Legislator Case Law & Legislation
1373/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds and improper admissibility of omitted claims.

Case Number 1373/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant raised multiple grounds for appeal, including alleged violations of common sense teachings and failure to consider specific claims. The court ruled these grounds inadmissible or unfounded because they lacked specific details regarding the violation of common sense or failed to meet the legal requirements for admissibility regarding omitted claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 498(1), 568(1), 4, 576(1)-(3) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines procedural violations of common sense teachings only if they concern legal interpretation or application of facts, and grounds for appeal must be specific and admissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility common sense teachings omitted claims procedural violation specific grounds requirement dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1373 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1373/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4. Oι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Μιχαηλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-4-2002 και 21-4-2003 τριτανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 5-9-2002 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22050/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2062/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-10-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 3-3-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξ άλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν, ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την δικάσιμο εκείνη (αρχική).

Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση από το οικείο πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι Ψ3 και Ψ4, τόσο κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 5-3-2007, όσο και κατά την προκείμενη νέα, μετ' αναβολή από εκείνη, δικάσιμο της 25-2-2008, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας προκύπτει ότι την αρχική συζήτηση είχε επισπεύσει ο αναιρεσείων και ότι οι απολιπόμενοι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί κατά την δικάσιμο εκείνη (5-3-2007) νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα της 5-3-2007 και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην τέταρτη αναιρεσίβλητη Ψ4 και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3, ενώ συγχρόνως περίληψη του επιδοθέντος δικογράφου δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες κατ' άρθρο 135§1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στις εφημερίδες "Αυγή" και "Τύπος Θεσσαλονίκης" που υπέδειξε ο Εισαγγελέας στον οποίο έγινε η επίδοση.

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά αναφερόμενη στην αρχή νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά την εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). Η κρινόμενη αναίρεση ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά των τρίτου και τέταρτης από τους αναιρεσίβλητους είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει περιληφθεί διάταξη υπέρ των αναιρεσιβλήτων αυτών, που, κατά το ίδιο δικόγραφο, υπήρξαν ομόδικοι του αναιρεσείοντος στη δευτεροβάθμια δίκη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή αναφορά, γίνεται αδιστάκτως βέβαιο και δεν γεννάται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τις καταθέσεις των μαρτύρων, του αναιρεσείοντα Α και των αναιρεσιβλήτων Β, τους λογαριασμούς δημοσίων οργανισμών παροχής ρεύματος και νερού χρονικού διαστήματος μετά το Σεπτέμβριο 1984 και τη με αριθ. .....

ένορκη βεβαίωση του Γ, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης. Δεν προκύπτει δε το αντίθετο από τη μη ειδική αξιολόγηση από το Εφετείο καθενός χωριστά των αποδεικτικών αυτών μέσων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αντίθετη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' άρθρο 936§1 ΚΠολΔικ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμα του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής δικαίωμα το οποίο νομιμοποιεί τον τρίτο ως ανακόπτοντα, μπορεί να είναι και το από το άρθρο 281 ΑΚ ουσιαστικό δικαίωμα απόκρουσης του δικαιώματος του καθ' ου η εκτέλεση, το οποίο, ασκούμενο από τον επισπεύδοντα, υπόκειται σε όσους περιορισμούς θα υπόκειτο αν είχε ασκηθεί από τον καθ' ου η εκτέλεση (Ολ.

ΑΠ 448/1984). Εξ άλλου ναι μεν από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία επί τμήματος ή διαμερίσματος ορόφου της όλης οικοδομής και αν αυτό είναι αυτοτελές, αν δεν έχει νόμιμα συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, ώστε να αποτελεί χωριστή οριζόντια ιδιοκτησία (ΑΠ 1/1984).

Μπορεί όμως κατ' άρθρο 993 ΑΚ, από λόγους πρακτικής σκοπιμότητας, να αποκτηθεί νομή επί συστατικού μέρους πράγματος, κινητού ή ακινήτου, με την προϋπόθεση, αφ' ενός το συστατικό μέρος του πράγματος στο οποίο ασκείται η νομή, να είναι εξωτερικά χωριστό και διακριτό, όπως είναι το διαμέρισμα πολυόροφης οικοδομής και αφετέρου να είναι επί του συστατικού αυτού μέρους δυνατή, κατά τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου, η άσκηση χωριστής νομής (ΑΠ 1705/1981, ΑΠ 579/1982).

Περαιτέρω κατ' άρθρο 919 αριθ. 2 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επιδίκου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους του άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος, μετά τη σύνταξη του εγγράφου, ή την έκδοση του τίτλου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποφεύγουν την εκτέλεση, όσοι απέκτησαν την νομή και κατοχή του πράγματος μετά την άσκηση της αγωγής, όπως και όσοι απέκτησαν τη νομή και κατοχή αυτού κατά πρωτότυπο τρόπο, χωρίς η νομή και κατοχή αυτή να οδήγησε σε κτήση εμπράγματου δικαιώματος και εν γένει στην περίπτωση κατά την οποία η διαρκούσης της δίκης ή μετά το πέρας αυτής αποκτηθείσα νομή ή κατοχή δεν στηρίζεται σε διαδοχή.

Στις περιπτώσεις αυτές ο νομέας και κάτοχος, δεν αποτελεί παθητικό αντικείμενο της εκτέλεσης και κατά συνέπεια, ως τρίτος μπορεί κατ' άρθρο 936 ΚΠολΔ, να αποκρούσει την κατ' αυτού στρεφόμενη εκτέλεση και να ζητήσει, προς προστασία της νομής και κατοχής του στο ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της εκτέλεσης, την ακύρωση της εκτελεστικής αυτής διαδικασίας, με την άσκηση ανακοπής τρίτου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... εργολαβικού συμβολαίου ανεγέρσεως πολυορόφου οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής και προσυμφώνου συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών επί των κατ' ιδίαν διαμερισμάτων αυτής της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κλεοπάτρας Καριπίδου-Χειμωνίδου, οι αναφερόμενοι σ' αυτό οικοπεδούχοι, συνιδιοκτήτες ενός οικοπέδου, μετά παλαιού κτίσματος στην οδό ....., στην ....., εμβαδού 147μ2, ανέθεσαν της ανέγερση επ' αυτού πολυόροφης οικοδομής αποτελούμενης από τεσσάρους ορόφους και ενός "ρετιρέ" στον εργολάβο Ψ3, τρίτο αναιρεσίβλητο.

Ως αντιπαροχή του εργολάβου οι οικοπεδούχοι υπεσχέθησαν να του μεταβιβάσουν 631/1000 του οικοπέδου με τα αντιστοιχούντα σ' αυτά διαμερίσματα, [οριζόντιες ιδιοκτησίες] που επρόκειτο να κατασκευασθούν. Συνάμα υπεσχέθησαν να συμπράττουν στη μεταβίβαση του αναλογούντος επί του εδάφους ποσοστού εκάστης οριζοντίου ιδιοκτησίας χωριστής προς τον υπό του εργολάβου υποδειχθησόμενο αγοραστή, αναφορικά βέβαια με τα προσυμφωνηθέντα να περιέλθουν σ' αυτόν διαμερίσματα, ενώ τα λοιπά θα περιήρχοντο εις ένα έκαστο των οικοπεδούχων, ως ιδιοκτησία, σύμφωνα με το άνω εργολαβικό και την υπ' αριθμ. .....

Διορθωτική Πράξη αυτού της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, ως και την υπ' αριθμ. ..... τροποποιητική και συμπληρωματική πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Στυλιανής Στουπάκη. Ο εργολάβος Ψ3, τρίτος αναιρεσίβλητος, συμφώνησε αρχές του έτους 1982, ατύπως την πώληση στον Ψ1, πρώτο αναιρεσίβλητο, ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της άνω οικοδομής, η οποία είχε τότε κατά το μεγαλύτερο μέρος τελειωθεί (κυρίως ως προς το σκελετό και τα κατ' ιδίαν διαμερίσματά της αλλά και την τοποθέτηση κουφωμάτων θυρών και την εκτέλεση επιχρισμάτων), τουλάχιστον ως προς τα διαμερίσματα του πρώτου και δευτέρου ορόφου.

Ως τίμημα για την πώληση αυτή συμφωνήθηκε το ποσό του 1.600.000 δραχμών, το οποίο και κατέβαλε εξ ολοκλήρου έως το 1985 ο (ατύπως) αγοραστής, Ψ1. Το εν λόγω ατύπως πωληθέν από τον Ψ3 προς τον Ψ1 διαμέρισμα, ανήκε εις εκείνα που θα λάμβανε ως αντιπαροχή ο εργολάβος, και που κατά το άνω εργολαβικό προσύμφωνο, είχε και το δικαίωμα να εισπράξει και το τίμημα.

Ο ρηθείς αγοραστής Ψ1 και η συνεναγόμενη και δεύτερη αναιρεσίβλητη σύζυγός του Ψ2, είχαν τότε έλθει από την ..... και είχαν ανάγκη να στεγασθούν άμεσα. Έτσι, περί τα τέλη του έτους 1982 με αρχές του 1983 εγκαταστάθηκαν, κατόπιν συμφωνίας με τον άνω εργολάβο - πωλητή και τη ρητή πληρεξουσιότητα και έγκριση μετά των οικοπεδούχων άρα με τη θέλησή τους, στη νομή του άνω μνημονευμένου διαμερίσματος, παρότι τούτο δεν είχε πλήρως αποπερατωθεί και παρότι στους υπολοίπους ορόφους της οικοδομής αυτής εγένετο ακόμη εργασίες αποπερατώσεώς της.

Ο Ψ1 και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στη νομή του άνω διαμερίσματος τέλη 1982 με αρχές 1983 και χρησιμοποιούσαν ρεύμα από τη βιομηχανική παροχή ρεύματος προς τον εργολάβο, ομοίως δε και νερό με την συγκατάθεση εκείνου, μέχρι να αποπερατωθεί η οικοδομή πλήρως, να παραληφθεί και να γίνει σύνδεση με τα δίκτυα παροχής ρεύματος, νερού κ.λ.π.

κανονικά. Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) ο άνω εργολάβος, υποσχέθηκε, με το υπ' αριθμ. ..... προσύμφωνο της αυτής Συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Στυλιανής Στουπάκη, προς τον αναιρεσείοντα Χ να του πωλήσει και του μεταβιβάσει το άνω (ίδιο) διαμέρισμα αντί τιμήματος 1.950.000 δραχμών, η καταβολή του οποίου δεν προκύπτει αν έλαβε χώρα.

Συγχρόνως, δια του ίδιου αυτού προσυμφώνου πωλήσεως παρέσχε προς τον εξ αυτού προαγοραστή Χ το δικαίωμα να χωρήσει ο ίδιος στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, σε περίπτωση, που το προσυμφωνηθέν και πιστωθέν τίμημα είχε εξοφληθεί ως την 30η Ιουλίου του έτους 1982, ο δε εργολάβος και οι οικοπεδούχοι, εγγράφως προσκληθησόμενοι, αρνηθούν να προσέλθουν για την κατάρτιση αυτού.

Ακόμη, με το άνω προσύμφωνο είχε συμφωνηθεί ότι οι πωλητές, εργολάβος και οικοπεδούχος δικαιούνταν να υπαναχωρήσουν μέχρι την 30-7-1982, εφόσον το τίμημα δεν κατεβάλλετο ως την ημερομηνία αυτή από τον Χ. Ο τελευταίος χωρίς να προκύπτει αν κατέβαλε το τίμημα, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και χωρίς να προκύπτει άσκηση του συμβατικού δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του εκ προσυμφώνου πωλητού και των οικοπεδούχων, παρά μόνον άρνηση αυτών να προσέλθουν ένα χρόνο μετά, στις .....

ενώπιον της Συμβολαιογράφου Στυλ. Στουπάκη για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, προσκληθέντες προς τούτο εγγράφως, προχώρησε στην δι' αυτοσυμβάσεως κατάρτιση του υπ' αριθμ. ..... οριστικού συμβολαίου αγοράς του άνω διαμερίσματος, νομίμως μεταγραφέντος στον ..... με Α/Α ..... του Υποθηκοφυλακείου Θεσ/νίκης, και απέκτησε έκτοτε την κυριότητα επί του διαμερίσματος αυτού, όχι όμως και τη νομή του.

Τη νομή στο διαμέρισμα αυτό, ως το χρόνο μεταγραφής του άνω συμβολαίου την 19-7-1983 αφότου και συνεστήθη οριστικώς επ' αυτού η πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας και έκτοτε κατέστη τούτο χωριστή οριζόντια ιδιοκτησία, δεκτική ιδιαιτέρου εμπραγμάτου δικαιώματος, αλλά και νομής με διάνοια κυρίου (animo domini), που άγει πλέον σε κτήση κυριότητας και με χρησικτησία (νομή χρησικτησίας), την είχε ο Ψ1 και η σύζυγός του Ψ2, όπως και μετά το χρόνο αυτό.

Ο Ψ1 και η σύζυγός του Ψ2, απέκτησαν, όπως προαναφέρθηκε, τη νομή από τον εργολάβο και τους οικοπεδούχους με σύμβαση από τις αρχές του 1983, και διατήρησαν αυτή συνεχώς μέχρι την 19-7-1983, που το διαμέρισμα αυτό, δεν είχε μεν καταστεί χωριστή οριζόντια ιδιοκτησία, ήταν όμως ως συστατικό μέρος της οικοδομής, εξωτερικώς διακριτό και χωριστό τμήμα, επί του οποίου, κατά τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου, μπορούσε να ασκείται χωριστή νομή.

Και τη νομή αυτή, κατά συμβατική παραχώρηση αυτής (ατύπως αιτία αγοράς) την ασκούσαν, κατά τα άνω, ο Ψ1 και η Ψ2 με διάνοια δικαιούχων οικήσεως, αφού είχαν το διαμέρισμα ως κατοικία τους, όπου έμεναν από τις αρχές του 1983, πιστεύοντας ότι θα καταρτισθούν "και τυπικά", τα συμβόλαια. Η νομή τους δε αυτή, κατά το χρονικό αυτό διάστημα από 1-1-1983 έως 19-7-1983, ήταν νομή προστατευόμενη με τις αγωγές περί νομής έναντι παντός, όπως και αντιτάξιμη και κατά του επισπεύδοντος κατά του κυρίου του διαμερίσματος κατάσχεση.

Οι άνω μνημονευμένοι εναγόμενοι παρέμειναν στη νομή του επιδίκου διαμερίσματος αυτού, ασκώντας αυτή, αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίων και μετά την 19-2-2002, ημερομηνία κατά την οποία τους επιδόθηκε η υπ' αριθμ. καταθέσεως ..... αγωγή διεκδικήσεως του αναιρεσείοντος Χ, ως κυρίου του επιδίκου διαμερίσματος, και επέφερε τη διακοπή του χρόνου χρησικτησίας αυτών, ο οποίος ως τότε ήταν 19 έτη και 2 μήνες, χωρίς να συμπληρωθεί εικοσαετία, αφού:

ο χρόνος νομής τους από 1-1-1983 έως 19-7-1983 στο επίδικο, ήταν νομή συστατικού μέρους. Από όλους τους ιδιοκτήτες των λοιπών, της οικοδομής, διαμερισμάτων και κυρίως από τους οικοπεδούχους, αλλά και τους γείτονες, ανεγνωρίζοντο, οι Ψ1 και Ψ2, ως ιδιοκτήτες του επιδίκου αυτού διαμερίσματος. Ο αναιρεσείων Χ, που κατέστη δια του άνω συμβολαίου, καταρτισθέντος δι' αυτοσυμβάσεως, κύριος του επιδίκου διαμερίσματος από 19-7-1983, ουδέποτε μέχρι το 1997 εμφανίστηκε στο διαμέρισμα αυτό.

Αντίθετα προκύπτει, ότι ο εργολάβος, Ψ3, αμφισβήτησε δικαστικώς το κύρος του άνω συμβολαίου κτήσεως της κυριότητας του Χ επί του επιδίκου, προσβάλλοντας αυτό ως εικονικό. Ειδικότερα, ο μνημονευθείς εργολάβος, με την υπ' αριθμ. κατ. ..... αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι είχε ανάγκη χρημάτων και ο Χ υποσχέθηκε να του δανείσει ποσό 1.700.000 δραχμών, επιστρεπτέο σε 50 ημέρες με τόκο 250.000 δραχμές.

Δέχθηκε δε ο Ψ3, έστω και με υπερβάλλοντες των νομίμων τόκους, να λάβει το ποσό αυτό, πλην ο Χ του ζήτησε, προς εξασφάλισή του, εκ του δανείου, και τη μεταβίβαση δύο διαμερισμάτων, ως και την κατάρτιση προσυμφώνου. Ζήτησε δε (ο Ψ3) την ακύρωση του προσυμφώνου και του εις εκτέλεση αυτού ως άνω ..... (με αυτοσύμβαση) συμβολαίων, ως εικονικών, άλλως ως γενομένων κατ' εκμετάλλευση της ανάγκης του.

Οι συμβάσεις όμως αυτές κρίθηκαν ως σπουδαίες και έγκυρες και η αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα. Έκρινε δε το Εφετείο ότι το γεγονός, αυτό που προβάλλεται από τον Χ κατά των Ψ1 και Ψ2 σπουδαία και έγκυρη, δεν δεσμεύει και τους ανακόπτοντες και εναγομένους στη δίκη αυτή Ψ1 , νομέων του επιδίκου από αρχές του 1983 δηλ.

επί 19 έτη και 8 1/2 μήνες, ανεξάρτητα από το αν η νομή των τελευταίων από 1-1-1983 έως 19-7-1983 δεν ήταν νομή χρησικτησίας, αλλά νομή δικαίου, και ανεξάρτητα επίσης, από το γεγονός ότι το παραγόμενο δεδικασμένο από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων, που έκριναν τη σύμβαση μεταξύ Ψ3 και Χκαι Ψ2, δεν αποτελεί αποχρώντα λόγο για αυτόν (Χ) να μην αναζητήσει τη νομή του ακινήτου που αγόρασε, ουδέ καν ως το 1997 να πράξει κάτι, και ιδίως να ασκήσει τη διεκδικητική αγωγή, ως κύριος του επιδίκου.

Τούτο γιατί δεν είναι σύμφωνο με τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της κυριότητά του στις συναλλαγές, αφού, παρότι αγόρασε ένα διαμέρισμα το 1983, είτε να κατοικήσει ο ίδιος είτε να το εκμεταλλευθεί, τίποτε εξ αυτών δεν έκαμε, ενώ ως κύριος αυτού, μπορούσε να έλθει σε επαφή με τους ευρισκόμενους στη νομή αυτού εναγομένους και να ζητήσει την αποβολή τους ή την παραμονή τους με άλλη (μισθωτική λ.χ.) συμβατική σχέση.

Άσκησε δε το 1997 το πρώτο αγωγές αποβολής από τη νομή, που απερρίφθησαν γιατί δεν έγινε ως τότε ποτέ νομέας του επιδίκου. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Χ, ως κύριος του επιδίκου, ζήτησε και έλαβε το υπ' αριθμ. ..... αντίγραφο εξ απογράφου του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου κτήσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου από 19-7-1983 και κοινοποίησε τούτο με την από 15-4-2003 επιταγή προς εκτέλεση στον Ψ3, επιτάσσων την αποβολή αυτού εκ της νομής του επιδίκου και την απόδοση αυτής στον ίδιο.

Στις 16-4-2003 δε συνετάγη η υπ' αριθμ. ..... έκθεση βιαίας αποβολής, του Δικαστικού Επιμελητή Θεσ/νίκης ....., όχι του Ψ3, προς τον οποίο απευθύνετο η επιταγή προς εκτέλεση, διότι δεν βρέθηκε όπως βεβαιώνεται στην έκθεση, αλλά του Ψ1 και Ψ2, χωρίς όμως και στην πραγματικότητα να λάβει χώρα τέτοια πράξη αποβολής. Έκρινε δε το Εφετείο ότι η επιταγή αυτή προς εκτέλεση του Χ, πρέπει να ακυρωθεί διότι: 1) Επιτάσσεται η εκτέλεση κατά του Ψ3, ως πωλητή κατά το αποτελέσαν τον τίτλο εκτελέσεως .....

συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Στουπάκη, και οφειλέτη της παροχής, δηλ. της αποδόσεως της νομής του μεταβιβασθέντος κατά κυριότητα πράγματος (943 ΚΠολΔ). Η διατύπωση σ' αυτό "και κάθε άλλου έλκοντος εξ αυτού δικαιώματα" δεν δημιουργεί εκτελεστή απαίτηση βεβαία, αφού "ο άλλος που έλκει δικαιώματα από τον πωλητή ..." είναι άγνωστος και η παραμονή αυτού στο επίδικο δυνάμει εννόμου σχέσεως, δεν τον καθιστά και παθητικό υποκείμενο, άνευ άλλου, της εκτελέσεως.

Και 2) Το συμβόλαιο αυτό, ως τίτλος εκτελεστός, καταρτίσθηκε στις 8-7-1983. Ο Ψ1 και η Ψ2 βρίσκονταν στη νομή του πράγματος αυτού, του διαμερίσματος δηλαδή, από 1-1-1983, ήτοι πριν την κατάρτιση του άνω συμβολαίου με συνέπεια να μη μπορούν να αποτελέσουν, κατ' άρθρο 919 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ παθητικά υποκείμενα της εκτελέσεως, ως ειδικοί διάδοχοι του Ψ3.

Συνεπώς, για τους άνω λόγους και η επιταγή αυτή και κάθε πράξη εκτελέσεως που βασίζεται σ' αυτή να είναι ακυρωτέα, αφού το συμβόλαιο αυτό, ως τίτλος εκτελεστός, δεν μπορεί να εκτελεσθεί κατά του αποκτήσαντος τη νομή του επιδίκου πριν την κατάρτισή του. Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 9-4-2002 δυνάμει της υπ' αριθμ. .....

Εκθέσεως Αναγκαστικής Κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ..... και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 226/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, που εκδόθηκε μεταξύ της Ψ4 και του αναιρεσείοντος Χ, επισπεύσθη αναγκαστική κατάσχεση του επιδίκου υπό της Ψ4 (δανείστριας) κατά του Χ για ποσό "3.552,09" Ευρώ και εν συνεχεία, πέντε μήνες μετά, ασκήθηκε η υπ' αριθμό καταθέσεως .....

διεκδικητική αγωγή του Χ κατά των Ψ1 και Ψ2, για απόδοση σ' αυτόν της νομής του επιδίκου διαμερίσματος, επιδοθείσα στους άνω εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους την 19-9-2002, όπως έχει προεκτεθεί. Ο καθ' ου η εκτέλεση, Χ (οφειλέτης του άνω ποσού των "3.552" Ευρώ) ουδεμία προέβαλε κατά της επισπεύδουσας την κατάσχεση αυτή αντίρρηση.

Ούτε και προκύπτει αν μετά συνεχίσθηκε ή ματαιώθηκε η αναγκαστική αυτή εκτέλεση. Εξάλλου, ο καθ' ου η εκτέλεση Χ - οφειλέτης, αν και επεβλήθη από 9-4-2002 κατάσχεση στο επίδικο ακίνητο αυτού από την άνω επισπεύδουσα την κατάσχεση - δανείστριά του, Ψ4, που είχε ως συνέπεια τη δέσμευση και την απαγόρευση διαθέσεώς του κατ' άρθρο 997 παρ. 1 ΚΠολΔ, άσκησε πέντε (5) μήνες μετά διεκδικητική αγωγή κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και νομέων, διανοία κυρίου, ως τότε του επιδίκου Ψ1 και Ψ2, ζητώντας να του αποδοθεί απ' αυτούς η νομή αυτού, χωρίς καν να αντιλέξει, όπως αναφέρθηκε, κατά της επισπεύδουσας την εκτέλεση επί του ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν από 19-7-1983 ακινήτου του.

Όμως εφόσον το ακίνητο αυτού και ειδικότερα το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού κατασχέθηκε, η διάθεση τούτου περαιτέρω, ήταν κατ' άρθρο 997 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαγορευμένη, παραμένοντας μόνο στα χέρια του καθ' ου για την ικανοποίηση της δανείστριας και επισπεύδουσας την εκτέλεση, με μόνη επιτρεπόμενη διάθεση αυτή δια του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως.

Δεν αποδεικνύεται δε ότι ο Χ πλήρωσε το χρέος του στην Ψ4 και ότι ματαιώθηκε η εκτελεστική διαδικασία που η τελευταία επέσπευσε με την άνω έκθεση κατασχέσεως. Απεναντίας αποδεικνύεται ότι η επισπεύδουσα την εκτέλεση Ψ4, όπως άλλωστε και ομολογεί, ουδέποτε παραιτήθηκε από την εκτέλεση. Εκείνο που έκαμε ήταν, την απαίτησή της από μισθώματα ακινήτου αυτής εκ "3552" Ευρώ κατά του Χ - μισθωτή της σύμφωνα με την με αριθ. 226/2002 αποφ.

Ειρην. Θεσ/νίκης, να την προτείνει στο Ελληνικό Δημόσιο (προϊστάμενο ΔΟΥ Καλαμαριάς), μετά την επιβολή κατασχέσεως την 14-5-2002, προκειμένου να καταρτισθεί σύμβαση εκχωρήσεως και το Δημόσιο, ως εκδοχέας, να προβεί σε αντίστοιχη απόσβεση χρεών αυτής προς αυτό και ακολούθως να προβεί τούτο (Δημόσιο) σε επιδίωξη αυτής κατά του Χ.

Όμως τέτοια σύμβαση εκχωρήσεως μεταξύ της Χ και του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταρτισθεί, αφού αντίστοιχη αποδοχή της προτάσεώς της από το Δημόσιο δεν υπάρχει. Έκρινε δε το Εφετείο ότι από τα άνω αποδεικνυόμενα περιστατικά, συνάγεται ότι: Οι εναγόμενοι με τη διεκδικητική αγωγή του Χ, Ψ1 και Ψ2 (άρα και ο Ψ1 ως ασκήσας τις ανακοπές) ήταν στη νομή του επιδίκου διαμερίσματος από 1-1-1983 έως 19-9-2002, ότε και διεκόπη, με την επίδοση της άνω διεκδικητικής αγωγής ο χρόνος χρησικτησίας αυτών.

Ο χρόνος νομής χρησικτησίας αυτών, ήτοι διανοία κυρίων ασκήσεως νομής επί του επιδίκου, ήταν 19 έτη και 2 μήνες από 19-7-1983 έως 19-9-2002. Έκτοτε, είναι μεν στη νομή, πλην ο διαδραμών χρόνος των 19 ετών και 2 μηνών, διεκόπη με την επίδοση της αγωγής 19-9-2002 κατ' άρθρο 1049 ΑΚ και άρχισε νέος χρόνος κτητικής παραγραφής. Αλλά και προ της 19-7-1983, οι εναγόμενοι και ασκήσαντες ανακοπή τρίτου, ασκούσαν επί του επιδίκου επί επτά περίπου μήνες από 1-1-1983 νομή με διανοία δικαιούχων χρήσεως οικήσεως.

Συνεπώς επί 19 έτη και εννέα (9) μήνες ενέμοντο το επίδικο αυτό ακίνητο, και παρ' όλων εγνωρίζοντο ως οι μόνοι ιδιοκτήτες του. Εύλογα δε πίστευαν ότι ήταν κύριοι και ότι ουδέποτε ο Χ, ή άλλος θα προβάλει δικαιώματα. Οι πράξεις νομής τους ήταν κατά βάση, η κατοίκηση αυτών και της οικογένειάς τους στο επίδικο διαμέρισμα και οι συνήθεις κατά τον προορισμό αυτού, σύμφωνα με την κοινή πείρα και λογική, δαπάνες συντηρήσεως, επιπλώσεώς του, ως και πληρωμής των οφειλών προς τρίτους (όπως κοινόχρηστα, δαπάνη θέρμανσης, οφειλές προς ΔΕΗ, ΕΥΑΘ κ.λ.π.).

Επέμεναν δε ιδίως ο εξ αυτών Ψ1, τα έτη 1984-1985, να καταρτίσουν συμβολαιογραφικό έγγραφο μεταβιβάσεως, αιτία πωλήσεως, με τον εργολάβο Ψ3, πλην εκείνος, καίτοι έλαβε το τίμημα, λόγω προβλημάτων έφυγε και έκτοτε ερημοδικεί σε όλες τις δίκες. Απ' την άλλη πλευρά ο Χ, που, κατά τα άνω, με αυτοσύμβαση απέκτησε μόνο την κυριότητα του επιδίκου, ανεξάρτητα από το αν και τώρα του αμφισβητούν οι εναγόμενοι το νόμιμο της αιτίας κτήσεως της κυριότητας, ισχυριζόμενοι ότι το προσύμφωνο και το εις εκτέλεση αυτού δι' αυτοσυμβάσεως συμβόλαιο, ενέχει εξασφάλιση δανείου, άρα καταπίστευση, ουδέποτε επί τόσα έτη (19 και 9 μήνες) επέδειξε ενδιαφέρον για το επίδικο αυτό ακίνητο.

Μάλιστα ενώ αποδεικνύεται ότι μισθώνει, από την επισπεύδουσα την, κατ' αυτού για μισθώματα εκτέλεση, άλλο ακίνητο, δεν επέδειξε ουδένα ενδιαφέρον επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα για το επίδικο, που απέκτησε την κυριότητά του. Η συμπεριφορά δε αυτή του αναιρεσείοντα Χ συνεκτιμώμενη με όλα τα προεκτεθέντα, να επιδιώκει την απόδοση της νομής του άνω διαμερίσματος (κατασχεθέντος) παρίσταται ευλόγως καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλει, 1) η καλή πίστη, 2) τα συναλλακτικά ήθη, που είναι εντελώς διάφορα από την αναπτυχθείσα ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος και πρώτου των καθ' ων οι ανακοπές τρίτου (Χ), αλλά και 3) ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του προς ικανοποίηση δικαιώματος, του Χ - καθ' ου οι ανακοπές και ενάγοντος, επιζητούντος μετά την κατάσχεση, να του αποδοθεί από τους επί τόσο χρόνο νομείς του επιδίκου, τώρα η νομή του, ενώ εκμισθώνει άλλο ακίνητο και αδιαφορεί, όπως προκύπτει και για την κατάσχεση που επέβαλε στο δικό του η εκμισθώτρια αυτού (Ψ4), για οφειλόμενα μισθώματα.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε αντίθετα, την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντα κατά παραδοχή της προαναφερόμενης ένστασης του πρώτου αναιρεσιβλήτου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κυριότητας αυτού (αναιρεσείοντα) και να ακυρώνει την επισπευδόμενη κατά του αναιρεσιβλήτου αυτού αναγκαστική εκτέλεση, κατά παραδοχή των ενδίκων ανακοπών του εν λόγω (πρώτου) αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, που είχαν ως λόγο ανακοπής την μη εκτελεστότητα των προαναφερομένων εκτελεστών τίτλων του αναιρεσείοντα κατ' αυτού ως τρίτου και την καταχρηστική άσκηση των ενδίκων δικαιωμάτων αυτού (αναιρεσείοντα), δεν παραβίασε τα άρθρα 936 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ούτε κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα των κατά τα άνω επισπευδομένων αναγκαστικών εκτελέσεων.

Επομένως οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, αντίθετες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι δεν νομιμοποίειτο ενεργητικά ο πρώτος αναιρεσίβλητος σε άσκηση των ενδίκων ανακοπών, γιατί η νομή του στο επίδικο διαμέρισμα δεν είναι επικρατέστερη και δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του αναιρεσείοντα κυρίου τούτου και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων δικαιωμάτων κυριότητας και αναγκαστικής εκτέλεσης του αναιρεσείοντος κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, αφού τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στοιχειοθετούν την προβαλλόμενη από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αποδυνάμωση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντα κυριότητας και αναγκαστικής εκτέλεσης στο επίδικο διαμέρισμα και δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση εκτελεστότητας κατ' αυτού (πρώτου αναιρεσιβλήτου) της με αριθ. .....

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Θεσ/νίκης ..... και του με αριθ. ..... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Στουπάκη. Συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η προβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρωταρχικά ως αόριστη, γιατί δεν διαλαμβάνεται στους λόγους αυτούς εξειδίκευση του σφάλματος του Εφετείου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη, ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, καθ' όσον δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (Ολ.

ΑΠ 20/2005), αλλά και ως αβάσιμη, αφού τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καλύπτουν όλα τα στοιχεία εφαρμογής των άρθρων 281 ΑΚ και 936 ΚΠολΔ, ήτοι επέλευση της έννομης συνέπειας αποδυνάμωσης των ενδίκων δικαιωμάτων του αναιρεσείοντα και μη εκτελεστότητα της παραπάνω έκθεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και του προαναφερθέντος συμβολαίου έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ελλείψεις δε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν, όπως προαναφέρθηκε, ανεπαρκή αιτιολογία. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ αιτίαση για αντίθεση της σκέψης του Εφετείου ότι η μη άσκηση από τον αναιρεσείοντα ανακοπής κατά της κατάσχεσης του επιδίκου διαμερίσματος από την τέταρτη αναιρεσίβλητη για οφειλόμενα σε αυτήν μισθώματα, προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, αλλά και αβάσιμος, γιατί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ αποτελεί η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε θετική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα προς αυτόν, που να του δημιούργησε εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της εκ του άρθρου 281 ως άνω ενστάσεως του ως άνω αναιρεσιβλήτου, αλλά και ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ του πράγματος με το να δεχθεί την παραπάνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου.

Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθ. 3188/1995 και 2415/1996 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Θεσ/νίκης, είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προβάλλεται με την αναίρεση ότι οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα για το ίδιο δικαίωμα που κρίθηκε και πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική αιτία, ούτε ότι πρόκειται για πρόσωπα που έγιναν διάδοχοι των αρχικών διαδίκων κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος της δίκης, ή νέμονται ή κατέχουν το επίδικο στο όνομα κάποιου διαδίκου ή διαδόχου του.

Με το τελευταίο μέρος του ίδιου λόγου προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τα υπ' αριθ. ..... και ..... προσύμφωνα και υπ' αριθ. ..... οριστικό συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Στουπάκη. Και η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, γιατί δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς περιεχόμενο των εγγράφων αυτών δέχθηκε το Εφετείο, ούτε παρατίθενται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο τούτων, αλλά και ως απαράδεκτη, γιατί το Εφετείο δεν μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των συμβολαίων αυτών, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρονται τα συμβόλαια αυτά ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2062/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ