Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding private property ownership and public land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court ruled that the disputed property was private land acquired through long-term possession under Byzantine law, rejecting the State's claim that it was public domain. The Court upheld this decision because the State failed to prove the property was public, and the lower court correctly considered facts not raised by the State in its appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a final judgment is inadmissible if the appellate court did not consider facts not raised by the appellant, and the appellant's arguments regarding the nature of the property are unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1373 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1373/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β., το γένος Ε. και Σ. Φ., 2) Σ. Β. του Α. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Γ. Β. του Α. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2469/2013 οριστική, όπως διορθώθηκε με την 525/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 4550/2015 μη οριστική, 4231/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4231/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 23-3-2012 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η πρώτη και σε ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς, επί ενός ακινήτου εμβαδού 280,26 τ.μ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, που βρίσκεται στη θέση "Κ. - Ρ." του Δήμου Α.
Α. και το οποίο απέκτησαν κατά τα ανωτέρω ποσοστά παραγώγως και πρωτοτύπως. Ζήτησαν, επίσης, να διορθωθεί η εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Α. Α., ώστε να καταχωρηθεί το ανωτέρω ακίνητο στο όνομά τους αντί της εσφαλμένης εγγραφής στο όνομα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2469/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 525/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 17-10-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4550/2015 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο υπήρξε κατά το παρελθόν δάσος ή δασική έκταση.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη 4231/2017 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Δάσος, με την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του v.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 §§1-2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 §1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 §2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, εξαιτίας της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει, ακόμη και όταν στο ανωτέρω έδαφος η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, (ΑΕΔ 27/1999).
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 111/2023, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 363/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 04 005/0/0, το οποίο καταχωρίσθηκε στις πρώτες εγγραφές των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων με εμβαδόν 282 τ.μ.
και δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης το "Νόμο". Η εν λόγω καταχώρηση έγινε σε συμμόρφωση προς τη με αριθμό .../4/11/19/7-8-2003 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων του προϊσχύσαντος άρθρου 10 του Ν. 2308/1995, που απέρριψε την ένσταση του Α. Β. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) κατά των στοιχείων κτηματογράφησης της Β' ανάρτησης, ενώ δέχθηκε την αντίστοιχη του Ελληνικού Δημοσίου.
Το τελευταίο είχε υποβάλει την με αρ. 5351/17-9-2002 δήλωση κατά την κτηματογράφηση αναφορικά με 410 φυτοπολύγωνα δασικού χαρακτήρα, συνολικού εμβαδού 3.791.928,6 τ.μ., μεταξύ των οποίων και το φυτοπολύγωνο με αριθμό ΔΑ...0033014, εμβαδού 6081,6 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο γεωτεμάχιο, δηλώνοντας (το Ελληνικό Δημόσιο) ότι η κυριότητα αυτού τεκμαίρεται ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, το τεκμήριο δε αυτό ισχύει επί των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων.
Το επίδικο γεωτεμάχιο βρίσκεται στην παραθαλάσσια περιοχή της Δημοτικής Ενότητας Αρτέμιδος του Δήμου Σπάτων-Αρτέμιδος του νομού Αττικής και στην ειδικότερη θέση "Κ.-Ρ." ή "Κ.-Ρ.", συνορεύει δε, σύμφωνα με το οικείο κτηματολογικό διάγραμμα, βόρεια με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... ΕΚ 00 239, δηλαδή την οδό Κ. επί πλευράς 18 γ.μ., νότια με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 05 507 επί πλευράς 18 γ.μ., ανατολικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 04 015 επί πλευράς 15,50 γ.μ.
και δυτικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 04 510 επί πλευράς 15,65 γ.μ. Σύμφωνα με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον Προσωρινό Κτηματολογικό Χάρτη (Π.Κ.Χ.) και Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (Π.Κ.Π.) του Δήμου Αρτέμιδος, που συντάχθηκε με βάση το Ν. 248/1976 και αναρτήθηκε στις 9-9-1985, εμπίπτει δε στη με κωδικό αριθμό ...6305 δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 2600 τ.μ., με την παρατήρηση ότι κατά την κτηματογράφηση (στα πλαίσια κατάρτισης του δασικού χάρτη κατ' έτος 1985) ήταν οικοδομημένη έκταση, ενώ στις αεροφωτογραφίες λήψης έτους 1937 ήταν δασική και μη δασική στις αεροφωτογραφίες λήψης έτους 1939 και 1945.
Ο εν λόγω προσωρινός δασικός χάρτης, επειδή δεν έχει κυρωθεί μέχρι σήμερα (όπως προκύπτει από την επίσημη ιστοσελίδα της ΕΚΧΑ ΑΕ, ούτε άλλωστε το Ελληνικό Δημόσιο αποδεικνύει το αντίθετο) δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη (βλ. προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων πλήρη αιτιολογία επί του ζητήματος στην υπ' αριθμ. 4550/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου - φύλλο 13ο - που εκδόθηκε επί της ένδικης έφεσης).
Σύμφωνα με τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη, οπότε δεν χρήζει συμπληρώσεως, όπως αορίστως αιτείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του, χωρίς να καταλογίζει συγκεκριμένες πλημμέλειες ή ασάφειες, αλλά και την τεχνική έκθεση που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής των εναγόντων, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: 1) Η πρώτη αποτύπωση της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο, υπάρχει στο Χάρτη Kaupert (του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου) του έτους 1883 (φύλλο ΠΕΡΑΤΗ), σε κλίμακα 1:25.000.
Στον εν λόγω χάρτη απεικονίσθηκαν με μεγάλη λεπτομέρεια τα δάση, οι κατοικίες, οι καλλιεργήσιμες γαίες, πηγές, τεχνητά κανάλια, ακρωτήρια, εκκλησίες, αρχαιολογικοί χώροι, φράχτες κλπ. Τόσο το επίδικο, όσο και η ευρύτερη έκταση με κωδικό αριθμό ...6305, όπως εντοπίσθηκαν στο χάρτη, εμφανίζονται ακάλυπτα, μη φέροντα δασική βλάστηση.
Στη ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305 αποτυπώνονται πέτρινος φράχτης, καθώς και σχήματα, που σύμφωνα με το υπόμνημα του χάρτη είναι αμπελώνες (weingaden). Τα ως άνω ευρήματα υποδηλώνουν ανθρώπινη δραστηριότητα (καλλιέργεια, περίφραξη κλπ.) που αποκλείουν την ύπαρξη δασικής έκτασης και μάλιστα σε χρονικό σημείο (1883) εγγύτερα - σε σχέση με τις άλλες αποτυπώσεις, όπως θα εκτεθούν κατωτέρω - προς το 1836, που αποτελεί το κρίσιμο χρονικό σημείο για την κατάφαση του προβλεπόμενου από τα άρθρα 1-3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" τεκμηρίου κυριότητας επί δασών και δασικών εκτάσεων (που υφίσταντο το 1836) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν ως ιδιωτικά σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο ως άνω νομοθέτημα διαδικασία...
Ο χαρακτήρας του επιδίκου ως μη δασικής έκτασης κατά τον ανωτέρω χρόνο επιβεβαιώνεται και από την ένορκη βεβαίωση του Α. Μ. (γεν. στα … το 1929), μακρινού συγγενή του Δ. Μ., ο οποίος βεβαίωσε ότι ο τελευταίος το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα ήταν ιδιοκτήτης πολλών κτημάτων στην ευρύτερη περιοχή των Σπάτων, Κορωπίου και Λούτσας, μεταξύ των οποίων και αγρών στη θέση "Κ.-Ρ.", τμήμα των οποίων αποτελεί το επίδικο γεωτεμάχιο και ότι συγκεκριμένα τους αγόρασε το 1866, με συμβόλαιο και συντάχθηκε ενώπιον το μοναδικού στην περιοχή Κορωπίου συμβολαιογράφου Σ.
Π. και έκτοτε και μέχρι το θάνατό του το 1916 το καλλιεργούσε, 2) Στην πρώτη αεροφωτογραφία (με αριθμό 17998), λήψης του έτους 1937 και κλίμακας 1:40.000, η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305, παρουσιάζει θαμνώδη βλάστηση κυρίως δυτικά σε ποσοστό 18,5% (481 τ.μ. επί συνόλου 2600 τ.μ.), ενώ η υπόλοιπη έκταση εμφανίζει χαμηλή παραδαφιαία ποώδη βλάστηση (ποσοστό 81,5%), που ομοιάζει κατά χρώμα και υφή με βλάστηση δημητριακών, όπως και οι παρακείμενες αγροτικές πεδινές εκτάσεις.
Ειδικά το επίδικο γεωτεμάχιο εμφανίζει θαμνώδη βλάστηση στο ανατολικό τμήμα του επί επιφάνειας μόλις 13 τ.μ. (ποσοστό 4,64%), ενώ στην υπόλοιπή έκταση εμφανίζει χαμηλή παραδαφιαία ποώδη βλάστηση (ποσοστό 95,36%) ως ανωτέρω. Επομένως, το επίδικο γεωτεμάχιο δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί κατ' έτος 1937 ως δασική έκταση, γιατί δεν ενέπιπτε στην έννοια του δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή έχει διαχρονικά προσδιορισθεί από το νομοθέτη, που υιοθέτησε τις θέσεις της επιστήμης ως προς το λειτουργικό και οικολογικό χαρακτήρα του (βλ.
άρθρο 1 του Ν. ΑΧΝ/14-1-1888 "Περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", άρθρο 65 του ΠΔ της 14-7/1-8-1927 "Περί καθιερώσεως νέου συστήματος βεβαιώσεως και εισπράξεως της δασικής φορολογίας και τροποποιήσεως διατάξεων τινών του δασικού κώδικος", άρθρο 45 του ν. 4173/1929 "περί κυρώσεως και τροποποιήσεως του ΝΔ 11/11 Μαΐου 1929", άρθρο 1 του Ν. 86/1969, άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 998/1979 και 2 του ΠΔ 32/2016 "Επιστημονικά κριτήρια υπαγωγής εκτάσεων σε διατάξεις άρθρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών"), καθόσον δεν έχει δασική βλάστηση (υψηλή ή θαμνώδη) με εδαφοκάλυψη σε σημαντικό ποσοστό (πέραν του 25%) και β) γειτνίαζε με αγροτικές εκτάσεις και δεν βρισκόταν σε οικολογική ενότητα με παρακείμενο δάσος ή δασική έκταση... 3) Στον ορθοφωτοχάρτη έτους 1945 (πινακίδα 05000-42000) η ευρύτερη έκταση με κωδικό αριθμό ...6305 εμφανίζει να έχει στο ανατολικό της όριο διανοιχθέν μονοπάτι, το έδαφός της να είναι ομοιόμορφο χωρίς εξάρσεις ή λακκώματα, χαρακτηριστικό που αποδίδεται σε αγροτικές εκτάσεις, όπως και όλη η γύρω περιοχή, για το λόγο αυτό και στον προαναφερθέντα Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (ΠΚΠ) και στον Προσωρινό Κτηματολογικό Χάρτη (ΠΚΧ) του Δήμου Αρτέμιδος με βάση το Ν. 248/1976, η εν λόγω έκταση αναφέρεται ως μη δασική κατ' έτος 1945.
Ειδικά δε, το επίδικο γεωτεμάχιο αποτυπώνεται ως πεδινή αγροτική έκταση χωρίς ίχνος δασικής βλάστησης. 4) Στην αεροφωτογραφία έτους λήψης 1959 (με αριθμό 956748), κλίμακας 1:6000, η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305 εμφανίζει αγρούς πρόσφατα καλλιεργημένους με αμπέλια κι σιτηρά ή δημητριακά, ειδικά δε το επίδικο γεωτεμάχιο είναι ελεύθερο κάθε είδους βλάστησης. 5) Στην αεροφωτογραφία έτους λήψης 1971 (με αριθμό 942524), κλίμακας 1:5000), η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305 εμφανίζει αγροτικές καλλιέργειες και σε ορισμένα σημεία, όπως και η υπόλοιπη περιοχή, οικοδομική δραστηριότητα.
Το επίδικο γεωτεμάχιο συνεχίζει να εμφανίζεται "γυμνό" χωρίς ίχνος βλάστησης, αλλά στο βόρειο τμήμα του αποτυπώνεται χάραξη οδού (της μετέπειτα Κ.). 6) Στην αεροφωτογραφία έτους λήψης 1975 (με αριθμό 985316), κλίμακας 1:8000, η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305 εμφανίζει επέκταση της οικοδόμησης επί των αγροτικών εκτάσεων, ενώ εντός του επιδίκου γεωτεμαχίου αποτυπώνεται η τοποθέτηση λυόμενης οικίας. 7) Στην αεροφωτογραφία έτους λήψης 1993 (με αριθμό 239837), κλίμακας 1:6000), η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305) εμφανίζει καθόλη της έκτασή της οικοδομική δραστηριότητα δίνοντας την εικόνα οργανωμένου οικισμού, το δε επίδικο αποτυπώνεται με κατοικία εντός αυτού και τέλος 8) Στον πρόσφατο ορθοφωτοχάρτη έτους λήψης 2010, κλίμακας 1:5000, έχει πλέον οικοδομηθεί σχεδόν όλη η έκταση με κωδικό αριθμό ...6305, εντός της οποίας είναι και το επίδικο γεωτεμάχιο.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, το επίδικο γεωτεμάχιο, όπως και η γύρω αυτού περιοχή, παρουσίαζε ανέκαθεν ανθρώπινες επεμβάσεις, αρχικά με την καλλιέργεια αυτού, τα δε τελευταία πενήντα, σχεδόν, χρόνια με τη δόμησή του, εξυπηρετείται δε από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν δάσος ή δασική έκταση, διότι πέραν των ανωτέρω, το ίδιο το Δασαρχείο Πεντέλης με το υπ' αριθμόν 2819/16-2-1973 πιστοποιητικό του βεβαίωσε, μετά από αυτοψία των δασικών υπαλλήλων, ότι το επίδικο "δεν αποτελεί δάσος ή δασικήν έκτασιν κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΝΔ 86/1969 Περί Δασικού Κώδικος και ούτε έχει κηρυχθεί αναδασωτέον".
Το ότι ο προρρηθείς Προσωρινός Κτηματικός Πίνακας και Χάρτης (ΠΚΠ και ΠΚΧ), που αναρτήθηκε την 9-9-1985, εμφάνισε την έκταση με κωδικό αριθμό ...6305 δασική, λαμβάνοντας υπόψη τις αεροφωτογραφίες λήψης 1937 και μη δασική με βάση τις αεροφωτογραφίες έτους λήψης 1939 (η οποία δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε και η πραγματογνώμονας αναφέρεται σε αυτή, αλλά ούτε και ο τεχνικός σύμβουλος) και έτους λήψης 1945, με συνέπεια το χαρακτηρισμό της ως δημόσιας δασικής (απεικόνιση στο χάρτη με ερυθρό χρώμα), οφείλεται σε εσφαλμένη φωτοερμηνεία της αεροφωτογραφίας του έτους λήψης 1937, αφού ουδεμία αναφορά γίνεται στο είδος της φυτοκάλυψης και το βαθμό συγκόμωσης (δηλ.
την κατακόρυφη προβολή των κομών των δέντρων ή θάμνων επί του εδάφους, που πρέπει να είναι ίσος ή μεγαλύτερος του 25% για να χαρακτηρισθεί έκταση ως δασική), στοιχεία αναγκαία για το χαρακτηρισμό μίας έκτασης ως δασικής. Το γεγονός ότι ο Α. Β. (κύριος του επιδίκου, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω και δικαιοπάροχος των εναγόντων) δεν άσκησε ένσταση κατά τη σύνταξη του Προσωρινού Κτηματολογικού Χάρτη και Πίνακα του Ν. 248/1976 προβάλλοντας τα δικαιώματά του επί του επιδίκου, ουδόλως σημαίνει ότι αποδέχθηκε το δασικό χαρακτήρα του και σε κάθε περίπτωση η παράλειψη αυτή δεν του αφαιρεί το δικαίωμα να ασκήσει την ένδικη αγωγή κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε γνώση του εν λόγω πίνακα ή αν ακόμα και αν έλαβε, θεώρησε αναγκαίο να υποβάλει ένσταση, αφού είχε εκδοθεί το προρρηθέν υπ' αρ. 2819/16-2-1973 πιστοποιητικό του Δασαρχείου Πεντέλης.
Προς επίρρωση των ανωτέρω και συγκεκριμένα ότι η ευρύτερη περιοχή με κωδικό αριθμό ...6305, εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, ουδέποτε ήταν δασική έκταση, είναι και το γεγονός ότι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... 03 002, που βρίσκεται ακριβώς άνωθεν του επιδίκου και συνορεύει νότια με την οδό Κ. και αποτελεί επίσης τμήμα του αγρού αρχικής ιδιοκτησίας Δ.
Μ. που κληρονόμησε η κόρη του Κ., όπως και το επίδικο (όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω), με την υπ' αριθμόν 1448/2016 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε μη δασικό, αλλά ούτε και δημόσιο κτήμα και ότι ανήκει στον Ν. Α.. Επομένως, μη αποδειχθέντων α) του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, πολύ δε περισσότερο κατά το έτος 1836, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατά τεκμήριο κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού, επειδή δεν χώρησε υποβολή στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση των σχετικών περί ιδιοκτησίας τίτλων εντός ανατρεπτικής προθεσμίας (β.δ.
της 17/29-11-1836 Περί ιδιωτικών δασών...), αλλά ούτε και μεταγενέστερα, β) της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, επειδή το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε, αλλά ούτε καν επικαλέσθηκε οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την ελληνική επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα ή δημεύτηκαν, γ) ότι το επίδικο ήταν βοσκότοπος ή λιβάδι, οπότε δυνάμει του β.δ. 3/15-12-1833 ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δ) ότι το επίδικο ήταν αδέσποτο, άρα κατά τεκμήριο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 16 β.δ.
από 10-7-1837), ε) ότι το Ελληνικό Δημόσιο το νεμήθηκε με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας με συνέπεια να γίνει κύριο αυτού και γενικά μη αποδειχθέντος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, καθόσον ουδέποτε μέχρι την ανάρτηση την 9-9-1985 του προρρηθέντος προσωρινού κτηματικού χάρτη ισχυρίστηκε το Ελληνικό Δημόσιο καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι κύριο του επιδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί τούτο ανεπίδεκτο χρησικτησίας για το διάστημα μετά την 11-9-1915.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Δ. Ν. Μ., γνωστός μεγαλοκτηματίας της περιοχής Σπάτων, ενέμετο από το 1866, που τα αγόρασε (το συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοράς του τ. συμβολαιογράφου Κρωπίας Σ. Π. καταστράφηκε κατά τον εμπρησμό των αρχείων του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας από τα κατοχικά στρατεύματα κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής την 9-10-1944), μέχρι το θάνατό του το 1916, με καλή πίστη και για διάστημα πλέον των τριάντα ετών, μεταξύ άλλων και τρία αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης περίπου 8.500 τ.μ., κείμενων στη θέση Κ.
Ρ. της παραθαλάσσιας περιοχής Α. Α., τα οποία ανατολικά συνόρευαν με ακτή, δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Γ. Π., βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Γ. Δ.. Μ. και νότια με αγρό ιδιοκτησίας κληρονόμων Θ. Δ.. Μ.. Η Κ. χήρα Α. Χ., το γένος Δ. Ν. Μ. εκ κληρονομίας του πατρός της, την οποία αποδέχθηκε με την ενεργό ανάμειξή της στη διοίκηση και διαχείριση αυτής και αφού ακολούθησε διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας με τα αδέλφια της Γ.
και Θ. Μ. (που έλαβαν όμορα αγροτεμάχια), κατέστη κυρία, μεταξύ άλλων, και των ως άνω τριών αγροτεμαχίων, συνολικής εκτάσεως περίπου 8.500 τ.μ. Τα ανωτέρω αγροτεμάχια η Κ. χήρα Α. Χ. τα μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δωρεάς εν ζωή στον υιό της Δ. Χ. του Α. με το υπ' αριθμόν 6515/23-10-1953 συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Κρωπίας Β.
Π., νομίμως μεταγραφέν στα Βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας την 24-10-1953 στον τόμο 16 με αριθμό 329. Ο Δ. Χ. απεβίωσε την 5-11-1967 και με την από 6-9-1967 ιδιόγραφη διαθήκη του νομίμως δημοσιευθείσα με τα υπ' αρ. 9236/1967 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρυχθείσα κυρία με την υπ' αριθμόν 23167/1967 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατέλειπε τα ως άνω αγροτεμάχια στη σύζυγό του Ε.
Χ. και στα τέκνα του Α. και Ε. Χ. κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στη διαθήκη. Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με τις υπ' αριθμόν 22490/30-12-1968, 22109/12-7-1968 και 22489/30-12-1968 δηλώσεις τους ενώπιον του τ. συμβολαιογράφου Κρωπίας Β. Σ.. Π., νομίμως μεταγραφείσες στα αυτά ως άνω Βιβλία (η 1η στον τόμο 39 με αριθμό 10, η 2η στον τόμο 44 με αριθμό 349 και η 3η στον τόμο 44 με αριθμό 350).
Ακολούθως, με το υπ' αριθμόν 22550/25-1-1968 συμβόλαιο διανομής του αυτού συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέν στα αυτά Βιβλία στον τόμο 45 με αριθμό 132 την 1-2-1969, οι ανωτέρω διένειμαν μεταξύ τους την κληρονομιαία περιουσία, μεταξύ των οποίών και αγρό έκτασης 5000 τ.μ. περίπου (ενός εκ των ως άνω αγροτεμαχίων συνολικής έκτασης 8500 τ.μ.), που συνόρευε ανατολικά με ακτή θαλάσσης, δυτικά με αγρό αγνώστου, βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Θ.
Μ. του Γ. και νότια με αγρό ιδιοκτησίας χήρας Δ. Μ., τον οποίο κατάτμησαν σε δεκαπέντε (15) αγροτεμάχια με αριθμούς 1α, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 13α. Από τα αγροτεμάχια αυτά, η Ε. χήρα Δ. Χ. έλαβε κατά κυριότητα τέσσερα (4) και δη αυτά με αριθμούς 2, 8, 10 και 11. Το με αριθμό 11 αγροτεμάχιο (το οποίο ταυτίζεται απολύτως με το επίδικο γεωτεμάχιο), όπως αποτυπώνεται στο από 5-9-1968 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Α.
Μ. και του πολιτικού μηχανικού Δ. Δ., εμβαδού 280,26 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά επί πλευράς 15,50 γ.μ. με το με αριθμό 12 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Α. Χ., δυτικά επί πλευράς 15,55 γ.μ. με το υπ' αριθμόν 10 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της ίδιας (Ε. Χ.), βόρεια επί πλευράς 18 γ.μ. με ιδιωτική οδό πλάτους 5 γ.μ. και νότια επί πλευράς 18 γ.μ.
με αγρό ιδιοκτησίας χήρας Δ.. Μ., μεταβίβασε η Ε. Χ. κατά κυριότητα λόγω πώλησης στον Α. Β. του Γ. και της Ε. με το υπ' αριθμόν .../21-8-1969 συμβόλαιο του τ. συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π., νομίμως μεταγραφέν την 29-8-1969 στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων στον τόμο 51 με αριθμό 52. Ο Α. Β., προτιθέμενος να εγκαταστήσει λυόμενη οικία εντός αυτού και να λάβει άδεια προς τούτο κατά τις διατάξεις του ΒΔ της 7-8-1967 "Περί εγκαταστάσεως προς παραθερισμόν", την 24-11-1972 απευθύνθηκε στο Δασαρχείο Πεντέλης προς λήψη σχετικού πιστοποιητικού περί του χαρακτήρα της έκτασης.
Εκδόθηκε δε, μετά από αυτοψία των δασικών υπαλλήλων, το προρρηθέν υπ' αριθμόν 2819/16-2-1973 πιστοποιητικό, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το επίδικο "δεν αποτελεί δάσος ή δασικήν έκτασιν κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΝΔ 86/69 Περί Δασικού Κώδικος και ούτε έχει κηρυχθεί αναδασωτέον". Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αρ. 010877/3-3-1973 άδεια της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής περί τοποθέτησης ξύλινης λυόμενης οικίας εμβαδού 30 τ.μ., η οποία ηλεκτροδοτήθηκε την 2-8-1975 (με αριθμό παροχής 6037535).
Στη συνέχεια, ο Α. Β. επέκτεινε αυθαίρετα την ως άνω οικία από τη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά της, με πλάκα μπετόν, τοιχοποιία από τσιμεντόλιθους και σκεπή από ελενίτ, εμβαδού περίπου 60 τ.μ., εκ των οποίων 36,95 τ.μ. αποτελούν χώρους κύριας κατοικίας και 22,99 τ.μ. στεγασμένη βεράντα. Την εν λόγω αυθαίρεητ επέκταση ο Α.
Β. δήλωσε στο Πολεοδομικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής κατ' άρθρο 15 παρ. 5 του Ν. 1337/1983 την 22-12-1983 και έτσι ανεστάλη η κατεδάφισή του. Από το Νοέμβριο του 1985 το επίδικο ακίνητο υδροδοτείται με αριθμό παροχής 10Β36 από το τμήμα ύδρευσης του Δήμου Αρτέμιδος, ενώ από 8-6-1982 έχει συνδεθεί με τη σταθερή τηλεφωνία. Κατά τη κτηματογράφηση της περιοχής στα πλαίσια του Εθνικού Κτηματολογίου, ο Α.
Β. υπέβαλε δήλωση του Ν. 2308/1995 και έτσι στον Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα της Α' Ανάρτησης καταχωρίσθηκε ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου, πλην όμως, όπως ήδη στην αρχή αναφέρθηκε, λόγω της δήλωσης του Ελληνικού Δημοσίου, προτάθηκε κατά την κατάρτιση των πινάκων της Β' ανάρτησης το δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου και μετά την απόρριψη της σχετικής ένστασης του Α.
Β. και στους κτηματολογικούς πίνακες των αρχικών εγγραφών. Ο Α. Β. απεβίωσε στην Αθήνα την 4-7-2006 (βλ. υπ' αρ. 121/Τόμος …/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών), δηλ. μετά την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή Αρτέμιδος (Λούτσας), χωρίς να αφήσει διαθήκη (βλ. υπ' αρ. 19339/4-4-2013 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τη χήρα του Α.
Β., το γένος Ε. και Σ. Φ. (1η ενάγουσα) και τα τέκνα του Γ. Β. (3ο ενάγοντα) και Σ. Β. (2η ενάγουσα, βλ. το υπ' αρ. 11927/10-4-2013 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Χαϊδαρίου Αττικής), οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία (βλ. υπ' αρ. 5966/4-4-2013 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο γεωτεμάχιο, υποβάλλοντας τη σχετική δήλωση φόρου κληρονομίας την 3-4-2013 και ακολούθως κατέθεσαν την κρινόμενη αγωγή διόρθωσης των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών αναφορικά με το επίδικο.
Επομένως, κατά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων για την περιοχή της Αρτέμιδος (Λούτσας) την 27-4-2006 (σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 370/2/5-4-2006 απόφαση του ΔΣ του ΟΚΧΕ), που αποτελεί τον κρίσιμο χρόνο για την ύπαρξη εγγραπτέων στις πρώτες κτηματολογικές εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου εμπράγματων δικαιωμάτων και κατά συνέπεια για τη διόρθωση αυτών κατ' άρθρο 6 του Ν. 2664/1998..., κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου ήταν ο Α.
Β.. Την κυριότητα αυτού είχε αποκτήσει τόσο με παράγωγο τρόπο δυνάμει του προρρηθέντος υπ' αρ. .../21-8-1969 συμβολαίου αγοράς, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, αφού ενέμετο το επίδικο τόσο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου για διάστημα πλέον των 10 ετών), όσο και αυτά της έκτακτης χρησικτησίας (άσκηση φυσικής εξουσίασης με εμφανείς υλικές πράξεις, με τη συνδρομή μάλιστα υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου, για διάστημα πλέον των είκοσι ετών, χωρίς να ενοχληθεί από οιονδήποτε).
Είναι δε αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου ότι τόσο το ως άνω συμβόλαιο, όσο και οι προαναφερθέντες τίτλοι των δικαιοπαρόχων του ήταν άκυροι, επειδή αντίκεινται στα άρθρα 60 και 280 του ΝΔ 86/1969, που απαγορεύουν την κατάτμιση δασικών εκτάσεων χωρίς άδεια του Υπουργείου Γεωργίας και την κατάρτιση συμβολαίου χωρίς τη συνυποβολή υπεύθυνης δήλωσης περί του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλει δικαιώματα επί του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, καθόσον και οι δύο ακυρότητες της δικαιοπραξίας προϋποθέτουν ότι το ακίνητο είναι δασική έκταση, πλην όμως εν προκειμένω το επίδικο γεωτεμάχιο ουδέποτε ήταν δασική έκταση, όπως αναλύθηκε ανωτέρω.
Επομένως, οι πρώτες εγγραφές των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων αναφορικά με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...04 005 είναι ανακριβείς, διότι φέρουν ως δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αντί του Α. Β. και πρέπει να διορθωθούν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 998/1979, το άρθρο 3 του Ν. 998/1979 και τα άρθρα 1, 2 και 3 του Β.Δ/τος της 17-11/11-12-1836, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς δέχθηκε, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1836 το επίδικο ήταν δάσος ή δασική έκταση ή ότι απέκτησε το χαρακτήρα αυτό μεταγενέστερα.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται ότι έχει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Ότι ειδικότερα, με βάση τα από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου σε όλες τις εκτάσεις, πλην των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ανεξαρτήτως του αγροτικού ή μη χαρακτήρα τους.
Ότι, επίσης, ενόψει του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την ελληνική επικράτεια κατά την επανάσταση.
Ότι, επομένως, με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και εσφαλμένα κατένειμε το σχετικό βάρος απόδειξης και συνακόλουθα κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατά τα άρθρα 559 αρ. 1 και 13 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της δικαιώματι πολέμου διαδοχής του Οθωμανικού Κράτους από το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι η Αττική, στην οποία περιλαμβάνεται και ο Δήμος Αρτέμιδος, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η επίδικη έκταση, δεν είναι "δωρυάλωτη", δεν κατακτήθηκε δηλαδή με όπλα.
Ειδικότερα, από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1630, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων'', προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).
Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25-5-1827 έως 31-3-1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21-1/3-2-1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 1589/2021, ΑΠ 947/2017).
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, καθόσον αφορά τη μη δορυάλωτη Αττική, δεν συνέτρεξε περίπτωση διαχρονικής τεκμαρτής ιδιοκτησιακής κατοχύρωσης με δικαίωμα πολέμου υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το τελευταίο, αβασίμως όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθώς όπως υποστηρίζει, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα. Ειδικότερα, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι "Επομένως, μη αποδειχθέντων α) του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, πολύ δε περισσότερο κατά το έτος 1836, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατά τεκμήριο κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού..., β) της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου...
και γενικά μη αποδειχθέντος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί τούτο ανεπίδεκτο χρησικτησίας για το διάστημα από 11-9-1915". Ότι ενόψει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, καθώς δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν συνιστά δημόσιο κτήμα και ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων απέκτησαν την κυριότητα αυτής ως ιδιωτικής έκτασης, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και του Αστικού Κώδικα, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να προταθεί από τους αναιρεσίβλητους.
Από την από 23-3-2012 όμως αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν, μεταξύ των άλλων, ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος αυτών Δ. Μ. του Ν. είχε αποκτήσει με αγορά το έτος 1866 ευρύτερη έκταση εμβαδού 8.500 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, με συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι την έκταση αυτή νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατό του το έτος 1916.
Τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσιβλήτων όσον αφορά την κτηθείσα από τον Δ. Μ. κυριότητα στην ευρύτερη ως άνω έκταση, με την επί τριάντα και πλέον έτη νομή αυτής με τα ανωτέρω προσόντα κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του.
Παράλληλα, τους προταθέντες με τις πρωτόδικες προτάσεις αυτοτελείς ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα, καθώς περιήλθε στην κυριότητά του με τους αναφερόμενους τρόπους, απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά την επαναφορά δε των ισχυρισμών αυτών από το αναιρεσείον με την έφεσή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των λόγων της, απορρίφθηκαν αυτοί ως ουσιαστικά αβάσιμοι και από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως, το Εφετείο, καταλήγοντας, με βάση το σύνολο των παραδοχών του, ότι το επίδικο δεν αποδείχθηκε ότι αποτελεί δημόσιο κτήμα, αλλά ιδιωτική έκταση, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4231/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ