Supreme Court dismisses appeal request as inadmissible due to improper service of summons to foreign defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal request inadmissible against a first-instance judgment involving a defendant residing in Germany. The court found that the summons for the appeal hearing was not properly served on the foreign defendant, either directly or through the German consul, as required by law. Consequently, the court ruled that the entire appeal discussion must be declared inadmissible for all parties due to this procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 134, 136, 568 of the Code of Civil Procedure; Article 25 of the Hague Convention; Articles 2 and 5 of the Greece-Germany Convention: The appeal discussion is inadmissible if the summons to a foreign defendant is not served according to the specific procedural rules governing service abroad.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1374 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1374/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά και 2) .........και προσωρινώς διαμένοντος στη Γερμανία.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο πρώτος των αναιρεσειόντων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 28-3-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 134 παρ. Παρ. 1 και 4, 136 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επιδίδεται με επιμέλεια του για το διάδικο που διαμένει στο εξωτερικό τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος οφείλει να αποστείλει το επιδιδόμενο έγγραφο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, προκειμένου αυτός, με τη σειρά του, να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση και η οποία πάντως θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον πιο πάνω εισαγγελέα.
Εξάλλου, με το πρώτο άρθρο του ν. 1334/1983 κυρώθηκε η από 15-11-1965 διεθνής σύμβαση της Χάγης, για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία, έτσι, απέκτησε την επαυξημένη τυπική ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος. Από το άρθρο, ειδικότερα, 25 της πιο πάνω διεθνούς σύμβασης, με το οποίο ορίζεται, ότι «η σύμβαση αυτή δεν παρεκκλίνει από τις συμβάσεις, των οποίων τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ή θα είναι μέρη και που περιέχουν διατάξεις πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση αυτή», προκύπτει ότι σε θέματα που ρυθμίζονται τόσο από τη διεθνή σύμβαση όσο και από άλλες διεθνείς συμβάσεις, επικρατεί η ρύθμιση των τελευταίων αυτών συμβάσεων ως προς τα μέρη που είναι συμβαλλόμενα και στις συμβάσεις αυτές και στη σύμβαση της Χάγης.
Περαιτέρω με τα άρθρα 2 και 5 της από 11-5-1938 σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας «περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου», η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 1432/1938 και επανατέθηκε σε ισχύ με ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών από 24-11/15-12-1952 (ΦΕΚ 338/15-12-1952 τεύχ.
α΄ ) και δεν έχει θιγεί με την εισαγωγή του ΚΠολΔ (άρθρο 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), καθώς και αντίστοιχη από 26-6-1952 γερμανική ανακοίνωση, επιβάλλεται πραγματική επίδοση των δικογράφων στα πρόσωπα προς τα οποία αυτά απευθύνονται και, έτσι, στο πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω διεθνών συμβάσεων δεν αρκεί πλέον η κατά τα άρθρα 34 παρ. 1 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, επίδοση τον αρμόδιο εισαγγελέα.
Κατά δε το άρθρο 5 παρ. 1 της προαναφερόμενης διεθνούς σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας η απόδειξη της επίδοσης προκύπτει είτε από χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται το έγγραφο, είτε από πιστοποιητικό της αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, το οποίο πρέπει να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ........ και ......, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Σερρών ........ και ....... προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, Πασχάλη Καρύδα και Κωνσταντίνου Φωκά, αντίστοιχα, ακριβή αντίγραφα τόσο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ΄ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχική δικάσιμο της 20-4-2005, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, όσο και της από 15-7-2005 κλήσης των αναιρεσειόντων με την κάτω απ΄ αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 1-2-2006) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης όταν αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για τη μη παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από την ..... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .........προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του πρώτου αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, Κωνσταντίνου Φωκά, ακριβές αντίγραφο της προαναφερόμενης από 15-7-2005 κλήσης με την κάτω απ΄ αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για την παρούσα δικάσιμο (της 1-2-2006) επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Σερρών για το δεύτερο αναιρεσείοντα, γνωστής στο εξωτερικό (Γερμανία) διαμονής, ο οποίος, επίσης, εν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε στη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για τη μη παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τα λοιπά όμως στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο της αμέσως πιο πάνω κλήσης προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στο δεύτερο αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τον τύπο που διαγράφεται από τη νομοθεσία της Γερμανίας για την επίδοση δικογράφων προοριζομένων για άτομα που βρίσκονταν στο έδαφός της κατά το από 29-9-2005 και εφεξής χρονικό διάστημα.
Ούτε, άλλωστε, αποδεικνύεται η εν λόγω επίδοση με την επίκληση και προσκομιδή στο παρόν Δικαστήριο εγγράφου από το μνημονευόμενο στο άρθρο 5 παρ. 1 της από 11-5-1983 διεθνούς σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας έγγραφα, δηλαδή χρονολογημένου και δεόντως επικυρωμένου αποδεικτικού παραλαβής της επίμαχης κλήσης από το δεύτερο αναιρεσείοντα προς τον οποίο αυτή απευθύνεται ή πιστοποιητικού της αρμόδιας αρχής της Γερμανίας εμφαίνοντος το γεγονός, τον τόπο και την ακριβή χρονολογία της υπό συζήτηση επίδοσης.
Ενόψει, επομένως, του ότι δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία κλήτευσης του γνωστής στο εξωτερικό διαμονής δεύτερου αναιρεσείοντος, αφού η επίδοση δεν έγινε, όπως έπρεπε κατά νόμο, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ούτε, όμως κατά το προεκτιθέμενο και ολοκληρώθηκε, πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8-12-2003 αίτησης αναίρεσης κατά της 155/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ