνω εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, τις οποίες παρέθεσε με λεπτομερή ανάπτυξη στη διαλαμβανόμενη στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης μείζονα σκέψη και τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και δή ως προς το χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ως σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου και όχι απλής διανομής, εφόσον δέχτηκε, ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει στις περιοχές των νομών ...., ....

και ...., την πώληση, διάθεση, διαφήμιση και εν γένει προώθηση των γαλακτοκομικών προϊόντων, που εισήγαγε και εμπορευόταν η αναιρεσείουσα, έχοντας ενταχθεί στο δίκτυο διανομής της και ακολουθώντας τις οδηγίες της για την προώθηση των προϊόντων της και την επίτευξη των τεθέντων στόχων, με τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις α) μη προώθησης και διαφήμισης άλλων άμεσα ανταγωνιστικών προϊόντων, β) γνωστοποίησης του πελατολογίου της στην αναιρεσείουσα και γ) εχεμύθειας, που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Από τις παραδοχές αυτές, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρεται ρητώς, ότι οι πωλήσεις των προϊόντων από την αναιρεσίβλητη εγένοντο στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη, με τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, είχε αναλάβει την πώληση, διάθεση και προώθηση των άνω προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και όχι της ίδιας, αφού δεν δέχεται, ότι η αναιρεσείουσα πωλούσε στην αναιρεσίβλητη τα προϊόντα της και η τελευταία είχε αναλάβει τη μεταπώλησή τους σε τρίτους.

Ούτε, εξάλλου, προκύπτει αντίφαση στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα από την παραδοχή, ότι "...λειτούργησε στην πραγματικότητα...μία μακροχρόνια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις, με ταυτόσημο ή κυρίως το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν, κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης...όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι...πλέον κάποιων πρόσθετων όρων αναφορικά με τα κρύα προϊόντα (ψυγείου), τα οποία άρχισε να εισάγει η εναγομένη και να προωθεί συστηματικά στην αγορά με αυξημένες απαιτήσεις ως προς τον τρόπο και τη συχνότητα της διανομής τους", καθόσον η παραδοχή αυτή τέθηκε για το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως αορίστου χρόνου και όχι αν πρόκειται για σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ή απλής διανομής και η περαιτέρω αναφορά στους όρους για τα κρύα προϊόντα και ιδίως η αναφορά "...τα οποία άρχισε να εισάγει η εναγομένη και να προωθεί συστηματικά στην αγορά με αυξημένες απαιτήσεις ως προς τον τρόπο και τη συχνότητα της διανομής τους" αφορά όχι σε όρο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αλλά στις απαιτήσεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με τη συχνότητα διανομής των προϊόντων αυτών.

Ενόψει αυτών, ορθώς το εφετείο κατέληξε, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε το χαρακτήρα της εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι της απλής διανομής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που ιδρύουν τον, κατά τη διάταξη αυτή, λόγο αναίρεσης είναι και η δικαστική ομολογία, ήτοι η παραδοχή ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για το διάδικο που ομολογεί και η οποία κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου αυτού.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να τη λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση αυτοτελούς ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου και όχι απλώς αιτιολογημένης άρνησης.

Κάθε ομολογία, δηλαδή, πρέπει να περιέχει τη σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 923/2018, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη επικαλέσθηκε και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι η αναιρεσίβλητη, επιδιώκοντας με την αγωγή της αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας επικαλέστηκε, ότι η μεταξύ τους συμβατική σχέση ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης συνιστά σύνθετη δικαστική ομολογία, καθόσον συνίσταται από δύο αυτοτελή πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, το ένα ότι η μεταξύ τους συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας ήταν συμβάσεις διανομής, που συνιστά ομολογία του δικού της (αναιρεσείουσας) ισχυρισμού περί της φύσης των μεταξύ τους συμβάσεων ως συμβάσεων απλής διανομής και το άλλο ότι η διανομή αυτή ήταν αποκλειστική, που συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, που ωφελεί την αναιρεσίβλητη, που τον προέβαλε, καθόσον με τον ισχυρισμό αυτό επεδίωκε την κατ' αναλογία εφαρμογή των περί εμπορικών αντιπροσώπων διατάξεων και ότι εάν το εφετείο ελάμβανε υπόψη την ομολογία αυτή της αναιρεσίβλητης θα κατέληγε στην απόρριψη της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ότι η μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας σύμβαση είχε το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής, έγινε το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ με την αγωγή της αναφερόταν ότι η μεταξύ τους σύμβαση είχε το χαρακτήρα της εμπορικής αντιπροσωπείας και κρίθηκε ως απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, η επικαλούμενη δικαστική ομολογία, ότι δηλαδή οι μεταξύ τους συμβάσεις συνεργασίας είχαν το χαρακτήρα σύμβασης διανομής, δεν αφορά σε επιζήμιο γεγονός, για την αναιρεσίβλητη υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε το βάρος επίκλησης και απόδειξής του, αφού επρόκειτο για αρνητικό ισχυρισμό της στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, που ερείδετο επί της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, (αλλά ακόμη και εάν ερείδετο επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής) και όχι για αυτοτελή καταλυτικό ισχυρισμό της κατά της αγωγής αυτής.

Μετά ταύτα, ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό του σκέλος, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρέλειψε να αποδώσει στην άνω δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα που νόμος της απονέμει, είναι ομοίως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018).

Ο άνω δε αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 403/2017). Εξάλλου, το άρθρο 9 παρ. 1 του άνω ΠΔ 291/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", ορίζει ότι "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος". Το πραγματικό του άρθρου 9 για την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας στον εμπορικό αντιπρόσωπο, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης, θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.

Συγκεκριμένα οι προϋποθέσεις αυτές είναι α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαιτέρως οι προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ 1441/2015).

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος, επομένως, αιτούμενος την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, θα πρέπει με την αγωγή του να επικαλεσθεί και να αποδείξει για τη θεμελίωση της αξίωσής του, εκτός ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας έχει λυθεί με υπαιτιότητα του εντολέα, ότι αυτός έχει εισφέρει νέους σταθερούς πελάτες στον εντολέα ή ότι έχει προαγάγει σημαντικά τις υποθέσεις του με τους υπάρχοντες πελάτες, ότι ο εντολέας του μετά τη λήξη της σύμβασης διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, τα οποία προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ως άνω πελάτες και ότι η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας κρίνεται δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, ο δε εντολέας, προκειμένου να αποκρούσει την αγωγή αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, έχει τη δυνατότητα, εκτός από την αιτιολογημένη άρνηση του χαρακτήρα της μεταξύ τους σύμβασης, να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι οι πελατειακές σχέσεις δεν είχαν αποκτήσει, όταν λύθηκε η σύμβαση, σταθερό χαρακτήρα, ή τα οφέλη που διατηρεί μετά τη λύση από τη διατήρηση της πελατείας είναι μικρότερα κατά ποσόν από τις απολεσθείσες προμήθειες του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 704/2007, ΑΠ 139/06).

Οι ισχυρισμοί του, δηλαδή, αυτοί δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, που προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε στο εφετείο και συγκεκριμένα α) τον ισχυρισμό, ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα της απλής διανομής, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι η παραδοχή του θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντων κερδών, εξαιτίας της καταγγελίας των άνω συμβάσεων εκ μέρους της και εσφαλμένα κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι άνω συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα μιάς διαρκούς σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και δέχτηκε την αγωγή και β) τον ισχυρισμό, ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε σταθερό πελατολόγιο, αλλά διαφοροποιείτο κατ' έτος, κατά σημαντικό ποσοστό, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργήσει διαρκή και μόνιμη πελατεία από την οποία ωφελήθηκε αυτή (αναιρεσείουσα) μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα σε σχέση με την επιδικασθείσα αποζημίωση πελατείας της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1β του ΠΔ 219/1991.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα" υπό την έννοια της παραπάνω διάταξης, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και συγκεκριμένα του αγωγικού ισχυρισμού αφενός, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί μία σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου και αφετέρου, ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής η εμπορική αντιπρόσωπος (αναιρεσίβλητη) εισέφερε νέους σταθερούς πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εντολέως (αναιρεσείουσας) και ότι μετά τη λύση της σύμβασης αυτής η τελευταία διατήρησε ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δικαιούται εύλογη αποζημίωση, διότι συνέβαλε στη διεύρυνση της πελατείας και προήγαγε τις υποθέσεις της εντολέως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του μέρος προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το εφετείο οδηγήθηκε στο σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για την ύπαρξη των περιστατικών, που κατά νόμο θεμελιώνουν τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις, χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλοντας ειδικότερα, ότι το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τα υπ' αριθ. 18 και 33 σχετικά της, που προσκόμισε και επικαλέστηκε και αφορούσαν την από 14-1-2013 μεταγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της και κατάσταση του πελατολογίου της ίδιας, από τα οποία προέκυπτε ότι δεν είχε δημιουργήσει διαρκή και μόνιμη πελατεία, από την οποία ωφελήθηκε αυτή μετά τη λύση της σύμβασης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, "και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή τεκμηρίων", αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα ανωτέρω έγγραφα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, καθώς και για καθένα των λόγων της ( ΑΠ 1241/2008), θεμελιώνεται στη βλάβη, που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Για το λόγο αυτό πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο τα περιστατικά, που συγκροτούν τη βλάβη, διότι διαφορετικά, εάν, δηλαδή, η επιβλαβής αυτή συνέπεια δεν εκλείπει ουσιαστικώς και μετά την αναίρεση της απόφασης, ο βλαπτόμενος διάδικος δεν μπορεί να θεμελιώσει έννομο συμφέρον προς άσκησή της κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 976/1997).

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης, που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και αφορούν σε ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση, κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 502/2007). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, καθώς και ότι οι αιτιολογίες αυτές αναφέρονται σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση με πληρότητα, έστω και συνοπτικά, όχι όμως αποσπασματικά ( ΑΠ 1206/2008).

Εξάλλου, στο άρθρο 8 παρ. 2, 3, 4 και 8 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: "Σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου" (παρ. 2). "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). " Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8).

Περαιτέρω στο άρθρο 9 παρ.1 εδ. α, β και γ του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: " α. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ. Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ.1 περ. α' και β' αποζημίωση πελατείας διαφέρει από τη διαλαμβανόμενη στην περ.

γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αυτή, δηλαδή, που προβλέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και για τη γέννηση της απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας.

Η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Έτσι, σε περίπτωση που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθόλο το συμφωνημένο χρόνο.

Συνεπώς, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.

Η ζημία αυτή, όταν αφορά το διαφυγόν κέρδος, συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, αφαιρουμένων των εξόδων, που αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο (ΑΠ 849/2002) και στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του ΠΔ 219/1991 (ΑΠ 1441/2015, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 455/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται, διότι το εφετείο, όσον αφορά την κρίση του ως προς τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσίβλητης κατά το πεντάμηνο, που ακολούθησε την ημερομηνία επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας (31-3-2004), ήτοι από 1-4-2004 έως 31-8-2004, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη το μέσο όρο του κύκλου εργασιών της αναιρεσίβλητης κατά το τελευταίο έτος πριν από την καταγγελία, ήτοι από 1-1-2003 έως 31-12-2003 και ουδέν αναφέρει για τον κύκλο εργασιών της αναιρεσίβλητης κατά το τελευταίο πριν την καταγγελία (ημερολογιακό) έτος, ήτοι από 1-4-2003 έως 31-3-2004, αφού δεν αναφέρει τον κύκλο εργασιών κατά το αμέσως προηγούμενο της καταγγελίας χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2004 έως 31-3-2004.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι η αναιρεσείουσα δεν αιτιολογεί το έννομο συμφέρον της για την άσκησή του, καθόσον δεν εκθέτει ποια είναι η βλάβη, που αυτή υφίσταται από τον προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών, κατά τον παραπάνω τρόπο και εάν με την αναίρεση της απόφασης θα επέλθει ανατροπή της επιβλαβούς γι' αυτή συνέπειας, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο πως επιδρά στο διατακτικό η επικαλούμενη ανεπάρκεια, καθώς και ποιες είναι οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Σε κάθε περίπτωση όμως, το εφετείο, σε σχέση με το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης, συνιστάμενης στα διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητα της εμπορικής αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, μέχρι τη συμπλήρωση του εξαμήνου από της καταγγελίας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα δικαιούται ακόμη ως διαφυγόντα κέρδη, τις προμήθειες που θα ελάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι τη συμπλήρωση της εξάμηνης προθεσμίας που έπρεπε να τηρηθεί από την καταγγελία (23-02-2004), δηλαδή για πέντε ακόμη μήνες από τη λύση της σύμβασης (31- 03-2004), οι οποίες δεν της καταβλήθηκαν από υπαιτιότητα των εκπροσώπων της εναγομένης...Αντιστοιχούν δε αυτές στις προμήθειες, που εισέπραξε η ενάγουσα κατά το τελευταίο πριν την καταγγελία έτος, που ανέρχονταν σε (178.850 ευρώ:12=14.904,16 Χ 5 μήνες=) 74.520,80 ευρώ, ενόψει της αυξητικής οικονομικής δραστηριότητας της ενάγουσας ως εμπορικής αντιπροσώπου, σύμφωνα και με τη σχετική αξιολόγηση εκ μέρους της εναγομένης και τα αντίστοιχα οφέλη, που διατήρησε η εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο δέχτηκε το παραπάνω αίτημα της αγωγής και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 74.520,80€ ως αποζημίωση, που αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη και συγκεκριμένα στις προμήθειες, που θα εισέπραττε αυτή από τις πωλήσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του ΠΔ 219/1991 των πέντε μηνών από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ενόψει του χρόνου διάρκειας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και το οποίο προσδιόρισε στο ποσό αυτό, λαμβάνοντας υπόψη, όπως αναφέρει "τις προμήθειες, που εισέπραξε η ενάγουσα κατά το τελευταίο πριν την καταγγελία έτος", που ανέρχονταν σε 178.850€.

Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, καθ' όσον αφορά στην κρίση του ως προς τον προσδιορισμό του ποσού των διαφυγόντων κερδών. Η επικαλούμενη δε από την αναιρεσείουσα έλλειψη ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους σε σχέση με τις προμήθειες της αναιρεσίβλητης του τελευταίου έτους πριν από την καταγγελία, το εκ των οποίων πόρισμα όμως εκτίθεται σαφώς.

Επομένως, ο άνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αναίρεσή της, σωρεύει αίτηση με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκούσιας συμμόρφωσής της προς την προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης και την καταβολή στην αναιρεσίβλητη στις 23-12-2015 του ποσού των 50.000,00€, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή το ποσό αυτό.

Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα πρωτίστως ως μη νόμιμη, αφού η εξέτασή της, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση απορρίφθηκε.

Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/06, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού αυτού διατάγματος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Περαιτέρω με το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του άνω ΠΔ 219/1991 ορίζεται ότι " Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3), " Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4)", ενώ με το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ 219/1991 ότι " α.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ.

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, εκείνος, δηλαδή, ο οποίος αναλαμβάνει, έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου με καταγγελία, δικαιούται σωρευτικά τόσο την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ.1 περ.

α' και β' αποζημίωση πελατείας, όσο και τη διαλαμβανόμενη στην περ. γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, που ορίζεται από τον Αστικό Κώδικα (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 175/2010). Ειδικότερα, δικαιούται την αποζημίωση πελατείας, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια της σύμβασης α) εισέφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, β) ο εντολέας-αντιπροσωπευόμενος διατηρεί και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, αλλά και την περαιτέρω αποζημίωση.

Η τελευταία αυτή αξίωση δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου, που προβλέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, για τη γέννηση της απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, που ισούται με τις προμήθειες, που θα εισέπραττε ο αντιπρόσωπος, με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί, μέχρι και τη συμπλήρωση της νόμιμης, κατά τα παραπάνω, προθεσμίας, η οποία έπρεπε να είχε τηρηθεί από τον καταγγέλοντα- αντιπροσωπευόμενο για την καταγγελία.

Κατά τη διάρκεια όμως της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, εκτός της άνω διαμεσολαβητικής δραστηριότητας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι δυνατόν, με βάση σύμβαση ειδικής συνεργασίας, να επιφορτισθεί και με επιπρόσθετα καθήκοντα, τα οποία δεν σχετίζονται με τη διαμεσολαβητική του δραστηριότητα, η οποία αποτελεί την κύρια συμβατική του υποχρέωση, αλλά συνδέονται με την οργανωτική ή διοικητική του δραστηριότητα.

Ειδικότερα είναι δυνατόν ο εμπορικός αντιπρόσωπος να αναλάβει με σύμβαση, που καταρτίζει με τον εντολέα του, να διατηρεί εγκαταστάσεις για την αποθήκευση και φύλαξη των προϊόντων, που εμπορεύεται ο τελευταίος, για την πληρέστερη εξυπηρέτηση των πελατών, που του υποδεικνύει ο ίδιος (εντολέας), καθώς και να διακινεί και μεταφέρει στους πελάτες αυτούς του εντολέα, κατ' εντολήν και καθ' υπόδειξή του, τα προϊόντα αυτά, έναντι πρόσθετης αμοιβής, ώστε να καλυφθούν όλες οι επιπρόσθετες δαπάνες, τις οποίες θα επωμισθεί κατά τη διενέργεια των σχετικών αυτών υπηρεσιών.

Στην περίπτωση αυτή, εάν λήξει με καταγγελία η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς και η σύμβαση ειδικής συνεργασίας για την εκτέλεση των άνω επιπρόσθετων υπηρεσιών, δεν θα πρέπει για την εξεύρεση της αποζημίωσης πελατείας, καθώς και της αποζημίωσης του κοινού δικαίου και ιδίως των διαφυγόντων κερδών, να συνυπολογισθούν στις προμήθειες, που θα απωλέσει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι άνω επιπρόσθετες αμοιβές.

Και τούτο διότι από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α'και β' του ΠΔ 219/1991, η αποζημίωση πελατείας, η οποία καταβάλλεται υπό τις περιγραφόμενες προϋποθέσεις, προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαμεσολαβητικής προσπάθειας αυτού, υπό την έννοια, ότι οι αντίστοιχες συμβάσεις, είτε με νέους πελάτες είτε με παλαιούς, καταρτίστηκαν με την παρέμβασή του και όχι ως αποτέλεσμα των άνω πρόσθετων καθηκόντων του, που έχουν οργανωτικό και μόνο χαρακτήρα και γίνονται για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων πελατών, που συνάπτονται όμως απευθείας με τον εντολέα και όχι με τη διαμεσολάβηση του εμπορικού αντιπροσώπου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο, σε σχέση με την επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση ειδικής συνεργασίας αναφορικά με τη διάθεση των προϊόντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της και ιδίως σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία με έδρα τη ...

συνήψε με την εναγομένη εταιρεία τις από 24-5-1999, 1-6-2000, 9-2-2001, 15-5-2002 και 26-6-2003 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, ετήσιας διάρκειας η καθεμία, με αντικείμενο την εκ μέρους της ενάγουσας πώληση, διάθεση, διαφήμιση και εν γένει προώθηση, όχι κατ' αποκλειστικότητα, διαφορετικών γαλακτοκομικών προϊόντων, που εισάγει και εμπορεύεται η εναγομένη στις περιοχές των νομών ...., ....

και ...., εκτός από συγκεκριμένα προϊόντα που εμπορεύεται απευθείας η ίδια η εναγομένη. Σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων αυτών, οι τιμές διάθεσης των προϊόντων είναι οι τιμές των τιμοκαταλόγων της εναγομένης και η αμοιβή (προμήθεια) προσδιοριζόταν σε συνάρτηση με την επίτευξη από την ενάγουσα των τεθέντων από την εναγομένη στόχων με την έννοια του τζίρου των πωλήσεων κάθε διαφορετικής κατηγορίας προϊόντων που εμπορεύεται η εναγομένη.

Οι όροι των συμβάσεων, με βάση τους οποίους λειτούργησε η συνεργασία, ήταν ως επί το πλείστον επαναλαμβανόμενοι, με υποχρέωση μη προώθησης και διαφήμισης από την ενάγουσα άλλων άμεσα ανταγωνιστικών προϊόντων, με υποχρέωση γνωστοποίησης του πελατολογίου της στην εναγομένη, υποχρέωση εχεμύθειας, έχοντας ενταχθεί στο δίκτυο διανομής και ακολουθώντας τις οδηγίες της εναγομένης για την προώθηση των προϊόντων της και την επίτευξη των τεθέντων στόχων.

Με βάση τα παραπάνω, μεταξύ των διαδίκων υπήρξε και λειτούργησε, στην πραγματικότητα...μία μακροχρόνια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ τους αλυσιδωτές, μερικότερες συμβάσεις, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν, κάθε φορά, αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αφού εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση αυτοί, που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις, πλέον κάποιων πρόσθετων όρων αναφορικά με τα κρύα προϊόντα (ψυγείου), τα οποία άρχισε να εισάγει η εναγομένη και να προωθεί συστηματικά στην αγορά με αυξημένες απαιτήσεις ως προς τον τρόπο και τη συχνότητα της διανομής τους, οι δε επουσιώδεις διαφοροποιήσεις δεν προσέδιδαν στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

Επομένως, η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991...Περαιτέρω, παράλληλα με τις συμβάσεις αυτές συνήφθησαν μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων οι από 14-7-1999, 28-6-2000, 3-7-2001, 28-6-2002 και 30-6-2003 συμβάσεις ειδικής συνεργασίας, όπως τιτλοφορούντο, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της εναγομένης να φυλάττει τα προϊόντα, που εισάγει και διανέμει η δεύτερη σε επαρκώς στεγασμένους αποθηκευτικούς χώρους, σύμφωνα με τις υποδείξεις της εναγομένης με κατάλληλες συνθήκες συντήρησης.

Επρόκειτο για προϊόντα, που προορίζονταν για συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της εναγομένης στους ίδιους ως άνω νομούς, την αξία των οποίων, με βάση τα τιμολόγια που εξέδιδε, εισέπραττε απευθείας η εναγομένη. Η αμοιβή της ενάγουσας για τα έξοδα αποθήκευσης και μεταφοράς των προϊόντων αυτών συμφωνήθηκε με τις συμβάσεις αυτές σε ποσοστό επί της αξίας των προϊόντων με έκδοση προς την εναγομένη τιμολογίου παροχής υπηρεσιών.

Η σύμβαση ειδικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση τους όρους λειτουργίας της, κατά τη διάρκεια των ετών ισχύος της, ως αορίστου χρόνου και αυτή, δεν αποτελούσε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως αβάσιμα υποστήριξε η ενάγουσα. Η εταιρεία είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης απλώς την ευθύνη της παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης, φύλαξης και μεταφοράς των προϊόντων της σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της τελευταίας, που της γνωστοποιούσε εκείνη, όπως μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, έναντι αμοιβής, δεν εδικαιούτο να εισπράττει την αξία των τιμολογίων ούτε να ενεργεί με δικό της κίνδυνο τη διανομή και προώθηση των προϊόντων, ώστε, μετά τη λύση της συγκεκριμένης σύμβασης, να διατηρούνται οφέλη υπέρ της εναγομένης εντολέως της από πελάτες που ήταν αποκλειστικά δικοί της.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, όσον αφορά τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η εναγομένη, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, προέβαινε ανά έτος σε αξιολόγηση εγγράφως του έργου της ενάγουσας, όπου αποτυπωνόταν κάθε φορά μεταξύ άλλων η υποδομή και εν γένει οργάνωση αυτής ως αντιπροσώπου, το εκάστοτε προσωπικό και ο τηρούμενος από αυτήν εξοπλισμός (φορτηγά αυτοκίνητα και φορτηγά ψυγεία, αποθήκες και ψυκτικοί χώροι), η αύξηση ή μη του αριθμού των πελατών ως προς τα ζεστά (προϊόντα ραφιού) και κρύα προϊόντα, οι επιτευχθέντες στόχοι (τζίροι), καθώς επίσης συγκριτικά στοιχεία με προηγούμενα έτη, αλλά και βαθμολογία συνοδευόμενη από σχόλια, υποδείξεις και παρατηρήσεις ως προς τον τρόπο ανάπτυξης του δικτύου της ενάγουσας.

Από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων η ενάγουσα είχε αναπτύξει εν γένει μία ικανοποιητική δραστηριότητα βελτιώνοντας με την πάροδο του χρόνου τις επιδόσεις της ως προς τους στόχους που έπρεπε να επιτευχθούν, υπήρχαν, όμως, περιθώρια βελτίωσης σε συγκεκριμένους τομείς, όπου παρουσίαζε αδυναμία κυρίως τα πρώτα έτη της συνεργασίας τους, 2000-2001, η δε αδυναμία αυτή είχε επισημανθεί από την εναγομένη και αφορούσε κατά κύριο λόγο την ελλειμματική διανομή κρύων προϊόντων, καθώς επίσης την ελλιπή παρουσία και τοποθέτηση συγκεκριμένων γαλακτοκομικών προϊόντων της εναγομένης σε ράφια μεγάλων σούπερ μάρκετ αλλά και καταστημάτων τροφίμων μικρότερης εμβέλειας.

Για το λόγο αυτό η εναγομένη, με την από 31-12-2001 επιστολή του αρμοδίου εκπροσώπου της, έθεσε στην ενάγουσα συγκεκριμένους όρους αναφορικά με τη βέλτιστη προώθηση και διανομή κρύων προϊόντων με σκοπό την ισχυροποίηση της ανταγωνιστικής θέσης της στην αγορά. Ακολουθώντας τους όρους αυτούς η ενάγουσα βελτίωσε την απόδοσή της στην προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, με αύξηση του τζίρου, με αποτέλεσμα οι αξιολογήσεις της να βελτιώνονται κάθε έτος με αποκορύφωμα την από 9-2-2004 έκθεση αξιολόγησης, στην οποία διαπιστώθηκαν υψηλές αποδόσεις και αποτελεσματικότερη διανομή των προϊόντων της εναγομένης ακόμη και στο θέμα της προώθησης των κρύων προϊόντων της, το οποίο είχε βελτιωθεί σημαντικά.

Επετεύχθη σταδιακή ενίσχυση και επαύξηση του πελατολογίου της, καθόσον είχε δικό της πελατολόγιο και πριν τη συνεργασία με την εναγομένη, αφού είχε αναλάβει και την προώθηση ανταγωνιστικών και μη προϊόντων με εκείνων της εναγομένης όπως της εταιρίας ... (παιδικές τροφές), της εταιρίας ..., της εταιρίας ... (παγωτά) παράλληλα με τα προϊόντα της εναγομένης, εν γνώσει πάντα της τελευταίας.

Ο τζίρος των πωλήσεων, όσον αφορούσε τα εμπορεύματα της εναγομένης, έβαινε συνεχώς αυξανόμενος. Ειδικότερα, ενώ το έτος 1999 ανήρχετο σε 918.184,87 ευρώ με μικτό κέρδος 105.749 ευρώ, το έτος 2003 ανήλθε σε 1.513.752,19 ευρώ με μικτό κέρδος 178.850 ευρώ. Κατά συνέπεια, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική αύξηση των πωλήσεων εκ μέρους της ενάγουσας, στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, εάν ληφθεί υπόψη και ο σημαντικός ανταγωνισμός από μεγάλες εταιρείες πώλησης παρομοίων προϊόντων στις ίδιες περιοχές ευθύνης της ενάγουσας, καθιερωμένες επί σειρά ετών στην οικεία αγορά, αλλά και εταιρειών που δραστηριοποιούνται εμπορικά ιδιαίτερα στους συγκεκριμένους νομούς της Ελλάδος και προωθούν γαλακτοκομικά είδη τοπικά (όπως το ...

στο νομό .....και το .... στο νομό ....). Όμως η εναγομένη, με την από 23-2-2004 επιστολή του αρμοδίου εκπροσώπου της προς την ενάγουσα, κατήγγειλε τη σύμβαση των διαδίκων (τόσο της εμπορικής αντιπροσωπείας, όσο και την παραλλήλως ισχύουσα ειδικής συνεργασίας παροχής υπηρεσιών) με λύση αυτής από 31-3-2004, όπως αναφέρεται στην επιστολή, δηλαδή χωρίς να τηρηθεί η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 8 παρ. 4 του Π.Δ. 219/1991 με βάση τα έτη ισχύος της μεταξύ τους συνεργασίας...

η καταγγελία δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας...Δικαιούται, κατά συνέπεια, η ενάγουσα να αξιώσει αποζημίωση πελατείας βάσει του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991, εφόσον προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης, προώθησε τα προϊόντα της στην περιοχή ευθύνης της με αύξηση των πωλήσεων, ενώ η εναγομένη αξιοποίησε μετά τη λύση το εισφερθέν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους πελατολόγιο της ενάγουσας, το οποίο, ως επί το πλείστον, παρέμενε σταθερό και το οποίο παρέλαβε και αξιοποίησε παραδίδοντάς το στους νέους εμπορικούς αντιπροσώπους της στους ίδιους νομούς, αφού συνεχίστηκε η διάθεση των προϊόντων της, αποκομίζοντας οικονομικά οφέλη από τη δραστηριότητα της ενάγουσας αντιπροσώπου, με την οποία επετεύχθη η γενικότερη εδραίωση των προϊόντων της εναγομένης στην ίδια περιοχή...

Η αποζημίωση πελατείας της ενάγουσας με βάση τα ανωτέρω ανέρχεται στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 134.140,80 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μέσο όρο του μικτού κέρδους, που αποκόμισε κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν την καταγγελία της σύμβασης (105.749 + 107.477 + 125.687 + 152.941 + 178.850 = 670.704 : 5 = 134.140,80 ευρώ). Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη ζημία της ενάγουσας μετά την καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης ειδικής συνεργασίας, που ίσχυε παράλληλα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και αφορούσε τη φύλαξη και μεταφορά των προϊόντων της εναγομένης σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της, όπως προεκτέθηκε.

Η καταγγελία της σύμβασης, που έγινε από την εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, για την, κατά την κρίση της, καλύτερη διαχείριση και διανομή των προϊόντων της, αφορούσε δικούς της πελάτες, χωρίς συμμετοχή της ενάγουσας σε αύξηση πελατολογίου ή αποκόμιση οφέλους εκ μέρους της εναγομένης, ενώ δεν αποδείχθηκε το ύψος των προμηθειών που απώλεσε η ενάγουσα από τη λύση της συγκεκριμένης σύμβασης...Η ενάγουσα δικαιούται, ακόμη, ως διαφυγόντα κέρδη τις προμήθειες που θα ελάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι τη συμπλήρωση της εξάμηνης προθεσμίας, που έπρεπε να τηρηθεί από την καταγγελία (23-2-2004), δηλαδή για πέντε ακόμη μήνες από τη λύση της σύμβασης (31-3-2004)...Αντιστοιχούν δε αυτές στις προμήθειες που εισέπραξε η ενάγουσα κατά το τελευταίο πριν την καταγγελία έτος, που ανέρχονταν σε (178.850 ευρώ: 12 = 14.904,16 x 5 μήνες =) 74.520,80 ευρώ, ενόψει και της αυξητικής οικονομικής δραστηριότητας της ενάγουσας ως εμπορικής αντιπροσώπου, σύμφωνα και με τη σχετική αξιολόγηση εκ μέρους της εναγομένης και τα αντίστοιχα οφέλη που διατήρησε η εναγομένη μετά την καταγγελία της σύμβασης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας της σύμβασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δεν επιδίκασε όμως σ' αυτή αποζημίωση πελατείας και διαφυγόντα κέρδη, λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης ειδικής συνεργασίας, διότι έκρινε ότι η σύμβαση αυτή είχε το χαρακτήρα της σύμβασης παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης και φύλαξης των προϊόντων της αναιρεσίβλητης και μεταφοράς τους σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της, υποδεικνυόμενους από την ίδια και συνεπώς όχι εμπορικής αντιπροσωπείας και εντεύθεν απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Έτσι που έκρινε το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 8 παρ. 4 και 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, καθώς και εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, καθόσον από το σύνολο των παραπάνω γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών προκύπτει, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ειδικής συνεργασίας, είχε το χαρακτήρα της σύμβασης παροχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας υπηρεσιών αποθήκευσης και φύλαξης των προϊόντων της αναιρεσίβλητης σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους και μεταφοράς τους, κατ' εντολή και καθ' υπόδειξη της ίδιας, σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες αυτής, που διατηρούν καταστήματα στην περιοχή δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, έναντι αμοιβής.

Έκρινε, δηλαδή, ότι οι αντίστοιχες συμβάσεις ( ως προς όλα τους τα στοιχεία, τόσο ως προς το πρόσωπο όσο και ως προς τις ποσότητες) συνάπτονταν απευθείας με την αναιρεσίβλητη και όχι με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας, που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού δέχτηκε ότι οι πελάτες αυτοί "ήταν αποκλειστικά δικοί της" και ότι αυτή "εμπορευόταν με αυτούς απευθείας" και κατά συνέπεια, ότι δεν επρόκειτο περί σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, με αποτέλεσμα, μετά την καταγγελία και της σύμβασης αυτής, που είχε καταστεί αορίστου χρόνου, να μην έχουν εφαρμογή οι άνω διατάξεις του ΠΔ 219/1991 και η αναιρεσείουσα, ως μη έχουσα την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου σε σχέση με τη σύμβαση αυτή, να μη δικαιούται αποζημίωση πελατείας, αλλ' ούτε και οποιασδήποτε άλλη αποζημίωση και επομένως ούτε διαφυγόντα κέρδη, αφού δέχτηκε, ότι δεν προέκυψε συγκεκριμένη ζημία, (δηλαδή είτε θετική είτε αποθετική), της αναιρεσείουσας, μετά την καταγγελία και της σύμβασης αυτής.

Περαιτέρω, το εφετείο διέλαβε στον άνω υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και δη ως προς το χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ειδικής συνεργασίας ως σύμβασης παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης, φύλαξης και μεταφοράς των προϊόντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και όχι ως σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, δεδομένου, όπως έχει προαναφερθεί, σαφώς δέχεται ότι η σύναψη των συμβάσεων αυτών με τους συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες γινόταν απευθείας από την αναιρεσίβλητη, χωρίς τη διαμεσολάβηση της αναιρεσείουσας και ότι οι ενέργειες της τελευταίας (αναιρεσείουσας) περιοριζόταν απλώς σε οργανωτικής φύσης ενέργειες για την ολοκλήρωση των συμβάσεων αυτών, που ανάγονταν στην αποθήκευση των εμπορευμάτων, τη φύλαξη και τη μεταφορά τους στους υποδεικνυόμενους σ' αυτή από την αναιρεσίβλητη πελάτες της.

Δεν απαιτείτο δε, μετά τις παραπάνω παραδοχές, για την πληρότητα και σαφήνεια της αιτιολογίας της απόφασής του, να αναφερθεί και εάν η αναιρεσείουσα προώθησε σημαντικά τις πωλήσεις με τους υπάρχοντες-γνωστούς πελάτες στην αναιρεσίβλητη, κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, ούτε ο τρόπος λειτουργίας και υλοποίησης της σύμβασης ειδικής συνεργασίας και ιδίως ποιος ελάμβανε τις συγκεκριμένες παραγγελίες από τους πελάτες αυτούς, ποιος τις διαβίβαζε στην αναιρεσείουσα για εκτέλεση και ποιος διαβίβαζε στη συνέχεια τις γενόμενες πωλήσεις στην αναιρεσίβλητη, ώστε να εκδώσει τα σχετικά τιμολόγια πώλησης.

Ούτε, εξάλλου, υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το άνω αποδεικτικό της πόρισμα, εκ του λόγου ότι, όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα, ενώ δέχεται, ότι αυτή "...από την αρχή της συνεργασίας είχε αναπτύξει εν γένει μία ικανοποιητική δραστηριότητα, βελτιώνοντας με την πάροδο του χρόνου τις επιδόσεις της ως προς τους στόχους που έπρεπε να επιτευχθούν, υπήρχαν όμως περιθώρια βελτίωσης σε συγκεκριμένους τομείς, όπου παρουσίαζε αδυναμία...η δε αδυναμία αυτή είχε επισημανθεί από την εναγομένη και αφορούσε, κατά κύριο λόγο την ελειμματική διανομή κρύων προϊόντων, καθώς επίσης και την ελλιπή παρουσία και τοποθέτηση συγκεκριμένων γαλακτοκομικών προϊόντων της εναγομένης σε ράφια μεγάλων σούπερ μάρκετ, αλλά και καταστημάτων τροφίμων μικρότερης εμβέλειας..", κατέληξε, ότι η συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας εξαντλείτο μόνον στην αποθήκευση, φύλαξη και μεταφορά των συμβατικών προϊόντων σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της αναιρεσίβλητης, όπως μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Και τούτο διότι, πέραν του ότι η παραδοχή αυτή έχει τεθεί σε σχέση με τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι για τη σύμβαση ειδικής συνεργασίας, όπως προκύπτει από την αμέσως προηγούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης "...Αποδείχθηκε περαιτέρω, όσον αφορά τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η εναγομένη, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της προέβαινε ανά έτος σε αξιολόγηση εγγράφως του έργου της ενάγουσας...", η σύμβαση ειδικής συνεργασίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν αφορούσε σε όλους τους μεγάλους πελάτες της αναιρεσίβλητης, αλλά σε συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες αυτής, τους οποίους υποδείκνυε η ίδια στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα η άνω αναφορά σε σχέση "με την ελλιπή παρουσία και τοποθέτηση συγκεκριμένων γαλακτοκομικών προϊόντων της εναγομένης σε ράφια μεγάλων σούπερ μάρκετ", να μη δημιουργεί αντίφαση.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα σχετικά του μέρη, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι το εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 8 παρ. 4 και 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, καθώς και εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 238/2018, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 137/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 1320/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 4217/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η από 23-5-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε, όπως έχει προαναφερθεί, την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας και διαφυγόντος κέρδους, λόγω καταγγελίας εκ μέρους της τελευταίας των μεταξύ τους ισχυουσών συμβάσεων αορίστου χρόνου εμπορικής συνεργασίας και ειδικής συνεργασίας, που είχαν, κατά τους ισχυρισμούς της, το χαρακτήρα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση, έκρινε μεν, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφασή του, ορισμένη (και νόμιμη) την αγωγή και κατά το μέρος που ερείδετο επί της σύμβασης ειδικής συνεργασίας, την απέρριψε όμως κατ` ουσίαν, δεχόμενο ότι η σύμβαση αυτή δεν είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και ότι συνεπώς, μετά την καταγγελία και της σύμβασης αυτής, δεν έχουν εφαρμογή οι άνω διατάξεις του ΠΔ 219/1991 και η αναιρεσείουσα, ως μη έχουσα την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου σε σχέση με τη σύμβαση αυτή, δεν δικαιούται αποζημίωση πελατείας, αλλ' ούτε και διαφυγόντα κέρδη. 'Ετσι που έκρινε το εφετείο, συμμορφώθηκε προς την υπ` αριθμ. 1320/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ειδικότερα, η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής εξαντλήθηκε στο θέμα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, δηλαδή στο ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ως προς το άνω μέρος της. Δεν ήταν όμως εξ αυτού του λόγου υποχρεωμένο το εφετείο να αχθεί και στην κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής, καθόσον ως προς την κρίση του αυτή ούτε σε ενδοδιαδικαστική δέσμευση, ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται.

Επομένως, ο περί του εναντίου πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό του σκέλος, από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο κρίθηκε με δεσμευτική ισχύ με την υπ' αριθ. 1320/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η αγωγή και ως προς τις δύο συμβάσεις είναι ορισμένη και συνακόλουθα νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις, που διέπουν τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν, συνεπώς, πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997), οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 569/2018).

Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός και όταν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, ΑΠ 1/2011). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται και αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 856/2018), γεγονός, που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 403/2017).

Σε περίπτωση, εξάλλου, που προσβάλλεται, με την αιτίαση αυτή, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης κ.λπ.) και στο δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 460/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο (τιτλοφορείται από παραδρομή ως τρίτος) της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, αναφορικά με τους ιδιαίτερους όρους της σύμβασης ειδικής συνεργασίας, τους οποίους επανέφερε στο εφετείο με λόγους έφεσης και από τους οποίους προέκυπτε ότι και η σύμβαση αυτή είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, καθόσον είχε αναλάβει και με τους πελάτες αυτούς την προώθηση και επιμέλεια της εμπορικής συνεργασίας, διαμεσολαβώντας στη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των συμβάσεων πώλησης, και η δραστηριότητά της δεν περιοριζόταν μόνο στην αποθήκευση, φύλαξη και διανομή-μεταφορά των προϊόντων, αλλά και στη λήψη και τη διαβίβαση των παραγγελιών πώλησης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη, εκ του πράγματος, περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τους άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και συνεπώς οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί της λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο (τιτλοφορείται από παραδρομή ως τέταρτος) της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αιτιώμενη ειδικότερα, ότι υπάρχει αμφιβολία, εάν το εφετείο, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το χαρακτήρα της σύμβασης ειδικής συνεργασίας, έλαβε υπόψη α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α.

Α., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα υπ' αριθ. 4217/2010 πρακτικά συνεδρίασής του, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως (ως σχετ. 35), β) την υπ' αριθ. ...35/17-3-2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Λ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Φ. Κ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως (ως σχετ. 21) και γ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Θ.

Δ., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 3049/2015 πρακτικά συνεδρίασής του, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως (ως σχετ. Δ), από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα λειτουργούσε και ως προς τη σύμβαση της ειδικής συνεργασίας ως εμπορική αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, (εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα) και " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ'αριθ. 4217/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης (σημ.

στα υπ' αριθ. 3049/2015) ...από την υπ' αριθ. ...35/17-3-2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Φ. συζ. Κ., που ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης...", αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (ΑΠ 36/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".

Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση, με την ποινή του απαραδέκτου, της μεταβολής της βάσης της αγωγής στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσης της, δηλαδή, των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011), ενώ αντιθέτως επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή διορθώσει με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, όσα γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή αρκεί να μη μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 389/2010).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, όταν προτείνεται επικουρικώς, εφόσον, δηλαδή, ήθελε κριθεί βάσιμος λόγος αντίθετης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής, σε περίπτωση απόρριψης του λόγου της αντίθετης αναίρεσης και περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται με την αιτιολογία ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτόν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την απόφαση προκύπτει το αντίθετο.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο (τιτλοφορείται από παραδρομή ως πέμπτος) της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, ότι απέρριψε τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονιόταν, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη γενόμενη διευκρίνιση/συμπλήρωση, με τις από 10-2-2015 έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της α) των αγωγικών της ισχυρισμών, σχετικά με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητά της στο πλαίσιο της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και την ποσοτική εξειδίκευση των κονδυλίων της αποζημίωσης πελατείας και των διαφυγόντων κερδών από τη σύμβαση αυτή, από τους οποίους προέκυπτε, ότι επρόκειτο περί σύμβασης αποκλειστικής διανομής, με αποτέλεσμα να δεχτεί ότι η σύμβαση είχε το χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως ανέφερε στην αγωγή της και β) των αγωγικών της ισχυρισμών, σχετικά με τη διαμεσολαβητική δραστηριότητά της στο πλαίσιο της σύμβασης ειδικής συνεργασίας και την ποσοτική εξειδίκευση των κονδυλίων της αποζημίωσης πελατείας και των διαφυγόντων κερδών από τη σύμβαση αυτή, από τους οποίους προέκυπτε ότι επρόκειτο περί σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι σύμβασης αποθήκευσης, φύλαξης και περαιτέρω μεταφοράς των προϊόντων της αναιρεσίβλητης στους συγκεκριμένους μεγάλους πελάτες της ίδιας, κατ' εντολήν και καθ' υπόδειξή της, όπως τελικά δέχτηκε το εφετείο.

Την αιτίαση υπό στοιχ. α την προβάλλει υπό την αίρεση, ότι ήθελε γίνει δεκτή η από 31-8-2017 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, κατά την αιτίαση αυτή, είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στο σχετικό μέρος της παρούσας απόφασης, η από 31-8-2017 αντίθετη αίτηση της αναιρεσίβλητης, με την οποία παραπονιόταν, ότι η ένδικη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είχε το χαρακτήρα, όχι της εμπορικής αντιπροσωπείας, που δέχτηκε το εφετείο, αλλά της απλής διανομής, απορρίφθηκε.

Περαιτέρω, σε σχέση με τον ίδιο λόγο, κατά την υπό στοιχ. β αιτίαση, το εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ακόλουθα: "...Σημειώνεται, ότι η ενάγουσα απαραδέκτως με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικαλέστηκε ότι η σύμβαση με την εναγομένη αποτελούσε σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταβάλλοντας ορισμένα από τα περιστατικά που εξέθετε στην αγωγή της ως ιστορική βάση αυτής και ως προς τον τρόπο λειτουργίας της σύμβασης, αν και στην αγωγή ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για εμπορική αντιπροσωπεία χωρίς αποκλειστικότητα στη διανομή...".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης δεν προκύπτει ότι το εφετείο κήρυξε απαράδεκτη τη γενόμενη διευκρίνιση/συμπλήρωση, με τις από 10-2-2015 έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της, σε σχέση με την ειδική σύμβαση συνεργασίας, που ίσχυε μεταξύ τους, δεδομένου ότι το απαράδεκτο αναφέρεται μόνο στη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, που έκρινε ότι είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

Αντίθετα από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης, που έχουν εκτεθεί παραπάνω, κατά την εξέταση άλλου λόγου, προκύπτει ότι το εφετείο εξέτασε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας σε σχέση με τη σύμβαση αυτή, όπως συμπληρώθηκαν και διευκρινίστηκαν, κατέληξε όμως σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 25-8-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και την από 25-1-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3044/2017 οριστικής απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ για κάθε μία αναίρεση στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει τη σωρευόμενη στην παραπάνω αίτηση αναίρεσης αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ