Supreme Court rejects appeal against bank employee severance, ruling state bank is private law entity for labor relations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Bank of Greece against the Court of First Instance's judgment awarding severance pay to a former employee. The employee argued that the bank, as a state entity, should be subject to specific statutory caps on severance compensation. The court determined that for labor relations, the bank possesses a dual nature but functions as a private law entity regarding its personnel. Consequently, the court ruled that the statutory limitations applicable to the broader public sector do not apply to the Bank of Greece, allowing the employee to receive the full severance amount without reduction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 5 para. 1 of Law 435/1976: Employees of the Bank of Greece are entitled to full severance pay under the cited provisions because the bank is a private law entity regarding labor relations, excluding the statutory caps applicable to the broader public sector.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1374 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1374/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 8091/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ α' του Ν 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 ή του Β.Δ της 16/18.7.1920 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή του Β.Δ της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος. "Με το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου 8 του Ν 3198/1955,που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ 1 του Ν 435/1976 ορίζεται "Μισθωτοί εν γένει,υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου να αποχωρήσουν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντας εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%,οι δε μη επικουρικώς ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποίαν δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, δια την περίπτωσιν της απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.
Για τη χορηγούμενη αυτή αποζημίωση εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1επ. του Ν 3198/55 καθώς και εκείνες του Ν 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18.7.1920,πλήν των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν 3198/1955,η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη) στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στη περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ ΑΠ 1110/86) β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού.γ)Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.
Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού.
Στη περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στη παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέονταν με την αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω του ότι στο άρθρο 19 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού της κατάστασης των υπαλλήλων της Τραπέζης προβλέπεται η αποχώρηση από την υπηρεσία των οριστικώς διορισθέντων υπαλλήλων λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας.
Ότι στον ίδιο Κανονισμό (άρθρο 18) προεβλέπετο το δικαίωμα των υπαλλήλων της Τράπεζας να λύσουν τη σύμβαση εργασίας τους με υποβολή έγγραφης παραίτησης, της οποίας η αποδοχή από την Τράπεζα είναι υποχρεωτική εντός του οριζομένου στην παράγραφο 3 του παραπάνω άρθρου χρονικού διαστήματος και λογίζεται αυτοδικαίως γενομένη μετά την πάροδο του διαστήματος αυτού (παραγ. 4).
Ότι ο αναιρεσίβλητος απεχώρησε με παραίτηση πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και συνεπώς η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξαρχής αόριστου χρόνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται της προβλεπομένης από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 Ν 3198/1955 αποζημιώσεως χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 33 Ν 1876/1990.Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμόσε.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το άρθρο 8 εδ. α' Ν. 3198/1955,ορίζεται ότι μισθωτοί συνδεόμενοι με σχέση εργασίας αορίστου διαρκείας, που συμπλήρωσαν 15ετή υπηρεσία, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες με τη συγκατάθεση του εργοδότη τους, δικαιούνται του ημίσεως της από το Ν. 2112/1920,όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, οριζόμενης αποζημιώσεως, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς τους.
Με το άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κλπ ή από το Ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1082/1980,σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 Ν. 1545/1985 και σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 Ν. 1876/1990.Με το άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 435/1976,με το οποίο αντικαταστάθηκε το εδάφ.
β' του άρθρου 8 Ν. 3198/1955, ορίζεται ότι μισθωτοί υπαγόμενοι στην ασφάλιση, οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως συμπληρώσαντες τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν λαμβάνοντες, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%,οι δε μη ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης του Ν. 2112 και με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημίωσης στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, τραπεζών κλπ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 άρθρ. 103 του Συντάγματος, όπως αυτές προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση έτους 2001,ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 περ. ε Ν. 1256/1982,ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της παρ. 1 άρθρ. 9 νόμου 1232/1982,είναι ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται......ε) οι τραπεζικές και άλλες ανώνυμες εταιρίες, στις οποίες, είτε τα κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις νομικά πρόσωπα έχουν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μετοχών του εταιρικού κεφαλαίου, είτε έχουν κρατικό προνόμιο ή κρατική επιχορήγηση, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος.
Ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 51 Ν. 1892/1990,με τίτλο "επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα" ορίζεται ότι ο κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982, δηλαδή την προηγούμενη διάταξη, δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο...... δ) τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, είτε στο σύνολο τους ή κατά πλειοψηφία.
Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του καταστατικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που κυρώθηκε με το Ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου η Τράπεζα αυτή έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσόν που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, ποσοστό που αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 34 Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης ορίζεται ότι, πρωταρχικός σκοπός της Τράπεζας της Ελλάδος είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών και ότι με την επιφύλαξη του πρωταρχικού αυτού σκοπού η Τράπεζα στηρίζει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης και με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α έως ζ του Καταστατικού της ορίζεται ότι κύριες αρμοδιότητες της Τράπεζας είναι α) η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η πιστωτική πολιτική, β) η άσκηση της πολιτικής της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι άλλων νομισμάτων, σύμφωνα με το πλαίσιο της συναλλαγματικής πολιτικής που προκρίνει η κυβέρνηση ύστερα από διαβουλεύσεις με την τράπεζα γ) η κατοχή και διαχείριση των επισήμων συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας, στα οποία περιλαμβάνονται τα σε συνάλλαγμα και χρυσό διαθέσιμα της Τράπεζας και του Δημοσίου και η ενέργεια πράξεων σε συνάλλαγμα, δ) η άσκηση εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων επιχειρήσεων και Οργανισμών του Χρηματοπιστωτικού Τομέα της οικονομίας, ε) η προώθηση και επίβλεψη της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών, καθώς και συστημάτων διαπραγμάτευσης, διακανονισμού και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών επί τίτλων και λοιπών χρηματοπιστωτικών μέσων, στ)το αποκλεισμό προνόμιο της έκδοσης τραπεζικών γραμματίων και ζ) η ενέργεια ως ταμία και εντολοδόχου του Δημοσίου.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες καθορίζεται ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, δεν περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. στο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 Ν. 1892/1990,αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του δημοσίου, στο σύνολο της, ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις δεν μπορούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου.
Ενόψει όμως και των προαναφερόμενων αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη και των προνομίων που έχουν παραχωρηθεί σε αυτήν, από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, δεν είναι αυτή ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ως προς την άσκηση εκ μέρους της των Τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου, ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Επομένως ο αναιρεσείων υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, που αποχώρησε από την υπηρεσία της την 7-9-1999,δικαιούται την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 Ν. 435/1976 αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και άρθρ. 1 παρ. 1 και 2 ΝΔ 618/1970,όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Η άποψη ότι ο νομοθέτης συνέδεσε τον περιορισμό της αποζημιώσεως με το πρόσωπο του εργοδότη, αποβλέποντας στην οικονομική ανακούφιση του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των επιχειρήσεων και οργανισμών κοινής ωφελείας, για λόγους γενικώτερου συμφέροντος, αφού οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά το φορολογούμενο και στην περίπτωση των κοινωφελών επιχειρήσεων το κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών (ΟΛ ΑΠ 33-34/1997,ΟΛ.
ΑΠ 16-18/1992,Ολ. ΑΠ 39/1998),ο σκοπός δε αυτός δικαιολογεί τη θέσπιση ανωτάτου ορίου στην προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση για τους μισθωτούς των Τραπεζών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες ιδρύθηκαν και λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής οικονομίας, αλλά και του γενικότερου συμφέροντος, με την παροχή στο κοινό δυνατοτήτων αποταμιεύσεως και πίστεως και άλλων υπηρεσιών σε χαμηλό κόστος και διευκολύνσεις (Ολ.
ΑΠ 39/1998),δεν κρίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική στην προκείμενη περίπτωση κρίση, εν όψει του καθαρώς ιδιωτικού δικαίου χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως προς τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της(ΟΛ.ΑΠ 1/2006).Συνακόλουθα το Εφετείο, που αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της 363/2007 πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κρίθηκε νόμιμη και κατ'ουσίαν βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της διαφοράς μεταξύ της αποζημίωσης που εδικαιούτο χωρίς τους προαναφερόμενους περιορισμούς και εκείνης που καταβλήθηκε σε αυτόν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.8091/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων(1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ