Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal grounds and failure to cite violated statutes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a loan contract dispute. The appellant argued that the lower court misapplied loan and partnership laws but failed to specify which statutes were violated or provide substantive facts supporting the claim. The court rejected this because the appeal grounds were vague, did not identify the exact legal provisions breached, and lacked the necessary factual basis required for a successful review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10), 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal provisions violated and the substantive facts constituting the error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1373 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1373/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται από την ορισθείσα με την υπ' αριθ. 2827/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαστική συμπαραστάτρια Ε. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μαντρατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Ι., 2) Ι. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μεταξά και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 10-7-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 352/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε από τον Κ. Μ., ο οποίος ήδη με την υπ' αριθ. 2827/ 30-11-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τέθηκε υπό δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπείται από την ορισθείσα ως δικαστική συμπαραστάτρια Ε. Μ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή η από 11-11-2015 έφεση και οι από 13-7-2016 πρόσθετοι λόγοι αυτής των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 11/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την από 14-1-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή του αιτουμένου με αυτή ποσού από σύμβαση δανείου και αφού εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση, δικάστηκε η άνω αγωγή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, διότι δέχτηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και εντεύθεν απέρριψε την αγωγή του, με την οποία, μετά περιορισμό του αιτήματός της, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) να του καταβάλλουν το ποσό των 471.000,00€, που είχε παραδώσει σ'αυτούς ως δάνειο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, που είχαν αναλάβει στην περιοχή ...
και όφειλαν να του το αποδώσουν μετά την αποπεράτωση της οικοδομής και την πώληση των περιερχομένων σ' αυτούς αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών. Ειδικότερα, προβάλλει ότι το Εφετείο ταύτισε τους εναγόμενους (ήδη αναιρεσίβλητους) με την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και περαιτέρω δέχτηκε, ότι αυτοί συνέστησαν αφανή εταιρεία με εμφανή εταίρο την ανώνυμη εταιρεία και αφανή αυτόν για την ανέγερση της οικοδομής στη ...
και ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ο τελευταίος κατέβαλε το αιτούμενο με την αγωγή του χρηματικό ποσό και όχι βάσει της επικαλούμενης με την αγωγή σύμβασης δανείου και έτσι, απέρριψε την αγωγή του, χωρίς όμως να διατάξει αποδείξεις περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι και η ανώνυμη εταιρεία ταυτίζονται και ότι αυτοί και ο αναιρεσείων συνέστησαν μεταξύ τους αφανή εταιρεία και χωρίς να εκθέτει σε ποιά αποδεικτικά στοιχεία στήριξε το άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι το εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα της απόρριψης της αγωγής ως αβάσιμης, αφού έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσδιόρισε κατ' αριθμό και λοιπά στοιχεία και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του εφετείου.
Επιπλέον, το εφετείο ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν αναγκαία η επί μέρους αναφορά, εξειδίκευση και αξιολόγηση των άνω αποδεικτικών μέσων, στα οποία στηρίχθηκε, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, προέβη και σε ιδιαίτερη αναφορά και αξιολόγηση αυτών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρεται το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της, κατ' επιλογήν αυτού, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αυτής ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το πόρισμά της ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ταυτίζονται με την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και περαιτέρω, ότι αυτοί συνέστησαν αφανή εταιρεία με εμφανή εταίρο την ανώνυμη εταιρεία και αφανή αυτόν και ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής ο τελευταίος κατέβαλε το αιτούμενο με την αγωγή του χρηματικό ποσό και όχι βάσει της επικαλούμενης με την αγωγή του σύμβασης δανείου.
Ειδικότερα σε σχέση με τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφέροντας κατ' επιλογήν και αποσπασματικά ορισμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αιτιάται ότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε το εφετείο για να καταλήξει στο άνω συμπέρασμα και σε σχέση με τις αντιφατικές αιτιολογίες, ότι άλλοτε αναφέρεται ότι αυτός συναλλάχθηκε με τους εναγόμενους και άλλοτε με την ανώνυμη εταιρεία, άλλοτε ότι αυτός είχε αναλάβει την οικονομική κάλυψη των εξόδων της συνεργασίας τους και άλλοτε ότι συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία κατασκευής, ότι παρακολουθούσε τις εργασίες, ότι επέλεξε το σοβατζή, τον υδραυλικό, τον πλακά και ενδιαφερόταν για την εξεύρεση αγοραστών και άλλοτε ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και άλλοτε ότι και η σύζυγός του αναμείχθηκε και εκπόνησε τη μελέτη της οικοδομής.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης, ούτως ώστε να κριθεί από το σύνολο των παραδοχών, εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσης, ως έχουσα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και επιπλέον, δεν αναφέρονται και οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ' αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που διαλαμβάνονται επιλεκτικά και αποσπασματικά, ως κατ' ουσίαν εσφαλμένη, είναι, κατά το μέρος αυτό, απαράδεκτος, διότι η επ' αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1056/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε τις διατάξεις περί δανείου, τις οποίες δεν εφάρμοσε, καθώς και τις διατάξεις περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι δεν προσέφυγε σ' αυτές, ώστε να κρίνει τη μεταξύ αυτού και των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων) σχέση και εσφαλμένα κατέληξε ότι η συναλλαγή μεταξύ τους είχε γίνει όχι στα πλαίσια σύμβασης δανείου, αλλά αφανούς εταιρείας με αφανή εταίρο αυτόν και εμφανή εταίρο την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", επιπλέον δε δεν περιέλαβε μείζονα πρόταση σε σχέση με την έννοια της αφανούς εταιρείας και του δανείου, το οποίο δεν δέχτηκε και στο οποίο στηριζόταν η αγωγή του και εντεύθεν την απέρριψε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων, πέραν του ότι δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα την παραβιασθείσα διάταξη, αλλά αναφέρεται γενικώς στις διατάξεις περί δανείου και αφανούς εταιρείας, περιορίζεται στο να αναφέρει την κατά τις απόψεις του εφαρμογή των διατάξεων περί δανείου, χωρίς όμως να διαλάβει στο αναιρετήριο τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση με τη μη υπαγωγή τους στις διατάξεις περί δανείου, λαμβανομένου επιπλέον ότι δεν αρκούν προς τούτο ούτε οι επιλεκτικώς και αποσπασματικώς μόνον αναφερόμενες υπό του αναιρεσείοντες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, αόριστος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος που αναφέρεται σε παραβίαση των διατάξεων περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και τούτο διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το εφετείο, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Ούτε, τέλος ήταν αναγκαία η κατάστρωση μείζονος πρότασης στην απόφαση σε σχέση με τις έννοιες του δανείου και της αφανούς εταιρείας, δεδομένου ότι η εσφαλμένη ή μη εφαρμογή των διατάξεων κρίνεται από τις ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2017 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 352/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ