Legislator Case Law & Legislation
1373/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal but orders deletion of attorney's insulting phrases from the brief.

Case Number 1373/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding an electricity connection dispute. While the substantive appeal was rejected, the court accepted the respondent's request to remove specific insulting phrases written by the appellant's attorney in the appeal brief. The court ruled that the attorney violated professional ethics by using expressions of contempt for the judges and the justice system, which were unnecessary for the defense.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7 and 41 of the Code of Conduct for Lawyers; The court must order the deletion of insulting expressions in legal documents that violate professional ethics and show contempt for the judiciary, even if the substantive appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
attorney conduct insulting expressions professional ethics contempt of court deletion of brief legal professional responsibility Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 7 of the Code of Conduct for Lawyers
Article 41 of Law 4194/2013
Article 206 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 4483/1965
Article 4 of Law 4483/1965

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1373 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1373/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΕ" (ΔΕ.Δ.Δ.Η.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. συζύγου Δ. Κ., το γένος Χ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4098/2009 μη οριστική και 4679/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4219/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.01.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.154/17.02.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4219/19.07.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) 0και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 4483/1965, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ.1 Ν. 3982/2011, "Η ηλεκτροδότησις των εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και των υποσταθμών γίνεται κατόπιν υποβολής στην Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) ή την οικεία ηλεκτρική επιχείρηση, υπευθύνου δηλώσεως του κατασκευαστού ηλεκτρολόγου, δι' ής βεβαιούται ότι η εγκατάστασις έχει κατασκευασθεί συμφώνως προς τους εν ισχύϊ κανονισμούς ασφαλείας και παρέχεται εγγύησις δια την απρόσκοπτον λειτουργίαν ταύτην".

Κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Ν. 4483/1965 "1. Η τροποποίησις της αρχικής εγκαταστάσεως επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεσιν της τηρήσεως των εν άρθροις 2 και 3 παρ.1 του παρόντος διατάξεων, η παράβασις των οποίων συνεπάγεται την διακοπήν του χορηγουμένου ηλεκτρικού ρεύματος. 2.Το ρεύμα επαναχορηγείται, άμα τη διαπιστώσει της τηρήσεως των υπό της προηγουμένης παραγράφου, οριζομένων." και, κατά το άρθρο 6 παρ.2 του αυτού Νόμου "Το ρεύμα επαναχορηγείται μόνον μετά την πραγματοποίησιν του ελέγχου και εφ' όσον η ελεγχθείσα ηλεκτρική εγκατάστασις είναι σύμφωνος προς τας διατάξεις του παρόντος.

Εις οιανδήποτε περίπτωσιν, φθοράς εν όλω ή εν μέρει ιδιοκτησίας τιν'ς ή ηλεκτροπληξίας, η Δ.Ε.Η. δεν ευθύνεται, εάν η φθορά ή η ηλεκτροπληξία προεκλήθη εκ της μετά τον ηλεκτρικόν γνώμονα ηλεκτρικής εγκαταστάσεως". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η πρώτη ενάγουσα(και ήδη αναιρεσίβλητη), με τη με αριθμό .../1983 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λευκάδας Σοφίας Τσάκαλη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, έγινε κυρία, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 115,20 τ.μ.

και μιας αποθήκης του ισογείου μιας τριώροφης οικοδομής με την αναλογία αυτών στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, που ανέρχεται στο 50%, η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο επί της οδού ... της πόλης της Λευκάδας. Η παραπάνω οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας και ανήκει...

ο πρώτος όροφος και η μία αποθήκη του ισογείου στην πρώτη ενάγουσα, κατά το πιο πάνω ποσοστό και στη μητέρα της Β. χήρα Χ. Χ. κατά ποσοστό 1/4, ενώ ο δεύτερος όροφος και ο λοιπός χώρος του ισογείου ανήκει στη Β. Χ. του Γ.. Η τριώροφη οικοδομή λόγω της παλαιότητας και της αρχιτεκτονικής της είχε κηρυχθεί διατηρητέα με υπουργική απόφαση του έτους 1992.

Η πρώτη ενάγουσα έλαβε το έτος 2001 από το ΤΑΣ Λευκάδας τη με αριθμό …/2001 άδεια επισκευής του τμήματος της τριώροφης οικοδομής που ανήκε σ' αυτήν και τη μητέρα της ως σεισμόπληκτης και επίσης, με αντίστοιχη άδεια επιτράπηκε η επισκευή και του τμήματος της πιο πάνω οικοδομής που ανήκε στη Β. Χ.. Έτσι, η όλη οικοδομή ανακαινίστηκε και οι σχετικές εργασίες είχαν περατωθεί τον Ιανουάριο του έτους 2003...

Μετά την ανακαίνιση το ισόγειο αποτελούνταν από επιχρισμένη λιθοδομή πάχους 60 εκατοστών με παράλληλη εσωτερική σειρά από ξύλινους στύλους σε μικρή απόσταση από την επιχρισμένη και ελαιοχρωματισμένη αμφίπλευρα τοιχοποιΐα, που αποτελούνταν από ημιλαξευτή λιθοδομή στην εξωτερική πορεία του τοίχου και αργιλολιθοδομή στην εσωτερική, με λιθόσωμα και τοπικό ασβεστόλιθο.

Η κεντρική θύρα της εισόδου και τα κουφώματα ήταν ξύλινα, ελαιοχρωματισμένα, όμοια μάλιστα ήταν τα κουφώματα και οι θύρες των εισόδων των δύο διαμερισμάτων που κατασκευάστηκαν στο ισόγειο, στη θέση των δύο παλιών αποθηκών. Οι δύο πάνω από το ισόγειο όροφοι στηρίζονταν σε ξύλινο φέροντα οργανισμό, τα ταβάνια των ορόφων και η εσωτερική τοιχοποιΐα ήταν ξύλινα, οι εξωτερικές επιφάνειες είχαν επενδυθεί με λαμαρίνες, ενώ οι εσωτερικές ήταν ελαιοχρωματισμένες.

Η αυτοφερόμενη στέγη του κτιρίου ήταν ξύλινη επικαλυμμένη με κεραμίδια και υπήρχε πλήρες σύστημα υδρορροών από αλουμίνιο. Στις 23.1.2003 και περίπου στις 9.50' συνεργείο της ΔΕΗ, που αποτελούνταν από τον Κ. Κ. ηλεκτρολόγο-υπάλληλο αυτής και τον Δ. Φ. εργάτη, με επικεφαλής και υπεύθυνο εκτέλεσης του παρακάτω έργου τον πρώτο από αυτούς, μετέβη στην πιο πάνω αναφερόμενη οικοδομή προκειμένου να εκτελέσει προγραμματισμένη εργασία σύνδεσης της ηλεκτρικής παροχής με το δίκτυο της ΔΕΗ.

Η εργασία αυτή συνίστατο στη σύνδεση με τα χρησιμοποιούμενα για τις εργασίες αυτές ηλεκτρικά καλώδια του στύλου της ΔΕΗ με τους δύο μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος(ρολόγια) της πιο πάνω οικοδομής, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί εσωτερικά της κύριας εισόδου αυτής, ώστε μέσω των καλωδίων αυτών να φθάνει το ηλεκτρικό ρεύμα από το στύλο της ΔΕΗ στους μετρητές και στη συνέχεια από εκεί, να διοχετεύεται στην όλη οικοδομή.

Η εργασία αυτή των προστηθέντων της ΔΕΗ επιχειρήθηκε υπό τάση, χωρίς να διακοπεί η παροχή του ρεύματος στην πιο πάνω οικοδομή. Κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής το πιο πάνω συνεργείο της ΔΕΗ επιχείρησε να περάσει τα προαναφερθέντα δύο καλώδια σύνδεσης του στύλου με τους μετρητές, στο σημείο που αυτά έφθαναν στην οικοδομή, μέσα από χαλκοσωλήνα προστασίας τους, πάχους 30-40 χιλιοστών, ο οποίος ήταν τοποθετημένος για το σκοπό αυτό οριζόντια και εξωτερικά της οικοδομής, στο ύψος του ισογείου ορόφου, κατά μήκος της εξωτερικά επενδυμένης λαμαρίνας.

Ο χαλκοσωλήνας αυτός διακοπτόταν στο σημείο, όπου συναντούσε την κατακόρυφα διερχόμενη από εκεί υδρορροή και συνέχιζε μετά από αυτήν. Προκειμένου να περάσουν τα καλώδια από το χαλκοσωλήνα, οι πιο πάνω υπάλληλοι της ΔΕΗ μόνωσαν τα άκρα των καλωδίων με μονωτική ταινία, τα έδεσαν με χάλκινο συρματόσχοινο (ατσαλίνα) και άρχισαν να τα περνάνε από το χαλκοσωλήνα τραβώντας την ατσαλίνα.

Κατά το τράβηγμα, το εξωτερικό πλαστικό περίβλημα των καλωδίων, λόγω της μεγάλης τάνυσης που υπέστη κατά την έλξη του και της επαφής του με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, υπέστη φθορές(σχισίματα), με αποτέλεσμα τα εντός τους βρισκόμενα σύρματα διοχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία προστατεύονταν από τα περιβλήματα αυτά, να έλθουν σε επαφή με τον χαλκοσωλήνα.

Παράλληλα, λόγω της επαφής των καλωδίων με το εσωτερικό του χαλκοσωλήνα, η πιο πάνω αναφερόμενη μονωτική ταινία αποκολλήθηκε, με αποτέλεσμα όταν τα άκρα των δύο πιο πάνω καλωδίων έφθασαν στην έξοδο του χαλκοσωλήνα να μην είναι τυλιγμένα μ' αυτήν(μονωτική ταινία). Κατά την έξοδό τους αυτή, τα καλώδια ήλθαν σε επαφή με την κατακόρυφη υδρορροή από αλουμίνιο, που διέκοπτε στο σημείο εκείνο τον χαλκοσωλήνα.

Από την επαφή των συρμάτων που διοχέτευαν ηλεκτρικό ρεύμα με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, όσο και των άκρων αυτών με την πιο πάνω αναφερόμενη υδρορροή, προκλήθηκε βραχυκύκλωμα μεταξύ του εσωτερικού αγωγού φάσης του καλωδίου και του συρμάτινου εξωτερικού περιβλήματος του ουδέτερου των καλωδίων της ΔΕΗ, με συνέπεια να λειώσουν οι αγωγοί και να τροφοδοτηθούν με ηλεκτρικό ρεύμα όλα τα εξωτερικά αγώγιμα μεταλλικά στοιχεία του κτιρίου και στη συνέχεια όλα τα μεταλλικά μέρη των ηλεκτρικών συσκευών εσωτερικά του κτιρίου, που έρχονταν σε επαφή με τα μεταλλικά αυτά στοιχεία.

Από την αιτία αυτή καταστράφηκαν και οι ηλεκτρικές συσκευές του διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου της πιο πάνω οικοδομής(κλιματιστικό, θερμοσίφωνας κλπ), με συνέπεια να εκδηλωθεί πυρκαγιά στον όροφο αυτό, η οποία, λόγω των εύφλεκτων στοιχείων της οικοδομής, αλλά και των εύφλεκτων οικιακών αντικειμένων κατέστρεψε τον δεύτερο όροφο και επεκτάθηκε και στον πρώτο όροφο, στον οποίο προξένησε εκτεταμένες ζημίες...

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πυρκαγιά και οι συνέπειές της οφείλονται σε αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης-επικεφαλής του συνεργείου για τη σύνδεση της ηλεκτρικής παροχής της τριώροφης οικοδομής με το δίκτυο της ΔΕΗ Κ. Κ.. Αυτός, κατά την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας που του ανατέθηκε από την υπηρεσία του και η οποία αναγόταν στα καθήκοντά του, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά την αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες, την επικρατούσα συνήθεια και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, όντας κάτω από τις ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες, που εκτέθηκαν παραπάνω, στις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο και να προβλέψει το αποτέλεσμα που θα επέλθει από την πράξη του, έτσι ώστε να το αποφύγει.

Ειδικότερα, αυτός δεν μερίμνησε, πριν αρχίσει την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας, να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την τριώροφη οικοδομή, δηλαδή να μην εκτελέσει την εργασία αυτή υπό τάση, παρότι η παράλειψή του αυτή εγκυμονούσε, λόγω της εξωτερικής επένδυσης της πιο πάνω οικοδομής με λαμαρίνες, δηλαδή με πλήθος μεταλλικών στοιχείων, που αποτελούν, κατά τη φύση τους, καλούς αγωγούς του ηλεκτρισμού, τον κίνδυνο διοχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος, διαμέσου των στοιχείων αυτών στην πιο πάνω οικοδομή, σε περίπτωση πρόκλησης, για οποιαδήποτε αιτία, βραχυκυκλώματος, με συνέπεια την ανάφλεξη αυτής, όπως και πράγματι συνέβη, όταν προκλήθηκε βραχυκύκλωμα, όπως αναφέρεται και για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω.

Σε κάθε περίπτωση ο πιο πάνω υπάλληλος, κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας υπό τάση, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε αυτή να διεκπεραιωθεί ακίνδυνα, δηλαδή να εκτελέσει την εργασία αυτή χωρίς να φθαρούν τα καλώδια κατά την επαφή τους με το εσωτερικό του χαλκοσωλήνα, αλλά και χωρίς να αφαιρεθεί η μονωτική ταινία, με την οποία είχε περιτυλίξει τα άκρα των καλωδίων κατά τη δίοδο των καλωδίων από τον πιο πάνω σωλήνα.

Αποτέλεσμα των πιο πάνω παραλείψεων, κατά την εκτέλεση της εργασίας που είχε ανατεθεί στον πιο πάνω υπάλληλο της εναγομένης(και ήδη αναιρεσείουσας), ήταν να προκληθεί βραχυκύκλωμα από την επαφή των συρμάτων των καλωδίων με τον χαλκοσωλήνα και την κατακόρυφη σ' αυτόν υδρορροή αλουμινίου, το οποίο επέφερε τις συνέπειες που αναφέρονται πιο πάνω.

Τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η εκτέλεση της παραπάνω εργασίας υπό τάση και σε κάθε περίπτωση υπό τάση και χωρίς ασφαλή και προσεκτική διέλευση των καλωδίων από τον χαλκοσωλήνα προστασίας τους, καθώς και χωρίς ασφαλή μόνωση των άκρων τους, σε συνδυασμό με το ότι επρόκειτο για οικοδομή στην οποία υπήρχε εξωτερικά πλήθος μεταλλικών στοιχείων καλών αγωγών του ηλεκτρισμού, ενείχαν, κατά την κοινή πείρα και λογική, τον κίνδυνο, σε περίπτωση βραχυκυκλώματος, μετάδοσης του ηλεκτρικού ρεύματος διαμέσου των μεταλλικών αντικειμένων σε ολόκληρη την οικοδομή, με περαιτέρω συνέπεια, ενόψει και της ξύλινης εσωτερικής κατασκευής αυτής και των εύφλεκτων οικιακών αντικειμένων, να προκληθεί ανάφλεξη της οικοδομής, όπως και πράγματι συνέβη, και ο κίνδυνος αυτός ήταν προνοητός για κάθε μέσο συνετό και προσεκτικό άνθρωπο του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας και μπορούσε αποτραπεί με τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες, στις οποίες παρέλειψε να προβεί ο πιο πάνω αναφερόμενος προστηθείς της εναγομένης...

Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας, τον οποίο επαναφέρει με την έφεσή της, ότι η πυρκαγιά δεν θα είχε συμβεί αν η οικοδομή διέθετε κατάλληλη εγκατάσταση γείωσης και δεν υπήρχε παράνομη εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε παράνομη εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση και δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ποιότητα της γείωσης, η οποία εξάλλου, όσο καλύτερη ήταν, τόσο μεγαλύτερος θα ήταν ο κίνδυνος, αφού το εμφανιζόμενο ρεύμα θα ήταν μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο και δεν θα επηρέαζε την προτασσόμενη ασφάλεια της ΔΕΗ των 125 Α...

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία η σχετική ένσταση της εναγομένης, που αποτελεί το βασικό λόγο της ένδικης έφεσης, σχετικά με τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας, για το λόγο ότι, από προηγούμενο χρόνο, υπήρχε παράνομη εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση και γιατί δεν υπήρχαν επαρκής, πλήρης και τεχνικά άρτια γείωση και ισοδυναμικές συνδέσεις στην τριώροφη οικοδομή.

Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση του εγκαταστάτη ηλεκτρολόγου δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε... Επιπλέον ο υπάλληλος της εναγομένης Κ. Κ. έχει αμετάκλητα καταδικαστεί με τη με αριθμό 1316/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια σε φυλάκιση 12 μηνών. Ακόμη αποδείχθηκε ότι από την ένδικη πυρκαγιά προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημίες στον πρώτο όροφο της οικοδομής, ο οποίος ανήκει στην ενάγουσα και τη μητέρα της, τόσο από τη φωτιά, όσο και από το νερό που χρησιμοποιήθηκε κατά την κατάσβεσή της.

Έτσι, για την επισκευή του πρώτου ορόφου, της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου, που ανήκουν στην ενάγουσα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και στη μητέρα της κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και του ποσοστού των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών του ισογείου καθώς και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών του πρώτου και δεύτερου ορόφου, στα οποία η ενάγουσα και η μητέρα της είναι συγκύριες κατά 50%, ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητας καθεμιάς στις δικές τους οριζόντιες ιδιοκτησίες, απαιτήθηκε η δαπάνη:

Α' Για το ισόγειο... Σύνολο σε ευρώ 32.001,73 Β' Για τα κοινόχρηστα τμήματα του ισογείου... Σύνολο σε ευρώ 30.992,47 Γ' Για τον Α' όροφο... Σύνολο σε ευρώ 102.446,56 Δ' Για τα κοινόχρηστα Α' ορόφου... Σύνολο σε ευρώ 18.366,08 Ε' Για τα κοινόχρηστα Β' ορόφου... Σύνολο σε ευρώ 28.891,65 Σύμφωνα με τα παραπάνω, το κόστος για την αποκατάσταση των ζημιών από την ένδικη πυρκαγιά της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου, του ισογείου και των κοινοχρήστων μερών της τριώροφης οικοδομής στο ισόγειο, τον πρώτο και το δεύτερο όροφο, ανήρθε συνολικά στο ποσό των... 173.573, 40 ευρώ και από αυτό, την πρώτη ενάγουσα βαρύνει το ποσό των ... 130.180,05 ευρώ.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ένδικης πυρκαγιάς καταστράφηκαν και πρέπει ν' αντικατασταθούν τα παρακάτω είδη θέρμανσης: α).... και ζ)... Άρα η συνολική δαπάνη για την αντικατάσταση αυτών ανέρχεται στο ποσό των 1.267 ευρώ και αυτή που βαρύνει την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των... 950 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου είχε εκμισθωθεί στην Π.

Γ. για να το χρησιμοποιεί ως κατοικία της για το χρονικό διάστημα από 1.9.2002 έως και 31.8.2005, αντί μηνιαίου μισθώματος 381,50 ευρώ... Εξαιτίας των εκτεταμένων ζημιών λόγω της ένδικης πυρκαγιάς η μίσθωση διακόπηκε πριν από τη λήξη του συμβατικού της χρόνου και συνεπώς η ζημία που υπέστη η πρώτη ενάγουσα αντιστοιχεί στο ποσοστό της από τα μισθώματα που θα εισέπραττε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από το χρόνο της πυρκαγιάς μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη και υπαίτια πράξη του υπαλλήλου της εναγομένης.

Επομένως η ζημία της πρώτης ενάγουσας από την πιο πάνω αιτία ανέρχεται σε... 8.869,88 ευρώ. Τέλος, η πρώτη ενάγουσα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπαλλήλου της εναγομένης υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, βίωσε στενοχώρια και αναστάτωση, αφού αντιμετώπισε μεγάλες ζημιές στην ιδιοκτησία της και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μεγάλες δαπάνες για την αποκατάστασή τους, υπέστη δηλαδή ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, πρέπει να της επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, αν συνεκτιμηθούν το είδος και η βαρύτητα της προσβολής της ενάγουσας, ο βαθμός υπαιτιότητας του υπαλλήλου της εναγομένης και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της ενάγουσας, καθώς και η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης επιχείρησης, ποσό που δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας...

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την ένδικη αγωγή, αφού απέρριψε κατ' ουσία την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας, που πρότεινε η εναγομένη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό. Ακολούθως, πρέπει η κρινόμενη έφεση ν' απορριφθεί κατ' ουσία... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε μεν τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 4679/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298,330, 914 επ., 932 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η πυρκαγιά και οι καταστροφικές συνέπειές της στην επίδικη οικοδομή οφείλονταν αποκλειστικά σε αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, που ήταν επικεφαλής του συνεργείου για τη σύνδεση της ηλεκτρικής παροχής της επίδικης ως άνω τριώροφης οικοδομής με το δίκτυο της Δ.Ε.Η., ο οποίος δεν μερίμνησε, πριν αρχίσει την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας, να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την οικοδομή, καθόσον η παράλειψή του αυτή εγκυμονούσε, λόγω της εξωτερικής επένδυσης της οικοδομής με πλήθος μεταλλικών στοιχείων, τον κίνδυνο διοχέτευσης σ' αυτήν ηλεκτρικού ρεύματος και πρόκλησης βραχυκυκλώματος με ανάφλεξη, όπως και πράγματι συνέβη, θεμελιώνουν υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος της αναιρεσείουσας στην πρόκληση αιτιωδώς της πυρκαγιάς της οικοδομής, όπου και η οριζόντια ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης, που συνεπάγεται υποχρέωση της ζημιώσασας εταιρείας να αποκαταστήσει την περιουσιακή και ηθική βλάβη της παθούσας αποζημιώνοντάς την και καταβάλλοντας σ' αυτήν, επιπλέον, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, και δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, στις οποίες ορθά υπήχθησαν από το Εφετείο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

Επίσης, το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν υπήρχε στην επίδικη οικοδομή παράνομη εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση και ακατάλληλη εγκατάσταση γείωσης, και απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημίας, ορθά, ερμηνεύοντας, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 2,4 και 6 παρ.2 του Ν. 4483/1965 περί εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, το αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμο. Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298,300,330, 914 επ., 932 ΑΚ, και 2, 4 και 6 παρ.2 του Ν. 4483/1965, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως και, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη του, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Τέλος, με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη ότι παρέλειψε να εκτιμήσει, για τις συνθήκες πρόκλησης της ζημιογόνου πυρκαγιάς, τους νόμους της φυσικής και της ηλεκτρολογίας, και δη ότι η γείωση είναι το απαραίτητο στοιχείο στις οικοδομές για την αποφυγή πυρκαγιών, τα οποία στοιχεία, εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του, θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την υπαιτιότητα της παθούσας αναιρεσίβλητης, αποδεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητά της στην εκδήλωση της πυρκαγιάς στην οριζόντια ιδιοκτησία της, με συντρέχον πταίσμα αυτής.

Ο λόγος, όμως, αυτός και κατά το εν λόγω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορούν τη χρήση αυτών(διδαγμάτων) στην ερμηνεία των επικαλούμενων κανόνων δικαίου ούτε την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, αλλά στη διαπίστωση αυτών, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(άρθρ.561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009). Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002, ΑΠ 1591/2008).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα, με το εφετήριό της, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς της, προς αντίκρουση της εξ αδικοπραξίας βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, που τέλεσε σε βάρος της ο προστηθείς από την αναιρεσείουσα υπάλληλός της, και στη θεμελίωση αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συντρέχοντος πταίσματος της ίδιας της παθούσας αναιρεσίβλητης στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος της προκληθείσας πυρκαγιάς στην επίδικη οικοδομή, όπου και η οριζόντια ιδιοκτησία της.

Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, αφενός τον προταθέντα ισχυρισμό της ότι προ της επίδικης πυρκαγιάς οι ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου προέβησαν στην πλήρη ανακαίνισή του και θα έπρεπε να υποβάλουν στη ΔΕΗ την προβλεπόμενη υπεύθυνη δήλωση εγκαταστάτη, την οποία η αναιρεσίβλητη ουδέποτε προσκόμισε, και έτσι επιβεβαιώνονται οι ένδικοι ισχυρισμοί της περί αυθαίρετης, παράνομης και εμπειρικού τύπου εγκατάστασης της νέας ηλεκτρολογικής κατασκευής, μετά την ανακαίνιση της επίδικης οικοδομής, καθώς και περί ύπαρξης παράνομων εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης, αφετέρου τον ισχυρισμό της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, λόγω ελλείψεως, στην επίδικη οικοδομή, κατάλληλης και αποτελεσματικής γείωσης, χάρις στην οποία θα απεφεύγετο, σε κάθε περίπτωση, η πρόκληση της πυρκαγιάς.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, κατά μεν το σκέλος του, που αφορά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί εικαζομένων παραβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της νομοθεσίας περί εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, καθώς και τον ισχυρισμό της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της τελευταίας, είναι απαράδεκτος, και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο μεν ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι δε λοιποί ισχυρισμοί, επιχειρήματα και εικασίες της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης, προς επίρρωση των σχετικών αρνητικών ισχυρισμών της προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ ως προς το σκέλος του, κατά το οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της τη νομίμως προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στην πρόκληση της πυρκαγιάς στην επίδικη οικοδομή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει σαφώς ότι αυτή ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε κατ' ουσία, διαλαμβάνοντας το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, επί λέξει, τα εξής: "...

πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία η σχετική ένσταση της εναγομένης, που αποτελεί το βασικό λόγο της ένδικης έφεσης, σχετικά με τη συνυπαιτιότητα της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας, για το λόγο ότι, από προηγούμενο χρόνο, υπήρχε παράνομη εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση και γιατί δεν υπήρχαν επαρκής, πλήρης και τεχνικά άρτια γείωση και ισοδυναμικές συνδέσεις στην τριώροφη οικοδομή...".

Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με τον παραπάνω λόγο, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη(ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη(ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης της με αριθμό 4098/2009 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., μεταξύ των οποίων οι αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για την υπόθεση αυτή..., από τις φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα..., καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο...", ενώ, επίσης, σημειώνεται ότι, περαιτέρω, γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση και της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των ηλεκτρολόγων μηχανικών Λ.

Δ. και Α. Α., καθώς και της με αριθμό 1316/2010 ποινικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, δυνάμει της οποίας ο υπαίτιος προστηθείς υπάλληλος της αναιρεσείουσας, Κ. Κ., έχει αμετάκλητα καταδικαστεί για την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια στην επίδικη οικοδομή. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ότι το δικαίωμα αποζημίωσής της εδράζετο, αποκλειστικά, στο πραγματικό γεγονός της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας την ένσταση της τελευταίας περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημίας της στην οριζόντια ιδιοκτησία της, που προκάλεσε η πυρκαγιά στην ένδικη οικοδομή, καθώς και περί του ύψους των ζημιών της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του : α) τα προσκομισθέντα και επικληθέντα πρακτικά της συναφούς δίκης στο Εφετείο Δυτικής Ελλάδας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 105/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, β)τη συναγόμενη από τα παραπάνω πρακτικά δικαστική ομολογία της Β.

Χ. του Γ., ιδιοκτήτριας του δευτέρου ορόφου και τμήματος του ισογείου της επίδικης οικοδομής ότι χρησιμοποίησε για την ηλεκτρολογική εγκατάσταση της επίδικης οικίας της έναν ηλεκτρολόγο, ονόματι Σ. και γ)τις τεχνικές εκθέσεις του καθηγητή Ε.Μ.Π. Π Μ., ήτοι έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε και επικαλέστηκε, από τα οποία προέκυπτε η ύπαρξη παράνομης ηλεκτρολογικής εσωτερικής εγκατάστασης στην οριζόντια ιδιοκτησία της ως άνω ιδιοκτήτριας του δευτέρου ορόφου της επίδικης οικοδομής, και που ενίσχυαν την ένστασή της περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην επέλευση της ζημία της από την πρόκληση της πυρκαγιάς στην εν λόγω οικοδομή.

Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής, έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλλομένης απόφασης γίνεται, μάλιστα, ειδική μνεία της αναφερόμενης ως άνω δίκης στο Εφετείο Δυτικής Ελλάδας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 105/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, μετά των προβληθέντων ισχυρισμών της εκεί αντιδίκου της αναιρεσείουσας, Β.

Χ. του Γ., καθόσον στο 11ο φύλλο της αναιρεσιβαλλόμενης, αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Σημειώνεται ότι σε αντίστοιχη κρίση ως προς την αποκλειστική ευθύνη του προστηθέντος της εναγομένης στην πρόκληση της πυρκαγιάς της οικοδομής, όπου και η οριζόντια ιδιοκτησία της ενάγουσας και την κατ' ουσία απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας των ιδιοκτητών του δεύτερου ορόφου και της μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου της πιο πάνω τριώροφης οικοδομής, κατέληξε και η με αριθμό 28/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με τη με αριθμό 105/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς τα σημεία αυτά από τη με αριθμό 95/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου...".

Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις τεχνικές εκθέσεις του καθηγητή Ε.Μ.Π. Π Μ., που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς αντίκρουση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης των ηλεκτρολόγων μηχανικών Λ. Δ. και Α. Α., αναφέρονται δε στην αιτία της πυρκαγιάς της 23.1.2003 στον Β' όροφο της επίδικης οικοδομής και στον εντοπισμό ή μη ευθύνης του προστηθέντος τεχνικού υπαλλήλου της αναιρεσείουσας είναι επίσης αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκομίστηκαν νόμιμα, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που εδράζεται στις ως άνω επικαλούμενες από αυτή επίμαχες τεχνικές εκθέσεις, ότι η πυρκαγιά δεν θα είχε συμβεί αν η οικοδομή διέθετε κατάλληλη εγκατάσταση γείωσης και δεν υπήρχε παράνομη εσωτερική ηλεκτρολογική εγκατάσταση, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε, από προηγούμενο χρόνο, παράνομη εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση και δεν προέκυψαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχαν επαρκής, πλήρης και τεχνικά άρτια γείωση και ισοδυναμικές συνδέσεις στην επίδικη τριώροφη οικοδομή, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο παρόν Δικαστήριο ότι συνεκτιμήθηκαν και οι παραπάνω τεχνικές εκθέσεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι δεν εκτίμησε ορθά τις εν λόγω εκθέσεις, είναι απαράδεκτος, διότι η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου.

Επίσης, η απόφαση αυτή για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, ούτε συνιστά επιβολή ποινής, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση, της οποίες οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου, έστω και αν τα δικόγραφα συντάσσονται στο όνομα του διαδίκου.

Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 489/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις από 19.1.2022 προτάσεις της ζητάει να διαγραφούν οι περιεχόμενες στο δικόγραφο της αναίρεσης επικαλούμενες ανάρμοστες για τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και τους δικαστές του πρωτόδικου δικαστηρίου της ένδικης υπόθεσης, ανάρμοστες φράσεις.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη και στηρίζεται στην αναφερομένη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 206 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι το δικόγραφο της αναίρεσης έχει συντάξει και υπογράψει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ο οποίος την εκπροσωπεί και στην παρούσα δίκη, και στο άρθρο 41 του Ν.4194/2013 του "Κώδικος περί Δικηγόρων" καθώς και στο άρθρο 7 του Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων, σαφώς ορίζονται ότι ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να τηρεί τις αρχές δεοντολογίας που προβλέπονται στον "Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος" και στον "Καταστατικό χάρτη θεμελιωδών αρχών του ευρωπαϊκού νομικού επαγγέλματος και Κώδικα Δεοντολογίας για τους Ευρωπαίους Δικηγόρους" (άρθρ.41 Ν.4194/ 2013), καθώς και ότι ο δικηγόρος πρέπει κατά την άσκηση του λειτουργήματός του "να τηρεί ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων, τόσο στις προφορικές, όσο και στις γραπτές δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, όχι μόνον προς τον αντίδικο συνάδελφο, αλλά και προς τους αντίδικους διάδικους, τους μάρτυρες και όλους τους παράγοντες της δίκης...." (άρθρ. 7 περ.ε' Κώδικα Δεοντολογίας).

Το δικόγραφο της αναίρεσης πράγματι περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, οι οποίες, χωρίς να είναι απαραίτητες για την προσήκουσα υπεράσπιση της τελευταίας εντολέως του, αποβλέπουν σε περιφρόνηση και ονειδισμό της αναιρεσίβλητης, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καθώς και καταφρόνηση προς τους δικαστές του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση (λόγω της απορρίψεως της εφέσεως), όσο και προς τη δικαιοσύνη.

Ενόψει τούτων η αίτηση της αναιρεσίβλητης πρέπει να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η διαγραφή των ανάρμοστων φράσεων που αυτή ζητάει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.01.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4219/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΔΕΧΕΤΑΙ την υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση της αναιρεσίβλητης περί διαγραφής από το αναιρετήριο των ανάρμοστων φράσεων του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διαγραφή από το αναιρετήριο των παρακάτω ανάρμοστων φράσεων, ως αυτές διατυπώνονται στο τέλος της 5ης και στην αρχή της 6ης σελίδας αυτού, ήτοι "Χαρακτηριστική η αμηχανία του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας όταν του εζητήθη η προσαγωγή του κρίσιμου αυτού εγγράφου: ¨Δεν είμαι προετοιμασμένος¨(!)Πλήρης εμπαιγμός του Δικαστηρίου!" ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ