Legislator Case Law & Legislation
1374/2017 AI generated

1374/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1374/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1374/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1374 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1374/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Β. Δ. του Δ, κατοίκου ..., 3)Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 4)Η. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Σ. Ζ. του Η., κατοίκου ..., 6)Δ. Θ. του Ν., κατοίκου ... 7)Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8)Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 9)Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 10)Λ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 11)Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 12)Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 13)Β. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 14)Π. Ξ. του Α., κατοίκου ..., 15)Ά. Σ. του Α., κατοίκου ..., 16)Α. Σ. του Α. και 17)Χ. Τ. του Ι.. Η 15η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας Α.Ε. (ΕΥΔΑΠ Α.Ε.), που εδρεύει στον Περισσό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.)" που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπη Τάραντο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πριλή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/7/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στη προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 11 Ιουλίου 2016 και με αριθ. κατάθ. ..../20. 7.2016 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 142/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (23.5.2017) έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, δέκα επτά (17) τον αριθμό, από κοινού, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ...

και .../13 Μαρτίου 2017 εκθέσεις επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς τους αναιρεσίβλητους, τις οποίες συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ. και επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2017, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η 15η αναιρεσείουσα Ά. Σ. του Α. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Μπούρλος, που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από την απολιπομένη 15η των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και κατά συνέπεια ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κλήτευση της ως άνω 15ης αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστεί αυτή κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η απολιπομένη 15η των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν, ενώ για τους παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες, δέκα έξι (16) τον αριθμό, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται τόσο της σύμβασης έργου (άρθ. 681 επ. του ΑΚ), στην οποία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη περάτωση της μεταξύ αυτών συμβατικής σχέσης (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 313/2013), όσο και της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών (άρθ. 648 επ.

του ΑΚ) όπου ο εργαζόμενος παρέχει έναντι μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 312/2011). Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.

Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επ' αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014).

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή την παρέλευση του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Όσον αφορά όμως την αμοιβή του εργαζομένου για την από αυτόν παροχή της εργασίας του, στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Η αποζημίωση αυτή είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, την οποία αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία και η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες (ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 58/2015), η δε ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις (ΑΠ 58/2015).

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Όμως στοιχείο της πιο πάνω αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία (ΑΠ 43/2017, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 981/2013). Επομένως δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής κατά τα ανωτέρω των διατάξεων για αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ανεξαρτήτως εάν πρόκειται περί αορίστου ή ορισμένου χρόνου, είναι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, έγκυρη, οπότε οφείλεται κατ' αρχήν ο σε αυτήν συμφωνηθείς μισθός, κατά τα άρθρα 648, 649 και 653 του ΑΚ.

Τέλος λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στη προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό υπό στοιχείο I, II και III από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους εργασιακή σχέση έφερε το χαρακτήρα σύμβασης μαθητείας, επιδικάζοντας σε αυτούς (μόνο) επιδόματα εορτών και αδείας, αφενός μεν παρέλειψε να ερευνήσει, αν με βάση τους περιεχομένους στην αγωγή ισχυρισμούς αυτών, επρόκειτο περί γνησίας σύμβασης μαθητείας ή περί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου και στην συνέχεια να ερευνήσει την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και να εξετάσει τον περιεχόμενο στην αγωγή ουσιώδη ισχυρισμό αυτών ότι στη πραγματικότητα αυτοί συνδέονταν με τη πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων ΕΥΔΑΠ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφετέρου δε με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, μη εξειδικεύοντας αν πρόκειται για γνήσια σύμβαση μαθητείας ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης καθ' όλα αυτού τα σκέλη πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν προσληφθεί κατά τους αναγραφόμενους στην απόφαση χρόνους από το δεύτερο των εναγομένων και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ΟΑΕΔ, προκειμένου να προσφέρουν την εργασία τους στην πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων ΕΥΔΑΠ, δυνάμει διαδοχικών ανανεουμένων συμβάσεων που χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μαθητείας στο πλαίσιο προγράμματος του ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGE), κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν "STAGE", εφόσον προέχων σκοπός της απασχόλησης των αναιρεσειόντων δεν ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά η έναντι αμοιβής παροχή εργασίας από τους αναιρεσείοντες με την εκτέλεση παραγωγικού έργου υπό την εποπτεία των προϊσταμένων τους, οι δε αναιρεσείοντες απασχολούντο στην ΕΥΔΑΠ σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση με το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων, δηλαδή υπό συνθήκες εξάρτησης ως προς το χρόνο, τόπο και τόπο παροχής της εργασίας των και επομένως οι ως άνω συμβάσεις [και κατά συνέπεια η συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση] έφεραν τον χαρακτήρα (εγκύρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες όμως, ενόψει των σχετικών συνταγματικών και νομοθετικών περιορισμών, δεν μπορούν να προσλάβουν και τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια έληξαν με την πάροδο της χρονικής διαρκείας των.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων έφεραν το χαρακτήρα σύμβασης μαθητείας ("σύμβασης Stage", κατά την αδοκίμως χρησιμοποιηθείσα από το εν λόγω δικαστήριο έκφραση) και μάλιστα γνήσιας, ως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, ούτε παρέλειψε να ερευνήσει τον χαρακτήρα των πιο πάνω συμβάσεων εργασίας, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι αυτοί συνδέονταν με (έγκυρες) διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ορθώς δε απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική (επιβοηθητικής φύσης) από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, της οποίας δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής, εφόσον αυτή προϋποθέτει απλή σχέση εργασίας, βάσει άκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, περίπτωση η οποία όμως δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, αφού με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επρόκειτο για έγκυρες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε οι διατάξεις των άρθρων 904 επόμ.

του ΑΚ δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής.

Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, με το οποίο αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (ένδικα μέσα και ανακοπές), ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του αριθμ. 559".

Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 του Ν. 4335/2015 (μεταβατικές διατάξεις) για τις κατατιθέμενες μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 αιτήσεις αναίρεσης. Ειδικότερα ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, περίπτωση η οποία συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε παραδεκτό το ασκηθέν ένδικο μέσο, όπως η έφεση, παρόλο που αυτό είχε εκπροθέσμως ασκηθεί (ΑΠ 118/2011).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή εν προκειμένω της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει τη προσβαλλομένη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011, ΑΠ 1532/2009).

Μάλιστα το εκπρόθεσμο της έφεσης αφορά τη δημόσια τάξη και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία η προβολή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου του εκκαλούντος, προκειμένου αυτό να χωρήσει στην σχετική έρευνα περί του εμπροθέσμου αυτής, ούτε τούτο απαιτείται να έχει λάβει χώρα για το παραδεκτό της προβολής του σχετικού λόγου αναίρεσης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 περ.

γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 118/2011, ΑΠ 831/2008, ΑΠ 1705/2005).

Στη προκειμένη περίπτωση στην ένδικη από 11.7.2016 αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στις 20.7.2016 με αριθμό κατάθ. ...., ήτοι μετά την 1.1.2016, επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, στο επιγραφόμενο ως "σύντομο διαδικαστικό ιστορικό" τμήμα αυτής, ότι η ασκηθείσα εκ μέρους της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, έφεση ήταν εκπρόθεσμη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοδικείου επιδόθηκε στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ στις 20.3.2013, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/20.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., και ότι η προθεσμία των 30 ημερών έληξε στις 19.4.2013, ημέρα Παρασκευή, ενώ η έφεση της ΕΥΔΑΠ ΑΕ ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 22.4.2013.

Προβάλλεται δε περαιτέρω η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά την προβολή εκ μέρους των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ισχυρισμού περί εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, έκρινε εσφαλμένως ότι η έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως στις 22.4.2013, διότι η προηγουμένη της άσκησης αυτής ημέρα ήταν αργία (Κυριακή).

Και είναι αληθές ότι την κατά τα άνω επικαλουμένη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η οποία ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, οι αναιρεσείοντες δεν την συνδέουν με λόγο αναίρεσης, αιτούμενοι κατά τρόπο σαφή την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό, πλην όμως σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος της συνδρομής του λόγου αυτού λαμβάνει χώρα και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης της παρ.4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.

Στη προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/20.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων στην πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ ΑΕ) στις 20 Μαρτίου 2013.

Συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άρχισε την επομένη ημέρα της ως άνω επίδοσης, ήτοι στις 21 Μαρτίου 2013 και έληξε στις 19.00 μμ της τελευταίας (τριακοστής) ημέρας που ήταν η 19η Απριλίου 2013, ημέρα Παρασκευή, η οποία κατά το ημερολόγιο δεν ήταν κατά νόμο εξαιρετέα ημέρα. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η ως άνω εναγομένη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ ΑΕ) άσκησε την από 19.4.2013 έφεση αυτής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείου Αθηνών στις 22 Απριλίου 2013, ημέρα Δευτέρα, και έλαβε αριθμό κατάθεσης …/22.4.2013, ήτοι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της άνω προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού έκρινε ότι η ανωτέρω έφεση είχε ασκηθεί εμπροθέσμως εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, η οποία έληγε ημέρα Κυριακή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των τότε εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτού, που παρέστη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ ΑΕ), κατά παραδοχή του αυτεπαγγέλτως ερευνηθέντος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, και να αναιρεθεί ως προς αυτήν η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 19.4.2013 και με αριθ. κατάθ. …/2013 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ ΑΕ) κατά της με αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων για την παρούσα δίκη που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, ως και των δικαστικών εξόδων για δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την 15η των αναιρεσειόντων Ά. Σ. του Α..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν.

Δικάζει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Απορρίπτει την από 11.7.2016 και υπ' αριθ. κατάθ. ..../20.7.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 142/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 142/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας ΑΕ" (ΕΥΔΑΠ ΑΕ)

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2013 και με αριθμό κατάθεσης …/22.4.2013 έφεση αυτής κατά της υπ' αριθμό 501/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων για τη παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, ως και των δικαστικών εξόδων αυτών για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ