Legislator Case Law & Legislation
1374/2007 AI generated

1374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1374/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1374/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α)την υφιστάμενη δυσαναλογία μεταξύ του από 180.000.000 δραχμές ποσού της αξιούμενης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων δικηγορικής αμοιβής σε σχέση με τον καταβληθέντα απ΄ αυτήν κόπο και πνευματική εργασία, ενόψει του ότι την συνταχθείσα και ασκηθείσα απ΄ αυτήν κρίσιμη από 11-7-1990 αγωγή στήριξε αποκλειστικά σε παρασχεθείσα επί της συγκεκριμένης υποθέσεως από τον καθηγητή .....

Keywords

AI generated
withdrawal of opposition action for exclusion from co-ownership revocable offer lack of shareholder standing standing against building permit right to a decision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1374 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1374/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση εταιρίας "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές αυτής, μετά την κήρυξη της παύσεως των εργασιών της πτωχεύσεως λόγω ελλείψεως ενεργητικού δυνάμει της υπ΄ αριθ. 171/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Βοσνιάκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ......, 2) ......., 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΗΛΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου. Ο 2ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μανέα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-1991 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, με την από 2-9-1991 ανακοίνωση δίκης ενωμένη με προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 20-10-1991 παρέμβαση των ήδη 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/1992 του ίδιου Δικαστηρίου, 8186/1993 μη οριστική και 7021/1994 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη 1η των αναιρεσιβλήτων με την από 30-4-1996 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 797/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 7021/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Εκδόθηκαν οι 5090/1999 και 9195/2005 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες 2383 β΄ και 2384 β΄/15-1-2007 εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...... προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δικηγόρο Αθηνών, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθεμία των τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των τρίτης και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, καθώς και όταν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος ή αλυσιτελής ή έχει προβληθεί απαράδεκτα, διότι στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι ουσιώδης και το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να απαντήσει σ΄ αυτόν.

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, εάν ειδικώς αφορά σε μη ληφθείσα υπόψη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία προβάλλεται επί υποθέσεως που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, πρέπει, κατά τα άρθρα 591 παρ. 1 εδαφ. β΄, 256 παρ. 1 περ. δ΄, 262 παρ. 1, 269, 527 Κ.Πολ.Δ και 281 ΑΚ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα διάφορα περιστατικά που τη συγκροτούν, καθένα από τα οποία αποτελεί ξεχωριστό "πράγμα" κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ότι τα περιστατικά αυτά προτάθηκαν προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλήφθηκαν στα οικεία πρακτικά του ή περιέχονταν στις κατατεθείσες στο ακροατήριο πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος και επιπλέον να εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω ισχυρισμοί του επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολομ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1068/2002).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη της προβληθείσας απ΄ αυτήν ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για αξίωση δικηγορικής αμοιβής και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη:

α)την υφιστάμενη δυσαναλογία μεταξύ του από 180.000.000 δραχμές ποσού της αξιούμενης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων δικηγορικής αμοιβής σε σχέση με τον καταβληθέντα απ΄ αυτήν κόπο και πνευματική εργασία, ενόψει του ότι την συνταχθείσα και ασκηθείσα απ΄ αυτήν κρίσιμη από 11-7-1990 αγωγή στήριξε αποκλειστικά σε παρασχεθείσα επί της συγκεκριμένης υποθέσεως από τον καθηγητή .....

γνωμοδότηση και β) ότι η ως άνω αγωγή δεν ασκήθηκε προς το συμφέρον της αναιρεσείουσας και του προηγουμένου κυρίου μετόχου αυτής δευτέρου των αναιρεσιβλήτων ....., ότι το προσυμφωνηθέν για πώληση ξενοδοχείο "....." είχε πολλά βάρη τα οποία θα εβαρύνετο να εξαλείψει η αγοράστρια εταιρία, ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων αντί να προβεί στην άσκηση της ως άνω αγωγής και μάλιστα χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του νέου μετόχου της Τράπεζας Κρήτης, όφειλε να αναμείνει το αποτέλεσμα επί των προηγουμένως ασκηθεισών από την ίδια από 5-7-1990 ανακοπής εκτελέσεως και από τον δικηγόρο Χ.Μανέα από 14-8- αγωγής και τέλος ότι η επιβάρυνση αυτής (αναιρεσείουσας) με την πληρωμή της αξιούμενης υπέρογκης δικηγορικής αμοιβής θα επιφέρει αφόρητες συνέπειες στην οικονομική της κατάσταση.

Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη από τις ανωτέρω αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι όλα τα προς θεμελίωσή της προβληθέντα ως άνω περιστατικά ελήφθησαν υπόψη και, κατά το μέρος που η ανωτέρω ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος στηριζόταν σ΄ αυτά, απερρίφθη από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ως προς τη δεύτερη από τις ανωτέρω αιτιάσεις του είναι αόριστος, διότι τα ως άνω προς θεμελίωσή της προβαλλόμενα περιστατικά δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο α)ότι προτάθηκαν προφορικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλήφθηκαν στα οικεία πρακτικά του ή περιέχονταν στις κατατεθείσες στο ακροατήριο πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αυτά δε (πρωτόδικα πρακτικά και προτάσεις της αναιρεσείουσας) δεν προσκομίζονται, ούτε β)εάν τα εν λόγω περιστατικά (ισχυρισμοί) επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα των Δικηγόρων" ορίζει "Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τους περί των καθηκόντων των δικηγόρων ορισμούς, οι οποίοι διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και αναφέρονται στο άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει της φύσεως της σχέσεως αυτού με τον εντολέα του, που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες, οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στην δοθείσα σ' αυτόν εντολή και πολύ περισσότερο για αυτές που εξαιρέθηκαν από τον εντολέα ή β) υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν και από το σκοπό για τον οποίο τελέσθηκαν κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στην συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέως του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου.

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ".......", που βρίσκεται στην πλατεία ......, στην οδό ...... αρ. .... Με το 688/31-12-1987 προσύμφωνο της συμ/φου Αθηνών Δήμητρας Παρασκευοπούλου - Παπαμανώλη προσυμφώνησε την πώληση του παραπάνω ξενοδοχείου στην "ΚΥΔΩΝ Α.Ε", θυγατρική της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", καθώς η τελευταία ήταν μοναδικός μέτοχος της πρώτης.

Το παραπάνω προσύμφωνο έγινε καθ' υπόδειξη της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε", η οποία απέβλεπε με αυτόν τον τρόπο σε μεγαλύτερη εξασφάλισή της έναντι της εναγομένης, την οποία είχε δανειοδοτήσει με σημαντικά χρηματικά ποσά κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, με συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, στα πλαίσια κατάρτισης των οποίων της είχε ενεχυράσει 170.360 μετοχές (σχεδόν όλες), κύριος των οποίων ήταν ο α' προσεπικαλούμενος - προσθέτως παρεμβαίνων ...... , με την 642.1/5-10-1987 σύμβαση συστάσεως ενεχύρου.

Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε να συμπίπτει με την αντικειμενική αξία κατά το χρόνο της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, που δεν θα ήταν μεγαλύτερος των 5 ετών από την κατάρτιση του προσυμφώνου. Καθώς η συνδρομή όλων αυτών των επιβαρύνσεων, γινόταν αισθητή από την εναγομένη σαν ιδιαίτερα επαχθής, είχαν δε προσκληθεί από την αγοράστρια να εμφανισθεί στις 13-7-1990 στην συμ/φο Αθηνών Όλγα Φωτοπούλου - Χατζηζαχαρίου για υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, οι νόμιμοι εκπρόσωποί της .......

και ......, οι οποίοι έδωσαν, τον Ιούνιο του 1990, εντολή στην ενάγουσα να ασκήσει αγωγή κατά της υποψήφιας αγοράστριας "ΚΥΔΩΝ Α.Ε.", προκειμένου να ακυρωθεί το προσύμφωνο, και να παραστεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και να μεριμνήσει για τη δικαστική αποδέσμευση των ενεχυρασθεισών μετοχών. Σε εκτέλεση της τελευταίας εντολής η ενάγουσα άσκησε στις 5-7-1990 ανακοπή κατά της εκτέλεσης και αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού, που απορρίφθηκαν, με αποτέλεσμα να εκπλειστηριασθούν οι μετοχές και να περιέλθουν στην επισπεύδουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", που υπερθεμάτισε.

Η ενάγουσα στη συνέχεια την 11-7-1990 άσκησε κατά της "ΚΥΔΩΝ Α.Ε." την αγωγή, για την οποία είχε ήδη λάβει την ανωτέρω εντολή από την εναγόμενη. Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, μολονότι την αμέσως επόμενης ημέρα (12-7-1990) έγινε η εκπλειστηρίαση των μετοχών, την μεθεπόμενη (13-7-1990) προσήλθαν στην ίδια παραπάνω συμβολαιογράφο και ζήτησαν την αναβολή της σύνταξης του οριστικού συμβολαίου ενόψει άσκησης της αγωγής, η οποία συζητήθηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 8-11-1990, κατά την οποία η εναγομένη ερημοδίκησε και η αγωγή έγινε δεκτή κατά την επικουρική της βάση της αισχροκέρδειας.

Το έννομο συμφέρον της εναγομένης για την άσκηση της αγωγής της εκ μέρους της ήδη ενάγουσας δικηγόρου είναι πασιφανές, καθώς, όπως ρητά συνομολογείται, ταυτόσημη αγωγή άσκησε ο δικηγόρος της Χ. Μανέας τον Αύγουστο του 1990, ενώ η (μη αμφισβητούμενη) έγκριση της άσκησής της ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Όλγας Φωτοπούλου - Χατζηζαχαρίου από τους ίδιους τους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης στις 13-7-1990, ανεξάρτητα από το αν έλαβε χώρα με υπόδειξη της ίδιας της ενάγουσας, παράγει αποτέλεσμα και ήταν ισχυρή, όπως κρίθηκε δεσμευτικά με την 797/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Δεν έχει δε, μετά από αυτά, καμία λογική συνέπεια η εκ μέρους της εναγομένης αμφισβήτηση της ύπαρξης εντολής της προς την ενάγουσα για τη συζήτηση της αγωγής, και, κατά συνέπεια, η άρνηση καταβολής αμοιβής για τη σύνταξη προτάσεων. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε, ότι το εν λόγω ξενοδοχείο, ουσιαστικά απογυμνωμένο από τον εξοπλισμό του κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης και της πρώτης συζήτησης της από 11-7-1990 αγωγής, είχε αγοραία αξία 2.500.000.000 δραχμές και επομένως η οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή είναι 75.000.000 δρχ. (2% για τη σύνταξη της αγωγής και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων, συνολικά 3% Χ 2.500.000.000 δρχ.), από τα οποία 25.000.000 δρχ.

θα λάβει καταψηφιστικά, κατά το αίτημά της, και τα υπόλοιπα 50.000.000 δρχ. αναγνωριστικά (73.368 και 146.735 ευρώ, αντίστοιχα). Τέλος, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, συνιστάμενη στην δυσαναλογία μεταξύ της αιτουμένης, έστω νόμιμης, αμοιβής και της κόπωσης της τελευταίας, ενόψει της στήριξής της στην από 8-6-1990 γνωμοδότηση του Καθηγητή Ι.

Σπυριδάκη, δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμη, καθώς η ίδια η ενεργοποίηση της ενάγουσας να πορισθεί την παραπάνω γνωμοδότηση και να προβεί στις προαναφερθείσες ενέργειες μέσα σε εξαιρετικά στενά χρονικά πλαίσια, δεν αφήνει περιθώρια διάγνωσης τέτοιας δυσαναλογίας. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε εν μέρει τις εφέσεις της αναιρεσείουσας και των τριών τελευταίων των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε μερικά την ένδικη αγωγή για συνολικό ποσό 220.103 ευρώ.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των σχετικών με τα ανωτέρω ζητήματα διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 46, 91 παρ. 1, 100 παρ. 1 και 2 και 107 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα των Δικηγόρων", αφού μάλιστα ρητά αναφέρεται σ'αυτήν (προσβαλλόμενη), πως αποδείχθηκε ότι τον Ιούνιο του 1990 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας ......

και ..... έδωσαν εντολή στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων δικηγόρο να ασκήσει την επίμαχη από 11-7-1990 αγωγή και να παραστεί κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, δηλαδή έδωσαν σ'αυτήν εντολή τόσο για την άσκηση (σύνταξη και επίδοση του δικογράφου της) όσο και για τη συζήτησή της (σύνταξη προτάσεων και παράσταση στο ακροατήριο).

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που έχουν χωριστή νομική υπεράσπιση, σύμφωνα με τις σχετικές νόμιμες αιτήσεις που υποβάλλονται (άρθρα 106, 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2006, αίτηση της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 9195/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, χωριστά, για την πρώτη ..... σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ και για δεύτερο ..... σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ