Legislator Case Law & Legislation
1373/2007 AI generated

1373/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1373/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1373/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Keywords

AI generated
inducement to breach of contract criminal conduct authorization for criminal prosecution withdrawal of driving license criminal charge serious temptation
AI generated
938/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7997/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.
1626/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
1298/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Eισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
610/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-12-2009 και 21-2-2011 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 809/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 23-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
2386/2009
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1373 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1373/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του και εκπροσωπήθηκε, α) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Πολύδωρα, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 5-3-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται και β) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κονδύλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μπονώρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-7-2002 και 16-11-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2003 μη οριστική και 290/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5418/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2005 αίτησή του και τους από 30-3-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 2-5-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση. Κατά την παράγραφο δε 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η περί αμοιβής απαίτηση του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία. Η σύμβαση αυτή, γνωστή ως "εργολαβία δίκης", είναι υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που συνιστά την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του εντολέα του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού.

Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του ίδιου ως άνω κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την - υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα - αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του.

Εξάλλου, αναίρεση κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει έστω και εμμέσως ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.

Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει την από 5.8.1992 αγωγή του κατά των ετεροθαλών αδελφών του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό του δικαίωμα στο αναφερόμενο ποσοστό επί του συνόλου της περιουσίας που είχε καταλειφθεί από τον πατέρα τους και συγκεκριμένα επί των αναφερομένων στην αγωγή ακινήτων, να διαταχθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν το ποσοστό επί των ακινήτων αυτών, τα οποία παρανόμως κατακρατούν και νέμονται, αντιποιούμενοι το κληρονομικό δικαίωμά του και αφού αποβληθούν από τη νομή της ιδανικής του μερίδας σε καθένα από τα ακίνητα, να διαταχθεί η εγκατάστασή του σ΄ αυτή κατά το ανάλογο ποσοστό της ιδανικής του μερίδας.

Η αγωγή αυτή, η οποία είχε συνταχθεί και κατατεθεί από τους αναφερόμενους δικηγόρους, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 25.1.1993, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Οι αντίδικοι αδελφοί του είχαν ασκήσει την από 16.8.1995 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν τη διαγραφή της άνω αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων των αναφερόμενων σε αυτά υποθηκοφυλακείων και παραλλήλως είχαν επιτύχει την έκδοση ανακριβούς κληρονομητηρίου, με βάση το οποίο είχαν εκποιήσει κληρονομιαία ακίνητα.

Το χειρισμό των υποθέσεων αυτών ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε τον Οκτώβριο του 1995 στον αναιρεσείοντα δικηγόρο, που συνεργαζόταν με τον δικηγόρο Ζ1 , με προφορική εντολή, αυτοί δε προέβησαν, άλλοτε κεχωρισμένα και άλλοτε από κοινού, στις ακόλουθες δικαστικές ενέργειες. Ειδικότερα: α) παρέστησαν και οι δύο ως πληρεξούσιοι δικηγόροι του αναιρεσιβλήτου την 16.11.1995 κατά τη συζήτηση της αίτησης για τη διαγραφή της από 8.5.1992 αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων, επ΄ αυτής δε (αίτησης) εκδόθηκε η 1537/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, β) ο αναιρεσείων κατέθεσε την από ....

αίτηση ανάκλησης ανακριβούς κληρονομητηρίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά τη συζήτησή της, την 6.11.1995, συνυπέγραψαν και οι δύο δικηγόροι τις προτάσεις και την προσθήκη - αντίκρουση και παραστάθηκαν και οι δύο ως πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη με την 1625/1996 απόφαση του άνω δικαστηρίου, γ) ο αναιρεσείων κατέθεσε νέα από .....

αίτηση ανάκλησης του ανακριβούς κληρονομητηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 5062/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, δ) ο ίδιος με την από 20.10.1995 κλήση του απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επανέφερε προς συζήτηση την από .... ως άνω αγωγή περί κλήρου, η οποία μετ΄ αναβολή και ματαιώσεις συζητήθηκε την 16.12.1996, τις κατατεθείσες δε προτάσεις συνυπέγραψαν και οι δύο δικηγόροι και επ΄ αυτής εκδόθηκε η 1654/1997 προδικαστική απόφαση, η οποία διέταξε την διεξαγωγή αποδείξεων.

Η έναρξη των αποδείξεων έλαβε χώρα την 13.10.1997 ενώπιον του Εισηγητή - Δικαστή, κατά την οποία, με την παρουσία του δικηγόρου Ζ1, ως πληρεξουσίου του αναιρεσιβλήτου, αναβλήθηκε η εξέταση των μαρτύρων, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου των αντιδίκων του, για την 20.10.1997, πλην όμως και κατ΄ αυτήν, με την παρουσία των δύο προαναφερθέντων δικηγόρων αναβλήθηκε η εξέταση των μαρτύρων για τη νέα δικάσιμο της 8.12.1997.

Παράλληλα με τις άνω υποθέσεις του, ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε στον αναιρεσείοντα, κατά τον Απρίλιο 1996, το χειρισμό υπόθεσής του μαζί με τους συγκυρίους του Β1 , Β2 και Β3 , οι οποίοι είχαν άλλο δικηγόρο, που αφορούσε ακίνητο επί της οδού ......, στα Πετράλωνα, κατά τον Μ1 , ο οποίος επεδίωκε να το καταπατήσει. Η διεξαγωγή της υπόθεσης άρχισε με την άσκηση από τους προαναφερθέντες δικηγόρους αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του Μ1 , ο οποίος εν τω μεταξύ είχε ασκήσει την από 2.5.1993 αγωγή του εναντίον όλων των συγκυρίων του ακινήτου.

Μετά από επανειλημμένες αναβολές και άσκηση αντίθετων αγωγών από τους συγκυρίους κατά του Μ1 εκδόθηκε η 7782/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αγωγές, τη μεν αγωγή του Μ1 κατά του αναιρεσιβλήτου και των ομοδίκων του έκανε δεκτή ως προς τον αναιρεσίβλητο λόγω ερημοδικίας, διότι ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτησή της, τη δε αγωγή του αναιρεσιβλήτου και των ομοδίκων του απέρριψε ως προς αυτόν (αναιρεσίβλητο), λόγω ερημοδικίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε.

Κατά τα λοιπά έταξε θέματα απόδειξης για τους άλλους διαδίκους. Ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 3.11.1998, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε, με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, η δε έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη.

Τελικά, το ακίνητο αυτό, μετά από παραιτήσεις από το δικόγραφο και των λοιπών ομοδίκων του αναιρεσιβλήτου, αλλά και του Μ1 , πωλήθηκε αντί 95.000.000 δραχμών με το αναφερόμενο .... συμβόλαιο, ενώ ο αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε την κακή εξέλιξη της υπόθεσής του από τις κοινοποιήσεις των αποφάσεων που έκανε ο Μ1 .

Κατά τα τέλη Αυγούστου 1997 και ενώ η από 8.5.1992 αγωγή του αναιρεσιβλήτου βρισκόταν στο στάδιο των αποδείξεων, ο αναιρεσείων απήτησε από τον αναιρεσίβλητο την κατάρτιση εργολαβικού για να καθορισθεί η αμοιβή του, καθώς και αυτή του Ζ1 . Συντάχθηκε για το λόγο αυτό, αρχικά το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό και στη συνέχεια το από ....

όμοιο, κατά το οποίο αναιρεσίβλητος, ως εντολέας, ανέθεσε την εντολή στους αναιρεσείοντα και στον Ζ1 , ως εντολοδόχο του, οι οποίοι την αποδέχθηκαν, να προβούν, ενεργώντας, είτε από κοινού, είτε χωριστά, συνυπεύθυνοι όμως έναντι του εντολέως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την περαίωση μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση των δικών που είχαν αρχίσει με βάση την από 5.8.1992 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά των αδελφών του.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι θα εγείρουν αγωγή ή αγωγές δικαστικής διανομής των ακινήτων της κληρονομιάς ή γενικώς προασπίσεως αυτών (π.χ. έναντι αποπειρών καταπατήσεως, χρησικτησίας κ.λ.π.), εφόσον το ζητήσει ο εντολέας. Οι εντολοδόχοι ανέλαβαν επίσης την εξ ιδίων κάλυψη κάθε προβλεπτής ή απρόβλεπτης δαπάνης που θα απαιτείτο για την διενέργεια των αναγκαίων δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών στα πλαίσια της αμετάκλητης περαιώσεως της άνω αγωγής, ενώ συμφωνήθηκε ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της δίκης, εφόσον γινόταν δεκτή εν όλω ή εν μέρει αμετακλήτως η αγωγή, υποχρεωμένου του εντολέα, προς εξόφληση του εργολαβικού ανταλλάγματος, να μεταβιβάσει στους εντολοδόχους ποσοστό 20% επί εκάστου ακινήτου ή των χρημάτων που θα επιδικάζονταν αμετακλήτως.

Πέραν της άνω αμοιβής οι εντολοδόχοι δικαιούνταν και τη δικαστική δαπάνη που θα επιδικαζόταν, καθώς και σε περίπτωση συμβιβασμού θα δικαιούνταν την ίδια αμοιβή, πλην του δικαστικού ενσήμου που θα εισέπραττε ο εντολέας, ο οποίος και το είχε καταβάλει. Σε περίπτωση αμετάκλητης απόρριψης της αγωγής, οι εντολοδόχοι δεν θα εδικαιούντο αμοιβής ή δαπανών για έξοδα.

Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η ένδικη συμφωνία είναι μη ανακλητή από τον εντολέα, εκτός αν οι εντολοδόχοι απέχουν αδικαιολόγητα από την εκτέλεση της εντολής ή επιδεικνύουν βαρεία αμέλεια ή προβαίνουν σε εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες επιζήμιες για τα συμφέροντα του αναιρεσιβλήτου και γενικά παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που τους βαρύνουν με βάση το συμφωνητικό, μέχρι πλήρους περατώσεως της υποθέσεως, οπότε κατά την αντίληψη του εντολέως θα δικαιούται αυτός να προβαίνει ελεύθερα στην ανάκληση της εντολής, αφού θα είχε προηγηθεί κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή εξώδικης διαμαρτυρίας στους εντολοδόχους, που θα έτασσε μηνιαία προθεσμία συμμορφώσεως και αυτή θα παρερχόταν άπρακτη.

Με το ίδιο συμφωνητικό ορίστηκε, ότι την τυχόν διαφορά των μερών θα λύει αμετακλήτως ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, οριζόμενος ως μόνος διαιτητής κατόπιν υποβολής αιτήσεως σ΄ αυτόν. Το άνω εργολαβικό υπογράφηκε την 20.11.1997, ενώ την 8.12.1997, ημέρα διεξαγωγής εμμαρτύρων αποδείξεων για την από 5.8.1992 αγωγή, ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, οι αντίδικοι αδελφοί του αναιρεσιβλήτου, με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στην Εισηγητική έκθεση, αποδέχθηκαν την από 5.8.1992 αγωγή και με βάση την αποδοχή τους αυτή εκδόθηκε η 3627/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου καθ΄ όλο το αιτητικό της.

Ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν ικανοποιημένος με την αποδοχή της αγωγή του από τους αντιδίκους του, διότι δεν προέκυπτε από το διατακτικό της απόφασης αν όλα τα ακίνητα που αναφέρονται στην αγωγή του υπήρχαν όπως περιγράφονται σ΄ αυτή, δεδομένου ότι είχαν μεσολαβήσει απαλλοτριώσεις ή καταπατήσεις και για το λόγο αυτό ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να ασκήσει έφεση κατά της άνω αποφάσεως.

Παρά τις υποδείξεις του αναιρεσείοντος ότι η άσκηση έφεσης ήταν άσκοπη, ο αναιρεσίβλητος ανέθεσε σε άλλο δικηγόρο να ασκήσει έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας τον εκπροσώπησε ο Ζ1 . Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η 2931/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε. Στο μεταξύ ο αναιρεσίβλητος είχε ήδη ψυχραθεί με τον αναιρεσείοντα, διότι από τις σε αυτόν κοινοποιήσεις από τον Μ1 των αποφάσεων είτε του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, είτε του Εφετείου, στις οποίες ήταν ηττημένος διάδικος, διαπίστωσε ότι η κατά του Μ1 υπόθεση χάθηκε, λόγω του ότι ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε, γεγονός που του αποκρυβόταν κάθε φορά απ΄ αυτόν.

Τέλος δε Ιουνίου πληροφορήθηκε ότι λόγω των εκατέρωθεν παραιτήσεων από τα δικόγραφα της αγωγής, το ακίνητο το οποίο διεκδικούσε με τους ομοδίκους του από τον Μ1 πωλήθηκε σε τρίτους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κοινοποιήσει ο αναιρεσίβλητος στον αναιρεσείοντα και τον Ζ1 εξώδικη δήλωση με την οποία ανακάλεσε τις προς αυτούς δοθείσες εντολές.

Περαιτέρω, εν όψει των αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων, για το αν η συγκεκριμένη εντολή που χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα με το από ..... συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, αφορούσε μόνο τη διεκπεραίωση της περί κλήρου αγωγής ή όχι και της υπάρξεως αμφιβολίας ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων σχετικά με το ζήτημα αυτό, το Εφετείο κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αναζήτησε την αληθή βούληση αυτών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συγκεκριμένα το Εφετείο, δέχθηκε, ότι στο άνω συμφωνητικό με τον τίτλο "ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΗΤΗΡΙΟ" α) αναφέρεται ότι "....θα εγείρουν και αγωγήν ή αγωγές δικαστικής διανομής ή γενικής προασπίσεως αυτών (π.χ. έναντι αποπειρών καταπατήσεως, χρησικτησίας....), β) χρησιμοποιείται κατ΄ επανάληψη ο όρος "δικών", τόσο στην επικεφαλίδα όσο και στο κείμενο, γ) αναφέρεται ότι "εις το σημείον τούτο οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν και εγγράφως τα εξ αρχής προφορικώς συμφωνηθέντα περί διεξαγωγής και περαιώσεως μέχρι αμετακλήτου αποφάσεως και ουσιαστικώς των δικών που ήρξατο με την από 5.8.1993 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή....", δ) γίνεται μνεία στο εργολαβικό αυτό ότι οι εντολοδόχοι "....υποχρεούνται εις πάσαν ενέργειαν, μέχρι αμετακλήτου περαιώσεως δικών...." και ότι δύναται να τους ανακληθεί η εντολή αν "εν γένει παραβιάζουν τας εκ του παρόντος βαρύνουσας αυτούς υποχρεώσεις πάσης φύσεως μέχρι πλήρους τελειώσεως της όλης υποθέσεως (και εκποιήσεως ή διανομής των κληρονομιαίων...." και ε) επί πλέον αναφέρεται ότι "....μετά την έκδοσιν αμετακλήτου αποφάσεως επί της αγωγής, δεχομένης ταύτην εν όλω ή εν μέρει, ο εντολεύς υποχρεούται όπως εις εξόφλησιν του εργολαβικού ανταλλάγματος των εντολοδόχων μεταβιβάσει εις αυτούς, εξ αδιαιρέτου και από κοινού, το 20% επί του ποσοστού, εφ΄ εκάστου ακινήτου ή χρημάτων, που του επεδικάσθη αμετακλήτως.

Ο φόρος μεταβιβάσεως και τα πάσης φύσεως συμβολαιογραφικά και άλλα έξοδα βαρύνουν τους εντολοδόχους....μετά την υπό του εντολέως τακτοποίησιν του θέματος πληρωμή φόρου κληρονομιάς....". Από τα παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, ερμηνευόμενα, ως απαιτεί η καλή πίστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σε συνδυασμό με το γεγονός:

α) ότι ο Ζ1 δέχεται (με τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσίβλητο από 31.3.2003 προτάσεις του), ότι και η υπόθεση Μ1 περιλαμβανόταν στις υποθέσεις του εργολαβικού, αλλά ο ίδιος δεν είχε αναμιχθεί σ΄ αυτές "εις το πλαίσιον της κατανομής των υποθέσεων μεταξύ του Χ1 και αυτού", β) ότι στην ασαφή και υπεκφεύγουσα θέση του ο αναιρεσείων, σε σχέση με την υπόθεση Μ1, στις από 20.4.2004 προτάσεις του και προσθήκη - αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στην έγγραφη διασάφησή του που περιέχεται στα πρακτικά του τελευταίου, ισχυρίζεται, ότι η υπόθεση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις υποθέσεις εργολαβικού και ότι αφορά άλλη συμφωνία του με τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να επικαλείται ειδικότερα το περιεχόμενο της άλλης αυτής συμφωνίας, το χρόνο σύναψής της και τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Και γ) ότι αναφερόμενος στις προτάσεις του Ζ1 επικαλείται ότι ο τελευταίος "αναφέρεται στην υπόθεση αυτή κατά τρόπο αόριστο και ασαφή, δηλ. δεν διευκρινίζει αν και κατά πόσο η υπόθεση αυτή (Μ1) μας είχε ανατεθεί στα πλαίσια της ένδικης εντολής ή αποτελούσε διαφορετική και ανεξάρτητη υπόθεση", προκύπτει (κατά την κρίση του Εφετείου) ότι η συμφωνηθείσα υποχρέωση των εντολοδόχων δικηγόρων για εκτέλεση των υποθέσεων που τους είχε αναθέσει ο αναιρεσίβλητος συνίστατο μέχρι και την αμετάκλητη περιέλευση στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου όλων των ακινήτων ή των χρημάτων, αντίστοιχα, που περιγράφονται στην από 5.8.1992 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των συγκληρονόμων αδελφών του.

Η περάτωση της περί κλήρου αγωγής, συνεχίζει περαιτέρω το Εφετείο, είναι προφανές ότι δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη μεταβίβαση της κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων στον νικήσαντα ενάγοντα, αφού κάποια από αυτά διεκδικούντο, όπως στην περίπτωση Μ1 , άλλα είχαν απαλλοτριωθεί, αλλά απαιτούνται και περαιτέρω πράξεις (μεταγραφή αποδοχής κληρονομίας, αποβολή καταπατητών κ.λ.π.).

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ειδικότερα από τις καταθέσεις του μάρτυρα ...... που περιέχονται στην 6075/2003 και στην από 20.11.2001 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον της αρμόδιας Πταισματοδίκου, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές διότι στην μεν πρώτη καταθέτει ότι "...είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και τον ενάγοντα - εναγόμενο Ψ1 .....πλέον συγκεκριμένα θυμάμαι πολύ καλά ότι ο τελευταίος κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1995 επισκέφθηκε τον Χ1 στο δικηγορικό του γραφείο προκειμένου να του αναθέσει την εντολή.....", στη δε δεύτερη ενώπιον της Πταισματοδίκου (καταθέτει) ότι "Γνώρισα τον Χ1 το έτος 1996.

Πριν από ένα έτος περίπου είχε έρθει στο γραφείο η μητέρα του, η οποία είχε ζητήσει από τον Χ1 να αναλάβει κάποιες υποθέσεις....". Αλλά και διότι για όσα καταθέτει δεν έχει ιδία γνώση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διαπίστωσε κενό και αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χορηγηθείσας εντολής, αν δηλαδή η εντολή που χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα με το ως άνω από ....

συμφωνητικό εργολαβίας δίκης αφορούσε μόνο την διεκπεραίωση της από 5.8.1992 αγωγής περί κλήρου ή αφορούσε την υποχρέωση του εντολοδόχου αναιρεσείοντος για διεκπεραίωση και εκτέλεση όλων των υποθέσεων που του είχε αναθέσει ο αναιρεσίβλητος μέχρι και την αμετάκλητη περιέλευση στην κυριότητα αυτού (αναιρεσιβλήτου) όλων των ακινήτων ή των χρημάτων, αντίστοιχα, που περιγράφονται στην εν λόγω (από 5.8.1992) αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των συγκληρονόμων αδελφών του.

Ενόψει του διαπιστωθέντος κενού αυτού και της δημιουργούμενης εντεύθεν αμφιβολίας ήταν αναγκαίο να προσφύγει, όπως και προσέφυγε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ως προς το εν λόγω ζήτημα.

Συνεπώς το Εφετείο, με την κρίση του να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ανωτέρω διατάξεων, δεν παραβίασε αυτές, τις οποίες μετά ταύτα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή αυτών, σε σχέση με την αληθή βούληση των συμβαλλομένων ως προς το περιεχόμενο του μεταξύ τους συναφθέντος εργολαβικού δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου. Κατά το άρθρο 870 παρ. 1 ΚΠολΔ : "αν είναι εκκρεμής δίκη στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια για τη διαφορά που συμφωνείται να επιλυθεί διαιτητικά, η υπαγωγή της στη διαιτησία πρέπει να προτείνεται κατά τη συζήτηση μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας, διαφορετικά είναι απαράδεκτη και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 264".

Ταυτόσημη είναι και η διάταξη του άρθρου 263 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία "κατά τη πρώτη συζήτηση πρέπει να προτείνονται με ποινή απαραδέκτου α)..., β) η υπαγωγή της διαφοράς σε "διαιτησία". Κατά δε το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ "οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση".

Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους, στις υποθέσεις, όπως η ένδικη, που εκδικάζονται κατά τις ειδικές διαδικασίες, αν δεν υπάρχει αντίθετη σ΄ αυτές ρύθμιση, κατάθεσης προσθήκης στις προτάσεις, οι οποίες κατατίθενται στο ακροατήριο, έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση.

Η προσθήκη όμως περιορίζεται μόνο στο σχολιασμό, δηλαδή την κριτική ανάλυση των αποδείξεων, στην πρόταση ισχυρισμών και προσκόμιση ένορκων βεβαιώσεων, εγγράφων και γνωμοδοτήσεων κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ και μόνο (αποκλειστικά δηλαδή) προς απόκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" με αυτή την έννοια θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των παραπάνω διαδικαστικών εγγράφων αυτής της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων δικηγόρος με την από 15.7.2002 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος την προαναφερθείσα εντολή του αναιρεσιβλήτου που δόθηκε με το ανωτέρω από 20.11.1997 εργολαβικό δίκης για τη διεξαγωγή των αναφερομένων στην προηγούμενη παράγραφο υποθέσεων, ζήτησε, για όσους λόγους σ΄ αυτήν είχε εκθέσει, την επιδίκαση της συμφωνηθείσας αμοιβής, ήτοι α) να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε δήλωση βουλήσεως και να υποχρεωθεί να του μεταβιβάσει κατά συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου επί του ποσοστού 134ο/οο εξ αδιαιρέτου επί των στην αγωγή αναλυτικώς αναφερομένων ακινήτων, επί των οποίων αναγνωρίσθηκε αμετακλήτως το κληρονομικό του δικαίωμα, β) να υποχρεωθεί να του παραδώσει τα εν λόγω ακίνητα κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό 10% συγκυριότητας και γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο.

Επικουρικώς ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι δικαιούται τα ως άνω (υπό α΄ έως γ΄) και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι έλαβε εγκύρως χώρα ανάκληση της προς αυτόν εντολής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενος ότι αυτή είναι αδικαιολόγητη. Ο αναιρεσίβλητος, με την από 16.11.2002 αντίθετη αγωγή του, επικαλούμενος δικαιολογημένη (από 10.7.2001) ανάκληση της εντολής, την οποία είχε χορηγήσει στους ανωτέρω δύο εντολοδόχους δικηγόρους, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται εύλογης μόνο αμοιβής (1.500 ευρώ ο καθένας από αυτούς) για τις ενέργειές τους στις αναφερόμενες υποθέσεις.

Κατά τη συζήτηση της εναντίον του αγωγής (τη 1.4.2003) ο ήδη αναιρεσίβλητος, ως εναγόμενος, προέβαλε με την προσθήκη των προτάσεών του, που έγινε την 4.4.2003 μέσα στη νόμιμη προθεσμία, μετά τη συζήτηση, ένσταση υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, ως προς το ζήτημα του δικαιολογημένου ή μη της εκ μέρους του ανακλήσεως της προς τον αναιρεσείοντα εντολής.

Ο αναιρεσείων, με τις υποβληθείσες κατά την εν λόγω (πρώτη) συζήτηση επί των συνεκδικασθεισών αντίθετων ανωτέρω αγωγών προτάσεις του, ουδέν προέβαλε (με το από 1.4.2003 κύριο σώμα αυτών ή την από 3.4.2003 προσθήκη - αντίκρουση) περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, αναφορικά με το δικαιολογημένο ή μη της ανάκλησης της προς αυτόν εντολής εκ μέρους του αντιδίκου του (εναγομένου - ενάγοντος) αναιρεσιβλήτου.

Με την 367/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η συνεκδίκαση των δύο αυτών αγωγών και απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμη, καθώς και η ένστασή του περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία, ως απαραδέκτως προβληθείσα με την προσθήκη των προτάσεων. Καθόσον δε αφορά την αγωγή του αναιρεσείοντος διατάχθηκε με την ίδια απόφαση η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικώς με την υπόθεση.

Με την από 9.1.2004 κλήση του ο αναιρεσείων επανέφερε προς συζήτηση την από 15.7.2002 ένδικη αγωγή κατά τη δικάσιμο της 18.5.2004. Επ΄ αυτής εκδόθηκε η 290/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, διότι κρίθηκε ότι η από 11.7.2001 ανάκληση της εντολής από τον αναιρεσίβλητο ήταν δικαιολογημένη και έγινε για τους αναφερομένους σ΄ αυτήν (απόφαση) λόγους και λόγω του κλονισμού της εμπιστοσύνης του αναιρεσιβλήτου προς τους εντολοδόχους δικηγόρους του, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 14.1.2005 έφεσή του με αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες είχαν σχέση με την κρίση εκείνη του δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών υπήρχε και παράπονο με τον τέταρτο λόγο αυτής (έφεσης) ότι με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το δεύτερο (β΄) όρο του εν λόγω εργολαβικού δίκης, αφού κατά τον όρο αυτόν, αρμόδιος να κρίνει το δικαιολογημένο ή μη της ανακλήσεως της εντολής του αναιρεσιβλήτου ήταν ο οριζόμενος ως διαιτητής Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, στον οποίο έπρεπε αυτός να προσφύγει.

Ο αναιρεσείων, προς απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι προέβη εγκύρως σε ανάκληση της προς αυτόν εντολής, πρόσβαλε το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε την 20.5.2004, ήτοι μετά τη δεύτερη συζήτηση της αγωγής (την 18.5.2004) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι για την ανάκληση της εντολής δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το πιο πάνω εργολαβικό δίκης διαδικασία της προσφυγής με αίτηση στον Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος ορίσθηκε ως διαιτητής, με αποτέλεσμα η ανάκληση αυτή να είναι άκυρη.

Σημειωτέον όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε στηρίξει την αγωγή του και στον επικουρικό ισχυρισμό (επικουρική βάση) ότι η ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη και ότι επομένως ο αναιρεσίβλητος όφειλε να του καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή. Ο ίδιος, δηλαδή, εισήγαγε την αγωγή του ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, χωρίς να επιδιώξει την διαιτητική επίλυση της διαφοράς ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών σχετικά με το δικαιολογημένο ή το αδικαιολόγητο της ανάκλησης της ένδικης εντολής, αλλά και χωρίς να διαλάβει σχετικό ισχυρισμό στην αγωγή του (ενόψει της επικουρικής βάσης) περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαιτησία.

Αλλά και σε κάθε περίπτωση, ούτε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρότεινε παραδεκτώς ένσταση υπαγωγής της διαφοράς (ως προς το δικαιολογημένο ή μη της ανακλήσεως της εντολής) στη διαιτησία. Ειδικότερα, κατά την πρώτη συζήτηση των συνεκδικασθεισών αγωγών (1.4.2003), ουδέν σχετικώς προέβαλε, ενώ κατά τη δεύτερη συζήτηση της δικής του αγωγής (18.5.2004) προέβαλε το πρώτον, όπως αναφέρθηκε, με την προσθήκη των προτάσεων, την εν λόγω ένσταση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ανωτέρω τέταρτο λόγο εφέσεως, με την αιτιολογία ότι η ένσταση υπαγωγής της άνω διαφοράς στη διαιτησία προτάθηκε απαραδέκτως το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων κατά την ως άνω (δεύτερη) συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι, όπως έπρεπε, κατ΄ άρθρο 870 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση που έλαβε χώρα μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας περί διαιτησίας (ήτοι εκείνη της 1.4.2003).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 Α.Κ., 867, 868, 869Α ΚΠολΔ, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ενώ έλαβε υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε για τον αναφερθέντα λόγο. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου τρείς, από το άρθρο 559 αρ. 1, 14, 4 και 8 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.10.2005 αίτηση του Χ1 και τους από 30.3.2005 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 5418/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ