Supreme Court remands labor termination case for retrial due to insufficient factual findings on bad faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the lower court's reasoning on the employer's bad faith insufficient. The employer argued the termination was justified by the employee's poor performance and lack of cooperation, while the employee contested the validity of the dismissal. The Court ruled that the lower court failed to substantiate its claims with specific incidents, dates, or locations, violating procedural requirements for proving bad faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral right, but its exercise is subject to the principle of good faith; exceeding these limits renders the termination void, and the employer must continue paying wages if they refuse to accept the employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1374 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1374/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Υφαντή και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1565/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4780/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση δε αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται όπως και πριν τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, οφείλει να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 επ και 656 ΑΚ (ΑΠ 653/2000 Ελ.Δνη 2001.123, ΑΠ 1169/1999 Ελ.Δνη 2000. 720, ΑΠ 284/1996 ΔΕΝ 52.527). Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης, νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχείρησης του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους- που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος- εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 573/2007, ΑΠ 561/2007 και ΑΠ 1420/2006, ΑΠ 704/2006).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος προσλήφθηκε στις 15-10-2004 από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που εκμεταλλεύεται το Καζίνο της Πάρνηθας, προκειμένου να εργασθεί σ' αυτό με την ειδικότητα του τεχνικού υπαλλήλου επιτραπέζιων παιγνίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί μηνιαίων αποδοχών ύψους 3.300 ευρώ.
Σ' εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη με την προαναφερθείσα ειδικότητά του από τον χρόνο της προσλήψεώς του, ενώ αργότερα του ανατέθηκαν με ιδιαίτερη έγγραφη συμφωνία τα καθήκοντα του προϊσταμένου επιτραπέζιων παιγνίων, (pit boss), όπως οι όροι της τελευταίας αυτής απασχολήσεώς του προσδιορίστηκαν ειδικότερα με την από 1-7-2009 συμπληρωματική συμφωνία ανάθεσης καθηκόντων, οι δε μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν από τον παραπάνω χρόνο, δηλαδή από 1-7-2009, στο ποσό των 4.350 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 8 Αυγούστου 2009 και περί ώρα 8:20 μμ, οπότε ο ενάγων εκτελούσε καθήκοντα προϊσταμένου βάρδιας στην "PIT Β", ο διευθυντής της επιχείρησης της εναγομένης Ι. Μ. τον πλησίασε και του ζήτησε πληροφορίες για ένα παίκτη στην ΑΚ10, τον οποίο είχε παρατηρήσει να κερδίζει και ήθελε να γνωρίζει τον λόγο, για τον οποίο έφυγε από τον χώρο της ΑΚ10.
Όταν ο ως άνω διευθυντής διαπίστωσε ότι ο ενάγων δεν γνώριζε για την αιτία της αποχώρησης του πελάτη από τον προαναφερθέντα χώρο, θεωρώντας ότι αυτό συνέβη λόγω της δικής του άφιξης στο χώρο αυτό, αναφώνησε δημοσίως τη φράση "Πρέπει επιτέλους να σταματήσετε να κλέβετε το Καζίνο". Ο ενάγων, ο οποίος αισθάνθηκε προσβεβλημένος από το πιο πάνω περιστατικό, στις 10-8-2009 απέστειλε δια του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εναγομένης προς τους C.
B., Γενικό Διευθυντή αυτής, Ι. Μ., διευθυντή, όπως προαναφέρθηκε, αυτής, Κ. Κ., διευθυντή βάρδιας, και Κ. Α., διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της επιχείρησης της εναγομένης, επιστολή, στην οποία, αφού περιέγραψε το περιστατικό αυτό, ανέφερε και τα ακόλουθα "... Ο επιθεωρητής κ Κ. Α. και εγώ "σοκαριστήκαμε" από αυτή του τη δήλωση, η οποία χωρίς αμφιβολία είχε αποδέκτη και εμένα, καθώς επίσης και οι παρευρισκόμενοι πελάτες και προσωπικό.
Προσωπικά αυτοσυγκρατήθηκα να απαντήσω δημοσίως στην παραπάνω δήλωση και αιτήθηκα όπως συζητήσουμε ένα τέτοιο θέμα/δήλωση στο γραφείο του. Πήγαμε στο γραφείο των Υπ/ντων και ο διευθυντής βάρδιας κ Κ. Κ. προσκλήθηκε από τον κ Μ. να παραστεί ως μάρτυρας. Ζήτησα εξηγήσεις γιατί με αποκάλεσε κλέφτη δημοσίως.
Ο κ Μ.ς με ενημέρωσε ότι δεν επρόκειτο για προσωπική επίθεση, αλλά επρόκειτο για ένα γενικό του σχόλιο, επειδή δεν δύναται να εμπιστευθεί κανένα στο Καζίνο και ότι είναι δικαίωμά του να ερευνά οποιαδήποτε ενέργεια και αισθάνεται επίσης την ανάγκη να επιβλέπει τον καθένα σε καθημερινή βάση. Ο κ Μ.ς με ενημέρωσε ότι δεν έχει μετανοιώσει για τη δήλωση/σχόλια που έκανε δημοσίως, έστω και αν σαφώς περιλαμβάνει και εμένα και ότι δεν θα είχε κανένα ενδοιασμό να καταθέσει τις σκέψεις του εγγράφως.
Πιστεύω ότι μια τέτοια δημόσια δήλωση είναι άδικη, απρόκλητη και εκτός του ότι με κλονίζει και με εξευτελίζει σαν εργαζόμενο άνθρωπο, υποσκάπτει την εικόνα του καζίνο μας, καθόσον προκαλεί τη μείωση του σεβασμού των πελατών προς το προσωπικό. Πάντα στη διάθεσή σας για περαιτέρω διευκρινίσεις στη διερεύνηση της αναφοράς μου αυτής, που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της τιμής και αξιοπρέπειάς μου και του αναγκαίου εργασιακού κλίματος".
Στην ως άνω επιστολή του ενάγοντος ο προαναφερθείς C. B. απάντησε αυθημερόν, με κοινοποίηση προς τον Κ. Α., δεσμευόμενος ότι θα διερευνηθεί το θέμα. Ακολούθως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αρκετό χρονικό διάστημα πριν από τη δημιουργία του παραπάνω περιστατικού, που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε μεταξύ αυτού και του Ι.
Μ., είχε αρχίσει να παρουσιάζει μειωμένη απόδοση στη διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων του. Ειδικότερα ήταν ανεπαρκής στην άσκηση των διοικητικών του καθηκόντων, αφού δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τους υπαλλήλους των τραπεζιών, στα οποία προΐστατο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών προβλημάτων, καθόσον η εποπτεία των τραπεζιών από τον προϊστάμενο επιτραπέζιων παιγνίων, θέση που κατείχε ο ενάγων, είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Επίσης αυτός παρέλειπε να ελέγχει τους τεχνικούς των παιγνίων, με συνέπεια να γίνονται συχνά λάθη στη διαδικασία των παιγνίων, ενώ και η διάθεση της συνεργασίας του με τους συναδέλφους του ήταν μειωμένη. Επιπροσθέτως αυτός δεν έκανε καμμία αναφορά στη Διεύθυνση της εναγομένης, ακόμη και όταν συνέβαιναν διάφορα περιστατικά στην βάρδια, που ήταν προϊστάμενος, όπως λάθος πληρωμές, μη τήρηση διαδικασίας διεξαγωγής των παιχνιδιών.
Για την προαναφερθείσα μη ικανοποιητική ανταπόκριση του ενάγοντος στα καθήκοντά του, με σκοπό τη βελτίωση της αποδοτικότητάς του, είχαν γίνει επανειλημμένως προφορικές συστάσεις και παρατηρήσεις σ' αυτόν από τον Διευθυντή της επιχείρησης της εναγομένης, αλλά και από τον Γενικό Διευθυντή αυτής. Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικά οι μάρτυρες ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.
Κ., Κ. Α., Ι. Μ. και Χ. Κ., Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού, Διευθυντής και Προϊσταμένη αίθουσας τεχνικών παιγνίων της εναγομένης αντίστοιχα. Οι ως άνω δε καταθέσεις δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Β. Κ., συναδέλφου του ενάγοντος, αφού και η μάρτυρας αυτή, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαίωσε ότι ο Διευθυντής της εναγομένης Ι.
Μ. είχε ζητήσει από τον ενάγοντα να κάνει αναφορά εναντίον συναδέλφου του και αυτός αρνήθηκε. Όμως ο ενάγων, παρά τις προαναφερθείσες συστάσεις και παρατηρήσεις των προϊσταμένων του, δεν παρουσίασε βελτίωση στην απόδοση της εργασίας του, μ' αποτέλεσμα στις 10-2-2010 ο τότε Διευθυντής Ανθρώπινου 'Δυναμικού της εναγομένης Κ.
Α. να τον καλέσει στο γραφείο του και να του ανακοινώσει την απόφαση της εναγομένης για λύση της συμβάσεως εργασίας του, καλώντας του συγχρόνως να επιλέξει ο ίδιος, ενόψει της διευθυντικής θέσης που κατείχε, τον πλέον πρόσφορο τρόπο λύσεως της συμβάσεώς του. Ο ενάγων, κατά την εν λόγω συνάντηση, επιφυλάχθηκε να απαντήσει ως προς τον τρόπο λύσεως της συμβάσεως εργασίας του, ζητώντας προθεσμία ολίγων ημερών, και τελικά στις 17-2-2010 η εναγομένη εταιρεία κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή του σύμβαση, προσφέροντας σ' αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15225 ευρώ, το οποίο ο ενάγων τελικά εισέπραξε.
Έτσι, λόγω της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος και της μη δυνατότητάς του να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις και τις παρατηρήσεις των προϊσταμένων του για καλλίτερη απόδοση στην εργασία του, διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ αυτού και της εναγομένης και το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζόμενου και του εργοδότη.
Προκειμένου εναγομένη να αποτρέψει κάθε περίπτωση ζημίας της και για να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων, αναγκάσθηκε να καταφύγει, κάνοντας νόμιμη χρήση του διευθυντικού δικαιώματος, στο έσχατο και επαχθέστερο για τον ενάγοντα, πλην όμως αναγκαίο για την προάσπιση των συμφερόντων της, μέσον της απόλυσης αυτού.
Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη συνεκτίμηση του συνόλου των παραπάνω αποδεικτικών μέσων των διαδίκων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από την εναγομένη δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε καθ' υπέρβαση προφανώς των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης προς καταγγελία της σύμβασης, αλλά έγινε κατ'ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και ήταν το μόνο πρόσφορο μέσο το οποίο δεν υπερέβη, αφού ήταν αναγκαίο λόγω της ρήξης της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε επέλθει, μεταξύ αυτής και του ενάγοντος.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του οφείλεται σε εμπάθεια και εκδικητικότητα εκ μέρους της εναγομένης προς το πρόσωπο του, απορρέουσα από νόμιμη, αλλά μη αρεστή σ' αυτή συμπεριφορά του, και συγκεκριμένα επειδή αυτός διαμαρτυρήθηκε έντονα για το περιστατικό που συνέβη στις 8-8-2009 μεταξύ αυτού και του Ι.
Μ., ενημερώνοντας απευθείας τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, ενώ μετά πάροδο χρονικού διαστήματος διαμαρτυρήθηκε και πάλι για το ίδιο θέμα και κάλεσε την εναγομένη καθώς και τον Ι. Μ. με την από 10-2-2010 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς στις 12-2-2010, να προβούν η μεν πρώτη σε ενέργειες για την προστασία του έναντι της συμπεριφοράς του Ι.
Μ., ο δε τελευταίος να ανασκευάσει για τη φράση που εξέφερε ενώπιον τρίτων στις 8-8-2009 για τον ίδιο (ενάγοντα), από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από εκείνα που επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν βάσιμος, δοθέντος ότι η μάρτυρας αποδείξεως, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν καταθέτει για το λόγο της απόλυσης του ενάγοντος, αλλά ασαφώς καταθέτει ότι η απόλυση του ενάγοντος έγινε προς ικανοποίηση του Διευθυντή της εναγομένης Ι.
Μ.. Εξάλλου ο ενάγων δεν δίνει κάποια λογική εξήγηση για ποιο λόγο η εκδικητικότητα των οργάνων της εναγομένης εναντίον του εκδηλώθηκε μετά έξι μήνες από τη δημιουργία του παραπάνω περιστατικού, που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και του Ι. Μ. στις 8-8-2009, όπως προαναφέρθηκε, ενώ όσον αφορά την εξώδικη δήλωσή του προς τον Ι.
Μ. και την εναγομένη, κοινοποιήθηκε σ' αυτούς στις 12-2-2010, δηλαδή μετά την ανακοίνωση σ' αυτόν από τον Κ. Α., Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, της απόφασης της τελευταίας για λύση της σύμβασης εργασίας του και δεν τελεί σ' αιτιώδη σύνδεσμο με την ένδικη καταγγελία. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η αγωγή είναι αβάσιμη στην ουσία της ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, είναι απορριπτέο και το αίτημα περί καταβολής μισθών υπερημερίας από τη φερόμενη ως άκυρη απόλυση του ενάγοντος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε αντίθετα, δεχόμενο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη ως καταχρηστική και ακολούθως επιδίκασε σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση του αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς προβαλλόμενους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης της εναγομένης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ...".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχε, καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επώαση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ'αυτή λύγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούντα, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου να την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις απολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Εν προκειμένω με τις ανωτέρω κρίσεις του το Εφετείο, το οποίο συνεκδίκασε τις δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) δέχθηκε την έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να μη καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την 15-10-2004 ως τεχνικός υπάλληλος επιτραπέζιων παιγνίων με μηνιαίο μισθό 3.300 ευρώ και από την 1-7-2009 με νεώτερη συμφωνία του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του προϊσταμένου επιτραπεζίων παιγνίων (pit boss) με μηνιαίο μισθό 4.350 ευρώ, ήτοι δέχθηκε ότι αυτός αναβαθμίσθηκε τόσον υπηρεσιακά, όσο και μισθολογικά ακολούθως δε δέχθηκε κατά τρόπο πλήρως ασαφή και δίχως να παρατίθεται κανένα συγκεκριμένο περιστατικό, μη προσδιοριζόμενο κατά τρόπο, τόπο και χρόνο ότι ο ενάγων "αρκετό χρονικό διάστημα, πριν από τη δημιουργία του παραπάνω περιστατικού" (το οποίο έλαβε χώρα την 8-8-2009 κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης) άρχισε να επιδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενος επαρκώς στα καθήκοντά του.
Συγκεκριμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε: "ο ενάγων αρκετό χρονικό διάστημα πριν από τη δημιουργία του παραπάνω περιστατικού, που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και του Ι. Μ., είχε αρχίσει να παρουσιάζει μειωμένη απόδοση στη διεκπεραίωση των αρμοδιοτήτων του ... ήταν ανεπαρκής στην άσκηση των διοικητικών του καθηκόντων...
δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τους υπαλλήλους των τραπεζιών, στα οποία προΐσταστο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών προβλημάτων ... παρέλειπε να ελέγχει τους τεχνικούς των παιγνίων, με συνέπεια να γίνονται συχνά λάθη στη διαδικασία των παιγνίων, ενώ και η διάθεση της συνεργασίας του με τους συναδέλφους του ήταν μειωμένη ....
δεν έκανε καμία αναφορά στη Διεύθυνση της εναγομένης... για την προαναφερθείσα μη ικανοποιητική ανταπόκριση του ενάγοντος στα καθήκοντά του ... είχαν γίνει επανειλημμένως προφορικές ενστάσεις".
Με τις ανωτέρω παραδοχές δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς της εναγομένης δίχως να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, δέχθηκε δηλαδή με ανεπαρκείς αιτιολογίες πλημμελή άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος των καθηκόντων αυτού, μη προσδιορίζοντας ακριβώς τον χρόνο κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η κατά τα άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του, τούτο δε ιδίως ενόψει των λοιπών παραδοχών της ότι τον Ιούλιο του έτους 2009 ο ενάγων αναβαθμίσθηκε από την εργοδότριά του εναγομένη υπηρεσιακά και μισθολογικά και απέρριψε με τις ως άνω ανεπαρκείς αιτιολογίες τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 4780/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2018. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2018.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ