Legislator Case Law & Legislation
1373/2020 AI generated

1373/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1373/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1373/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1373 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1373/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. D. D. του G., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 2. A. T. του M., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Νίκαινα, 3.I. S. του M., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 4. K. του J., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Καμηλάρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 205/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντες - υποστηρίζοντες την κατηγορία: 1. Χ. Ο., 2 Κ. Ο. και 3 Β. Ο., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις 1) στην από 22.2.2019 αίτηση του κατηγορουμένου D. D., 2) στις από 11.6.2019 και 20.6.2019 αιτήσεις του αναιρεσείοντος A. T., 3) η από 21.2.2019 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, I. S., 4) στην από 21.6.2019 αίτηση αναιρέσεως και στους από 14.10.2019 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος I. K., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 974/2019.

Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε: Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους A. T. και I. K., Β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση, Γ) να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και ως προς τους συγκατηγορούμενουςΛ των ως άνω αναιρεσειόντων, D. D., I. S., S. S., G. U., L. B., M. D. και K. B. και Δ) να απορριφθούν ως απαράδεκτες α) η από 22-2-2019 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, D. D. και β) η από 21-2-2019 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, I. S. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των 2ου και 4ου κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 589 παρ. 3 του Ν.ΚΠοινΔ, "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ', τόσο του προϊσχύσαντος όσον και του νυν ισχύοντος ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά της ιδίας απόφασης. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής προϋπόθεση για την απαγόρευση άσκησης δεύτερης αίτησης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή (ΑΠ 115/2020).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση ο δεύτερος αναιρεσείων A. T. του M., άσκησε τις ακόλουθες τρεις αιτήσεις αναίρεσης: (1') την από 11-6-2019 με αριθμ. πρωτ: 44/2019 ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου, (2') την από 11-6-2019 με αριθμ. πρωτ: .../2019 ενώπιον της Αναπληρώτριας Διευθύντριας του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού και (3') την από 20-6-2019 αίτηση του, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 21-6-2019, κατά της υπ' αριθμό 125, 134, 148, 149, 175, 176, 186, 191 και 205/21-6-2018 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Οι αιτήσεις αυτές, κατά την ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης από 11-6-2019 αιτήσεως του, οι άλλες δύο αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, επιτρεπτώς ασκούνται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 4-6-2019 και ασκήθηκαν στις 11/6 και 21/6/2019, αντίστοιχα, θεωρείται, ότι το περιεχόμενο τους συνιστά ενιαίο κείμενο, ερευνώμενο συνολικά από το επιλαμβανόμενο της εκδίκασής τους δικαστήριο και είναι παραδεκτές.

Περαιτέρω, πέραν των ως άνω αιτήσεων του αναιρεσείοντος A. T., εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και οι ακόλουθες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων: (α') από 22-2-20019 με αριθ. πρωτ: 15/19 αίτηση, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού, του D. D. του G., κρατούμενου στο Κατάστημα κράτησης Δομοκού, (β') από 21-2-2019 με αριθμ. πρωτ: ...2019 που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Κέρκυρας του I. S. του M. και (γ') από 21-6-2019 και επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-6-2019 αίτηση και οι επ'αυτής από 14-10-2019 πρόσθετοι λόγοι του κατηγορουμένου, I. K. του , για αναίρεση της ίδιας ως άνω υπ' αριθμό 125, 134, 148, 149, 175, 176, 186, 191 και 205/21-6-2018 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Όλες οι προαναφερθείσες αναιρέσεις, πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

ΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.

Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 512 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και επικαλούμενη νομική πλημμέλεια, δεν αρκεί ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπωμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με άσκηση προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι κατά το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτείται α) αν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καμία αιτιολογία, ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια που αφορά η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία που δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, (απαιτείται) να προσδιορίζεται επιπλέον στο αναιρετήριο σε τί συνίσταται η προβαλλόμενη αιτιολογική πλημμέλεια (έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας) ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο ή τα κεφάλαια της απόφασης που πλήττονται, ποιες ουσιαστικές παραδοχές εμφανίζουν την προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια και σε τί αυτές συνίστανται ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2002, 19/2001).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, στις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των άνω κατηγορουμένων, (α') από 22-2-2019 του D. D. του G., και (β') από 21-2-2019 του I. S. του M., οι οποίοι με την προαναφερθείσα προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκαν για τις αξιόποινες πράξεις, ο πρώτος D. D., της συμμορίας και της απλής συνέργειας σε δύο ληστείες, ήτοι σε βάρος του Ε.

Ο. και της συζύγου του, Χ. Ο., σε συνολική ποινή καθείρξεως 22 ετών και ο δεύτερος I. S., της συμμορίας, της ληστείας σε βάρος της Χ. Ο. και της απλής συνέργειας στη ληστεία σε βάρος του Ε. Ο., σε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι ενός (21) ετών, εκθέτονται σε εκατέρα τούτων τα ακόλουθα: κατά πιστή αντιγραφή, (1) του D.

D., " Διότι η ως άνω απόφαση στερείται αιτιολογίας διότι δεν υπήρξαν ούτε μαρτυρικές καταθέσεις ούτε πραγματικά περιστατικά. Η απόφαση είναι άκυρη διότι σιγή αντιπαρήλθε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου και τα ελαφρυντικά" και (2) του I. S., "Η ως άνω απόφαση στερείται αιτιολογίας διότι δεν έλαβε υπόψη της μαρτυρικές καταθέσεις και πραγματικά περιστατικά.

Η απόφαση είναι άκυρη διότι σιγή αντιπαρήλθε διότι δεν έλαβε υπόψιν της ελαφρυντικά κι αυτοτελώς ισχυρισμούς". Με το ανωτέρω όμως περιεχόμενο, και σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο λόγος αυτός κάθε μια αναίρεσης, στους οποίους δεν προσδιορίζονται παντάπασι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, είναι αόριστος και ανεπίδεκτος εκτιμήσεως.

Ειδικότερα, στις αιτήσεις αναιρέσεως των άνω κατηγορουμένων D. D. και I. S., δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιες μαρτυρικές καταθέσεις και ποια πραγματικά περιστατικά δεν έλαβε υπόψη της, ποιες μαρτυρικές καταθέσεις και ποια πραγματικά περιστατικά δεν υπήρξαν και ακόμη ποιους ειδικότερα αυτοτελείς ισχυρισμούς και ποια ελαφρυντικά αντιπαρήλθε σιγή η ως άνω απόφαση.Κατ' ακολουθία τούτων, οι ως άνω κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων D.

D. του G. και I. S. του M., καθένας από τους οποίους καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανισθεί δια συνηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (αρθρ. 512 παρ.1 εδ. γ, 159, εδ. α και 66 Κ.Π.Δ.), όπως προκύπτει από το από 22/6/2020 δύο αποδεικτικό επίδοσης των υπαλλήλων Γ.

Π. και Χ. Κ. των κατ/των κράτησης Δομοκού και Κέρκυρας αντίστοιχα, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο έκθεμα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 578 παρ.1 ΚΠΔ).

ΙV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Κατά δε το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση αίτησης αναίρεσης στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου εμφανιστεί ο αναιρεσείων και δεν εμφανιστεί ο υποστηρίζων την κατηγορία, καίτοι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα, η συζήτηση της υπόθεσης διεξάγεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (16-10-2020) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο έκθεμα, εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν νόμιμα οι δεύτερος και τέταρτος εκ των ως άνω αναιρεσείοντων A. T. και I. K.. Αντίθετα, δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, θεωρούνται ως δικονομικώς απόντες, οι υποστηρίζοντες την κατηγορία, Χ.

Ο., Κ. Ο. και Β. Ο., οι οποίοι είχαν παραστεί ως υποστηρίζοντες την κατηγορία κατά την πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, καίτοι αυτοί κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 6-7-2020 τρία αποδεικτικά επίδοσης του Κ. Ι. Ε. Αρχιφύλακα στο Α.Τ.

Ύδρας, με τα οποία επιδόθηκε η υπ'αριθμ….2019 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στους ίδιους προσωπικά, προκειμένου αυτοί να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην προαναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού οι υποστηρίζοντες την κατηγορία ερημοδικούν, καίτοι έχουν κλητευθεί νόμιμα, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να συνεχιστεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

V. Kατά τις διατάξεις του άρθρου 233 παρ.1 και 2 του ν.ΚΠοινΔ, που είναι ταυτόσημες με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, εκτός από την προσθήκη στον νέο Κώδικα του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2, "1. Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί ύποπτος, κατηγορούμενος, ή μάρτυρας o οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνέας.

Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, διατίθεται διερμηνεία για την επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Το, κατά τα ανωτέρω εδάφιο, δικαίωμα σε διερμηνέα περιλαμβάνει την προσήκουσα συνδρομή σε άτομα με πρόβλημα ακοής ή ομιλίας. Σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ο εξετάζων εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο μέσο κατά πόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ομιλεί και κατανοεί την ελληνική γλώσσα και αν χρειάζεται την συνδρομή διερμηνέα.

Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η παροχή διερμηνείας ή όταν η ποιότητα της διερμηνείας δεν είναι επαρκής. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει κατά την προδικασία ο εισαγγελέας, κατά την κύρια ανάκριση το δικαστικό συμβούλιο και κατά την κύρια διαδικασία το δικαστήριο.

Εφόσον απαιτείται, μπορεί να γίνεται χρήση τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως η τηλεδιάσκεψη, το τηλέφωνο ή το διαδίκτυο, εκτός αν η προσωπική παρουσία του διερμηνέα κριθεί από τον εξετάζοντα απαραίτητη. 2. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα του μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου από πρόσωπα που διαμένουν ή εργάζονται στην έδρα του και κατά προτίμηση από δημοσίους υπαλλήλους.

Ο πίνακας υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών.... Κάθε χρόνο ισχύει, ωσότου συνταχθεί νέος πίνακας, ο πίνακας που συντάχθηκε το προηγούμενο έτος. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σε αυτόν.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διορίσει διερμηνέα και αυτόν που επιλέγει ο κατηγορούμενος εκτός πίνακα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 139 ΚΠΔ, που ορίζει ότι, "αιτιολογία απαιτείται σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.1 και 2 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β` και δ` του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας, ακουστούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως, είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β`, δ` ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο, αναιρέσεως.

Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ και επομένως δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων, που τηρείται και. καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 233 παρ. 2 του ΚΠΔ (ΑΠ 1006/2019 και 75/2017).

VΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, A. T., καθώς και οι ως άνω συγκατηγορούμενοί του, καταδικάστηκαν για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, επειδή αντιλήφθηκε ότι οι οκτώ (8) πρώτοι κατηγορούμενοι, μεταξύ δε αυτών και ο αναιρεσείων, δεν ομιλούν την Ελληνική, αλλά τη Γεωργιανή γλώσσα, διόρισε διερμηνείς, τις 1) E. S., γεννηθείσα στο T. της Γεωργίας το 1982 και 2) M. K., γεννηθείσα στο ... της Γεωργίας το 1965, οι οποίες βρίσκονταν στο ακροατήριο.

Η διάταξη όμως αυτή της Προέδρου για το διορισμό διερμηνέων, χωρίς να αναφέρεται ότι οι διερμηνείς που ορίστηκαν περιλαμβάνονται στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου που καταρτίζεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρ.233 παρ.2 του ΚΠΔ, εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς η Εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρουν το λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις τους οι κατηγορούμενοι, έχει ως αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Εξάλλου και η αιτιολογία που περιέχεται στην προαναφερόμενη διάταξη της Προέδρου, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνεται ουδεμία αιτιολογία σ' αυτήν, σχετικά με το γεγονός του διορισμού των άνω ως διερμηνείς, οι οποίες "βρίσκονταν στο ακροατήριο", χωρίς να αναφέρεται αν συμπεριλαμβάνονται στον οικείο πίνακα των διερμηνέων του Πρωτοδικείου, ούτε τους λόγους που συνέτρεχαν για τον εκτός του πίνακα διορισμό διερμηνέα, κατά τα οριζόμενα στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 233 του ΚΠΔ (ΑΠ 75/2017, ΑΠ 1243/2019).

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος, συναφείς λόγοι αναίρεσης του κατηγορουμένου, A. T., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντίστοιχα, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.

VΙΙ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 του ΚΠΔ , προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργεί τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Α' και Γ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναίρεσης της απόφασης, αφενός μεν για απόλυτη ακυρότητα, διότι δεν δίδεται η υπερασπιστική δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα (άρθρα 358 και 171 παρ.1δ' ΚΠΔ) και αφετέρου για παραβίαση των αρχών της προφορικότητος της συζήτησης στο ακροατήριο και της δημοσιότητος της δίκης. (ΑΠ 373/2017).

Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή το μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο περιεχόμενο αυτού προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν αυτό αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ΑΠ1/2017 και 911/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες έρευνας του λόγου αναίρεσης, επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς , για το σχηματισμό της περί της ενοχής των κατηγορουμένων κρίσης του στηρίχθηκε αμέσως, κατά τα ρητώς αναφερόμενα στο σκεπτικό του (σελ. 210-211), μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και στις "απολογίες των κατηγορουμένων κατά την προδικασία και την κυρία ανάκριση...".

Όμως, από την επισκόπηση των ίδιων ως άνω πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει ότι πράγματι, δεν αναγνώσθηκαν οι επικαλούμενες στο σκεπτικό απολογίες (σελ.106 έως 121) ούτε προκύπτει το περιεχόμενό αυτών από άλλα, παραδεκτώς ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά μέσα, αλλά ούτε και ιστορικώς και μόνον μνημονεύονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αντιθέτως, από την προπαρατεθείσα περικοπή της σναιρεσιβαλόμενης απόφασης σαφώς συνάγεται ότι οι εν λόγω μη αναγνωσθείσες απολογίες, λήφθηκαν υπόψη για να θεμελιωθεί η περί ενοχής κρίση των κατηγορουμένων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο υπέπεσε στις εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' και Γ' ΚΠΔ πλημμέλειες και είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης. V

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α` του ΚΠΔ, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β".

Στην προκειμένη περίπτωση με την κατά τα ως άνω διάταξη της Προέδρου, για το διορισμό διερμηνέων, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, η κρινόμενη από 21-6-2019 αίτηση αναιρέσεως και οι από 14-10-2019 πρόσθετοι λόγοι του κατηγορουμένου, I.

K., ο οποίος καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, σε βάρος του Ε. Ο., της απλής συνέργειας στη ληστεία σε βάρος της Χ. Ο. και της συμμορίας, σε δις ισόβια κάθειρξη και συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης ένδεκα (11) ετών, που είναι παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον προαναφερθέντα λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α` ΚΠΔ και ως προς αυτόν τον αναιρεσείοντα-κατηγορουμένο. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, τόσο του κατηγορουμένου, A. T., όσο και η έρευνα των λόγων του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου, I.

K., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς αυτούς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΙV. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ` αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους".

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές δε προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.

Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.

Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 220/2016 ΑΠ 734/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, A. T., για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τον διορισμό των διερμηνέων, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της περί της ενοχής των κατηγορουμένων κρίσης του, των προαναφερθέντων εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του άνω αναιρεσείοντος αλλά αφορούν και τους συγκατηγορούμενους και συγκαταδικασθέντες κατά τα ανωτέρω, για τις ίδιες ως άνω αξιόποινες πράξεις (πλην της ανθρωποκτονίας) ήτοι ως συνεργοί ή συναυτουργούς στις πράξεις ληστείας και της συμμορίας, D. D. και I. S., οι οποίοι άσκησαν αναιρέσεις και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, καθώς και τους S. S., G. U., L. B., M. D. και K. B., (την τελευταία, για την οποία δεν διορίστηκε διερμηνέας, αφού μιλούσε την Ελληνική, αφορά μόνον ο δεύτερος λόγος της απόλυτης ακυρότητας), οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει, κατ` άρθρο 469 του Κ.Π.Δ., να επεκταθεί και στους ωφελούμενους προαναφερθέντες, συγκατηγορουμένους και συγκαταδικασθέντες στην δευτεροβάθμια δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Αναιρεί την υπ' αρ. 125, 134, 148, 149, 175, 176, 186, 191 κι 205/21-6-2018 απόφασή του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, A. T. του M. και I. K., του J..

Β) Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση, Γ) Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα της ανωτέρω αποφάσεως και ως προς τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος, D. D., I. S. του M., S. S. του I., G. U., του Ι., L. B. του Giyi, M. D. του I. και K. B. του V..

Δ) Απορρίπτει ως απαράδεκτες τις από: α) 22-2-2019 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, D. D. του G. κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού και β) 21-2-2019 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, I. S. του M. κρατούμενος στο Κατάστημα Κράτησης Κέρκυρας και επιβάλλει στους αναιρεσείοντες αυτούς, τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία καθορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ