1373/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1373/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".
Full text
Απόφαση 1373 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1373/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- καθού η κλήση: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φαρμακίδη-Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.
Κοινοποιουμένη στους αναγκαίους ομοδίκους του αναιρεσείοντος: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι.Μ.-Ν.Ζ. και ΣΙΑ ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑUTOGAMA" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ν. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., 3. Γ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 4. Μ. συζ. Γ. Γ. το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., 5. Θ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 6. Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 7. Φ. Γ. του Γ., κατοίκου Ν..., 8. Γ. συζ. Ν. Π. το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., 9. Α. χήρα Γ. Α., κατοίκου ..., 10. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 11. Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-2-2002 και 20-2-2002 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 974/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-5-2008 αίτησή του και τους από 7-10-2008 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 1103/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4-10-2010 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 4-10-2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα φέρεται σε νέα συζήτηση, η από 8-5-2010 αίτηση αναίρεσης και το από 7-10-2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής, κληθέντων, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, και των αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος, που δεν άσκησαν αναίρεση, όπως προκύπτει τούτο από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 11080Β, 11083Β, 11089β, 11086Β/20-1-2011, 11266Β/21-3-2011, 11123Β, 11120Β/31-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικ.
επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και υπ' αριθμ. 3716Β, 3704Β, 3703Β και 3695Β/15-12-2010, όμοιες της δικ. επιμελήτριας Αιγίου ... . Από το άρθρο 569§2 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης.
Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου, καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, το από 7-10-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-11-2008, ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 8-2-2010, πλην όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και δη εμπροθέσμως, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως, η δε επίδοση από τον αναιρεσίβλητο του δικογράφου των προσθέτων έχει γίνει εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Για την ίδρυση του εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει το αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων πού συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή (ισχυρισμό) πού ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως στο Εφετείο δεκατέσσερες αποδείξεις συνολικού ποσού 6.800.000 δραχμών, προς απόδειξη ισχυρισμού του περί εξοφλήσεως, το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, απέρριψε τον ως άνω περί εξοφλήσεως ισχυρισμό, ως μη ασκούντα επιρροή στην ενώπιόν του δίκη, δεχόμενο ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό αποσβέσεως των επιδίκων δανείων, αφού ρητά οι τότε εκκαλούντες, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, ανέφεραν στις κοινές προτάσεις που κατέθεσαν, ότι με τις γενόμενες καταβολές της εναγομένης δανειολήπτριας εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας ήταν και ο αναιρεσείων, αποσβέστηκαν άλλα δάνεια του αναιρεσιβλήτου και όχι τα επίδικα, τη σύναψη των οποίων αρνήθηκαν ρητά. Επομένως, εφόσον το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο, δεν ήταν πρόσφορο προς απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για το ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα κατάρτισης των επιδίκων δανείων μεταξύ της δανειολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος της οποίας ήταν ο αναιρεσείων και του αναιρεσιβλήτου, συνολικού ποσού 11.000.000 δραχμών, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Επομένως, δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο από την ανωτέρω διάταξη δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
Ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. (και όχι 13), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέδωσε στην κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως αυξημένη αποδεικτική δύναμη, με το να θεωρήσει ως αποδειχθείσα από μόνη την κατάθεσή του την κατάρτιση των επιδίκων δανείων, ενώ δεν απέδωσε την προσήκουσα δύναμη αποδείξεως στις αναφερθείσες ανωτέρω εξοφλητικές αποδείξεις, αφού δεν τις έλαβε υπόψη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο εκτίμησε ελεύθερα την κατάθεση αυτή σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αλλά και τις εξοφλητικές αποδείξεις για τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι δεν αφορούν λυσιτελή ισχυρισμό.
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι με το να διατάξει την προσωπική του κράτηση, παρά το ότι ήταν αποδεδειγμένη η οικονομική αδυναμία του για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως αποδόσεως των επιδίκων δανείων παραβίασε το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η επικαλούμενη αιτίαση πλήττει την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων απαγγελίας προσωπικής κράτησης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις".
Περαιτέρω με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".
Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη εκ συμβάσεως.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω νόμου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ` εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή. Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων ήταν ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι.Μ.-Ν.Ζ. και Σια ΟΕ", στην οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος μεταβίβασε για τις ανάγκες της εμπορίας της, σε εκτέλεση καταρτισθεισών μεταξύ τους διαδοχικών συμβάσεων δανείου που συμφωνήθηκαν έντοκα το συνολικό ποσό των 11.000.000 δραχμών, συμβάσεις τις οποίες κατήγγειλε προφορικά αυτός και ζήτησε την απόδοση των δανεισθέντων ποσών με τους συμφωνηθέντες τόκους, για την οποία απόδοση δέχθηκε το Εφετείο ότι ευθύνονται εις ολόκληρον η δανειολήπτρια εταιρία και ο αναιρεσείων ως ομόρρυθμο μέλος της (μετά των λοιπών ομορρύθμων εταίρων), ενεχόμενος και με προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της ανωτέρω εκ δανείου χρηματικής απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας, ως ομορρύθμου εταίρου εμπορικής εταιρείας και της εμπορικότητας της διαφοράς.
Επίσης το Εφετείο, απέρριψε την προβληθείσα πρωτοβαθμίως και επαναφερθείσα στο εφετείο ένσταση των εναγομένων ότι βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία να εκπληρώσουν την άνω εκ δανείου ληξιπρόθεσμη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την παραδοχή ότι "ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος και (είναι) απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι δεν διαθέτουν άλλα μη εμφανή περιουσιακά στοιχεία".
Ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση (και) του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε και ο ήδη αναιρεσείων, να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς συνεναγομένους του, στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 63.269,73 ευρώ νομιμοτόκως, απαγγέλθηκε δε και σε βάρος του προσωπική κράτηση ως μέσον εκτελέσεως της αποφάσεως.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε σαφή, αρκούντως επαρκή και όχι αντιφατική αιτιολογία ως προς την έλλειψη συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την βασιμότητα της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί αδυναμίας εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων λόγω οικονομικής αδυναμίας, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των περιουσιακών στοιχείων που διέθεταν οι εναγόμενοι, ούτε από ποια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται η δυνατότητα εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων αυτών.
Δεν ήταν επίσης αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναφορά, από ποια ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί της καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων δανείου, ενώ εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε στον πρώτο λόγο, περιέχει η προσβαλλόμενη σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της ότι ο περί εξοφλήσεως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στερείται έννομης επιρροής εφόσον κατά τα υπό των τότε εναγομένων με τις προτάσεις τους ομολογηθέντα, δεδομένου ότι αρνήθηκαν την σύναψη των επιδίκων δανείων, οι επίδικες καταβολές δεν αφορούν αυτά αλλά άλλα δάνεια, συναφθέντα σε διαφορετικούς από τους επικαλούμενους με την αγωγή χρόνους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ (λόγω έλλειψης ενάριθμης πλημμέλειας), ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, με το να απορρίψει το λόγο της εφέσεώς του με τον οποίο παραπονέθηκε για τη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αναφερομένων στο αναιρετήριο δύο εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών του κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι αφορά αιτίαση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε περίπτωση δε, ενόψει της διάταξης του άρθρου 529 ΚΠολΔ που επιτρέπει την επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, παραδεκτώς λήφθηκαν υπόψη αυτά από το Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2008 αίτηση και το από 7 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 974/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ