Legislator Case Law & Legislation
1373/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding common ownership management and evidence evaluation.

Case Number 1373/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a dispute over common ownership management. The appellants argued that the lower court failed to consider specific summons and bankruptcy proceedings as evidence, claiming this violated procedural rights. The court rejected these claims, ruling that the lower court had duly considered all submitted evidence and that the appellants' arguments regarding common ownership management were inadmissible as they did not constitute a valid ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 788(1)(a) and 14 of Law 3741/1929; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: Management of common ownership requires unanimous consent of all co-owners and does not bind third parties; appeals challenging the factual evaluation of evidence by the court of first instance are inadmissible if the lower court has duly considered all submitted proof.

Keywords

AI generated
common ownership management unanimous consent requirement inadmissible appeal grounds factual evaluation review evidence consideration standard bankruptcy proceedings relevance third party binding effect

Cited Legislation

AI generated
Article 788(1)(a) of the Civil Code
Article 14 of Law 3741/1929
Article 1962 of the Civil Code
Articles 819 and 821 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(3)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1373 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1373/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 2) Χ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλανόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ζιάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1449/1989, 3118/1998,6916/1999,4858/2002 μη οριστικές, 2599/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2429/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2004 αίτησή τους και τους από 20-12-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 18-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της κατά της 2459/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 788 παρ. 1 εδάφ. α΄ ΑΚ "η διοίκηση του κοινού ανήκει σε όλους του κοινωνούς", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ΄ ορόφους" "η δια του παρόντος αναγνωριζόμενη κατ΄ ορόφους ή διαμερίσματα τούτων διηρημένη ιδιοκτησία χωρεί μόνον εφόσον υπάρξει περί αυτής ρητή συμφωνία ή πράξις τελευταίας βουλήσεως".

Κατά την έννοια της πρώτης από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, ο όρος διοίκηση του κοινού περιλαμβάνει κάθε πράξη διαχείρισης, υλική ή νομική, η οποία είναι απαραίτητη για τη συντήρηση, εκμετάλλευση, χρησιμοποίηση, κάρπωση και αύξηση της αξίας του κοινού πράγματος. Η άσκηση της διοίκησης του κοινού απαιτεί σύμπραξη όλων των κοινωνών, με την έννοια ότι κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα σύμπραξης στη διοίκηση του κοινού, η απόφαση όμως των κοινωνών, αυτή καθεαυτή, δεν παράγει συνέπειες έναντι των τρίτων.

΄Ετσι, αν έχει αυτή αντικείμενο την κατάρτιση σύμβασης με τρίτο, δεν αποτελεί πρόταση για την κατάρτιση προς τον τρίτο, αλλά έχει μόνο εσωτερικές συνέπειες μεταξύ των κοινωνών. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1962 ΑΚ, και 819 και 821 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το αρμοδίως εκδιδόμενο πιστοποιητικό, που αποκαλείται κληρονομητήριο και του οποίου η χορήγηση διατάσσεται με δικαστική απόφαση, εκδιδόμενη κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δημιουργεί νόμιμο μαχητό τεκμήριο, ιδίως ως προς το κληρονομικό δικαίωμα που αναφέρει και το πρόσωπο στο οποίο αυτό ανήκει (κληρονόμο), δυνάμενο να αμφισβητηθεί και να ανατραπεί σε κάθε άλλη τακτική δίκη από τον αληθινό κληρονόμο.

Προκειμένου, όμως, να προσδοθεί στο κληρονομητήριο δημόσια πίστη και να προστατευθούν οι καλής πίστης συναλλαγές του κατονομαζόμενου στο κληρονομητήριο ως κληρονόμου με τους καλόπιστους τρίτους απέναντι στον αληθινό κληρονόμο, επικαλούμενο μεταγενέστερα της έκδοσής του -κληρονομητηρίου- το κληρονομικό του δικαίωμα, θεσπίστηκαν οι αμέσως επόμενες διατάξεις των άρθρων 1963 Α.Κ.

και 822 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες κάθε δικαιοπραξία (σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία) ή δικαστική πράξη του αναγραφόμενου στο κληρονομητήριο ως κληρονόμου με τρίτον ή απέναντι σε τρίτον ή του τρίτου απέναντι σ΄ αυτόν είναι ισχυρή υπέρ του τρίτου σε όση έκταση ισχύει το τεκμήριο των άρθρων 1962 ΑΚ και 821 ΚΠολΔ, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την ανακρίβεια του κληρονομητηρίου ή την υποβολή αίτησης για αφαίρεση ή κήρυξη ανίσχυρου του κληρονομητηρίου ή την ανάκληση ή την τροποποίησή του.

Προς τη γνώση των τρίτων σε σχέση με την ανακρίβεια του κληρονομητηρίου δεν ταυτίζεται και η υπαίτια άγνοια της ανακρίβειας από μέρους αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση,το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα αυτής σημεία, τα ακόλουθα: Με βάση το ..... προσύμφωνο και εργολαβικό σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου ...., όπως αυτό τροποποιήθηκε με την .....πράξη του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, έχοντας στην αποκλειστική συγκυριότητά τους οικόπεδο στην οδό ....., ανέθεσαν στην Β1 εργολάβο οικοδομών, την επί του οικοπέδου ανέγερση πολυόροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής και με τους σ΄ αυτά τα συμβόλαια όρους και συμφωνίες και, ειδικότερα, εκείνη της υποχρέωσης των οικοπεδούχων να μεταβιβάσουν στην εργολάβο, ή σε τρίτους που αυτή θα υποδείκνυε, ποσοστό 548/οοο εξ αδιαιρέτου, καθώς και τις αντιστοιχούσες στο τελευταίο οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής.

Οι οικοπεδούχοι, εκπληρώνοντας σχετική υποχρέωσή τους προς σύμπραξη στην κύρια υποχρέωση της εργολάβου από την εργολαβική σύμβαση που είχαν συνάψει και συγκεκριμένα την ανέγερση της οικοδομής, στις 22 Ιουνίου του έτους 1982 παρέδωσαν στην εργολάβο την κατοχή του οικοπέδου τους, προκειμένου να κατεδαφίσει την υπάρχουσα σ΄ αυτό οικία και στη συνέχεια να αρχίσει τις εργασίες κατασκευής της πολυκατοικίας.

Επομένως, σύμφωνα με ρητό όρο της εργολαβικής συμβάσεως, έπρεπε 1) μέχρι και τις 22 Ιουνίου του έτους 1984 να παραδοθούν στις οικοπεδούχους πλήρως αποπερατωμένα τα διαμερίσματα που τους αντιστοιχούσαν, καθώς και η πολυκατοικία κατάλληλη προς οίκηση και συγκεκριμένα να έχει κατασκευαστεί η κεντρική είσοδος της οικοδομής, το κεντρικό κλιμακοστάσιο αυτής, ο δε ανελκυστήρας και ο μηχανισμός κεντρικής θέρμανσης να είναι εν λειτουργία και 2) μέχρι και τις 22 Αυγούστου του ίδιου έτους, να είναι πλήρως αποπερατωμένοι και όλοι οι υπόλοιποι κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής, προκειμένου να παραδοθούν στις οικοπεδούχους, ως εργοδότριες.

Η εργολάβος αυτή είχε επαγγελματικές σχέσεις με το σύζυγο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητο, Ψ1 , ο οποίος πολλές φορές την χρηματοδοτούσε. Στις 13 Μαΐου του έτους 1982 η εναγομένη αφενός και η Β1 αφετέρου συμφώνησαν να αγοράσει η πρώτη από τη δεύτερη το περιλαμβανόμενο στην αντιπαροχή υπό στοιχεία Ε-1 διαμέρισμα της προαναφερόμενης πολυκατοικίας, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 3.800.000 δρχ., συντάσσοντας το οικείο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό.

Στα πλαίσια της συμφωνίας τους αυτής και πριν καταρτιστεί το σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, η εναγομένη κατέβαλε στην Β1, ως προκαταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, δρχ. 100.000 στις 27-4-1983, δρχ. 300.000 στις 13-5-1983, δρχ. 500.000 στις 20-7-1983, δρχ. 74.000 στις 5-9-1983, δρχ. 100.000 στις 3-11-1983, δρχ. 400.000 στις 11-1-1984, δρχ. 450.000 στις 7-2-1984, δρχ. 600.000 στις 10-7-1984 και δρχ. 250.000 στις 16-11-1984.

Στις 29 Απριλίου 1984 πέθανε η εργολάβους Β1, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Αυτή, στο χρόνο του θανάτου της, ήταν σύζυγος του Β2 (ο γάμος τους είχε τελεστεί κατά το έτος 1975), με τον οποίο είχε αποκτήσει ένα γνήσιο τέκνο, την Β3. Πριν όμως από το γάμο της αυτόν είχε τελέσει γάμο με το Ζ1, με τον οποίο είχε απέκτησε δύο γνήσια τέκνα, το Ζ2 και τη Ζ3.

Εξάλλου, ο Ζ2, εκ του γάμου του με την..., απέκτησε ένα γνήσιο γιό, το Ζ4. Επομένως στην κληρονομία της αποβιώσασας Β1 εκλήθησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, κατά τα άρθρα 1813 παρ. παρ. 1, 3 και 1820 εδάφ. α΄ του ΑΚ, αφενός ο σύζυγός της Β2, κατά ποσοστό 1/4 και αφετέρου τα τέκνα εκ των δύο γάμων της, Ζ2, Ζ3 και Β3, κατά ποσοστό 1/4 το καθένα από αυτά.

Στη συνέχεια ο Ζ2 αποποιήθηκε συννόμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σ΄ αυτόν κληρονομία της μητέρας του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδαφ. α΄, 1848 παρ. 1 εδάφ. α΄ και 1851 εδάφ. α΄ του ΑΚ, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η κληρονομία αυτή ουδέποτε του επήχθη και εντεύθεν να κληθεί στην κληρονομία της μάμμης του ο γιος τούτου Ζ4, κατά τα άρθρα 1856 και 1813 παρ. 2 του ΑΚ.

Επισημαίνεται ότι ο τελευταίος, στις 31 Μαρτίου του έτους 1998, (δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση του νόμιμου τετραμήνου, αφότου οι γονείς του, ως νόμιμοι εκπρόσωποί του, πληροφορήθηκαν πως του επήχθη εξ αδιαθέτου η κληρονομία της ως άνω μάμμης του), δήλωσε ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού γραμματέως, ότι αποποιείται την κληρονομία αυτή, η δήλωσή του όμως αυτή δεν έχει το ηθελημένο έννομο αποτέλεσμα, διότι είναι εκπρόθεσμη, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η εν λόγω κληρονομία έγινε από μέρους του αμετακλήτως αποδεκτή (άρθρο 1850 του ΑΚ).

Και ταύτα πέραν του ότι αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κληρονόμος δεν είχε αποποιηθεί την εν λόγω κληρονομία μέσα στο νόμιμο τετράμηνο. Εξάλλου, οι πιο πάνω (τέως και νυν) σύζυγος της θανούσας, Ζ1 και Β2, ως νόμιμοι εκπρόσωποι των ανήλικων τέκνων τους Ζ3 και Β3, αντίστοιχα, αποποιήθηκαν συννόμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό τους την κληρονομία της θανούσας μητέρας τους.

Έτσι, μοναδικοί κληρονόμοι της εργολάβου Β1 ήταν ο σύζυγός της Β2 και ο εγγονός της Ω1, κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Μεταξύ, όμως, των ειδικότερων συμφωνιών του εργολαβικού συμβολαίου είχε συμφωνηθεί και ότι ο θάνατος της εργολάβου δεν θα κατέλυε ούτε την ιδιότητα αυτής ως εκούσιου και άμεσου αντιπροσώπου των οικοπεδούχων, εφοδιασμένου με σχετικό πληρεξούσιο, και ούτε την ιδιότητα αυτής, ως εντολοδόχου των οικοπεδούχων, σε σχέση προς την εξουσία (δυνάμει της εντολής), που της είχε παρασχεθεί να μεταβιβάζει προς εαυτήν ή τρίτους, για λογαριασμό των οικοπεδούχων, τα ποσοστά συνιδιοκτησίας που ήταν μεταβιβαστέα από τις οικοπεδούχες, ως αντιπαροχή, σε περίπτωση κατά την οποία οι τελευταίες αρνούνταν άνευ δικαιώματος να προβούν οι ίδιες στις μεταβιβάσεις αυτές.

Επομένως, οι ιδιοκτησίες αυτές που ανήκαν στην αποθανούσα, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως, ως κληρονομιαία στοιχεία, στους πιο πάνω κληρονόμους της Β1, οι οποίοι τελούσαν ως προς τις ιδιότητες αυτές υπό κοινωνία, και όχι υπό αστική εταιρία, δηλαδή, ήταν ταυτοχρόνως συναντιπρόσωποι, συμπληρεξούσιοι και συνεντολείς (ΑΚ 1884 εδάφ.

β΄ σε συνδυασμό με 785) και, συνεπώς, κάθε δικαιοπραξία που θα διενεργούσαν, υπό τις ιδιότητές τους αυτές, θα έπρεπε να επιχειρείται από κοινού (άρθρο 788 εδάφ. β΄ του ΑΚ). Δεδομένου δε του ότι στους κατωτέρω κρίσιμους χρόνους ο από τους κληρονόμους Ω1 δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του (ως γεννημένος κατά το έτος 1980) και επομένως ήταν πλήρως ανίκανος για δικαιοπραξία (κατά το άρθρο 128 αριθ. 1 του ΑΚ), παρέπεται αναγκαίως και ότι θα έπρεπε στις δικαιοπραξίες αυτές να παρίστανται για λογαριασμό του οι γονείς του, ως εκ του νόμου αντιπρόσωποί του (άρθρο 1510 παρ. 1 του ΑΚ), προκειμένου να συμπράξουν από κοινού με τον Β2, ώστε να καταρτίζεται εκάστοτε έγκυρη δικαιοπραξία.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο Β2 δεν ήταν αποκλειστικός κληρονόμος της συζύγου του (διότι αυτή είχε τέκνα και από τον πρώτο γάμο της, καθώς και εγγονό από το γιο της Ω1), γνώριζε αυτός και παρ΄ όλα ταύτα προκάλεσε την έκδοση ανακριβούς κληρονομητηρίου. Συγκεκριμένα, με την από 18-9-1984 σχετική αίτησή του, προσέφυγε στο δικαστήριο της κληρονομίας και ζήτησε να πιστοποιηθεί πως είναι μόνος κληρονόμος της συζύγου του, εξ αδιαθέτου, επικαλούμενος ότι 1) η τελευταία κατέλιπε μοναδικούς κληρονόμους της τον ίδιο, την ανήλικη θυγατέρα της Β3 (γνήσιο τέκνο αμφοτέρων) και τα γνήσια τέκνα της από τον πρώτο γάμο της (με τον Ζ1 ), Ζ2 καΖ3, 2) ότι αποποιήθηκε συννόμως την κληρονομία που επήχθη στη θυγατέρα του Β3, 3) ότι ο πατέρας της Ζ3, Ζ1, αποποιήθηκε συννόμως την κληρονομία που επήχθη στην εν λόγω θυγατέρα του και 4) ο κληρονόμος Ζ2 αποποιήθηκε συννόμως την κληρονομία που του επήχθη.

Δεν ανέφερε όμως στο δικαστήριο ότι υπήρχε και άλλος κληρονόμος της συζύγου του και συγκεκριμένα ο εγγονός της, Ω1, γνήσιο τέκνο του γιου της Ζ2. Με βάση την εν λόγω ανακριβή αίτηση ο Β2 πέτυχε να εκδοθεί η 4057/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε ως ο μοναδικός κληρονόμος της εργολάβου συζύγου του, εκδόθηκε δε και το αντίστοιχο, με αριθμό ..., πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Μεταγενέστερα, το εν λόγω κληρονομητήριο αναγνωρίστηκε ως ανακριβές με την 5644/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν σχετικής αίτησης της ενάγουσας Χ1, και σχετικώς εκδόθηκε το με αριθμό .... πιστοποιητικό (κληρονομητήριο) του πιο πάνω δικαστικού γραμματέα δυνάμει του οποίου πιστοποιήθηκε το ορθό, ότι δηλαδή κληρονόμοι της Β1 ήταν όχι μόνο ο σύζυγός της, αλλά και ο ειρημένος εγγονός της.

Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη προς γνώση της, ούτε ότι αυτή συμμετείχε ή κλήθηκε για να συμμετάσχει στη δίκη για ανάκληση του πρώτου κληρονομητηρίου. Στη συνέχεια, στις 3 Δεκεμβρίου του έτους 1984, ο Β2, με βάση το ανακριβές κληρονομητήριο, κοινοποίησε στις ενάγουσες-οικοπεδούχους την από 3-12-1984 πρόσκλησή του με το με αριθμό ....

επιδοτήριο του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ...., με την οποία γνωστοποιούσε σ΄ αυτές, 1) ότι ενεργεί ως μόνος κληρονόμος της εργολάβου συζύγου του και με την ιδιότητά του αυτή, σύμφωνα με τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου, ενεργεί και ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος των οικοπεδούχων, 2) ότι από το σύνολο του έργου που η σύζυγός του είχε αναλάβει να κατασκευάσει, έχει ήδη περατωθεί και το τέταρτο στάδιο κατασκευής (όπως αυτό οριζόταν στο άρθρο 13 της εργολαβικής σύμβασης) και συγκεκριμένα είχαν περατωθεί και τα σοβαντίσματα της οικοδομής, 3) ότι συνεπώς οι οικοπεδούχοι είναι υποχρεωμένες να του μεταβιβάσουν συνολικά οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν σε 360ο/οο επί του οικοπέδου, ενόψει δε του ότι είχαν ήδη μεταβιβαστεί οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν σε 197ο/οο, απέμεναν ακόμη προς μεταβίβαση (360ο/οο μείον 197ο/οο ίσον) 163 ο/οο και 4)ότι προτίθεται να μεταβιβάσει (σε τρίτο) το υπό στοιχείο Ε-1 διαμέρισμα της αντιπαροχής του, το οποίο καλύπτει 201ο/οο και συνεπώς υπολείπονται άλλα (201ο/οο μείον 163ο/οο ίσον) 38ο/οο, τα οποία οι οικοπεδούχοι όφειλαν να του προπωλήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 12 της εργολαβικής σύμβασης.

Έτσι, ο Β2 προσκάλεσε τις οικοπεδούχους να προσέλθουν εντός πενθημέρου προθεσμίας, αφενός, προκειμένου να υπογραφεί η τροποποίηση της σύμβασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, (επειδή το προς πώληση διαμέρισμα Ε-1 θα δημιουργούνταν από την ένωση και άλλου διαμερίσματος της αντιπαροχής του) και, αφετέρου, στη συνέχεια, προκειμένου να υπογραφεί το οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Επίσης, ο Β2, στις 13-12-1984, κοινοποίησε στις οικοπεδούχους (σύμφωνα με το άρθρο 15 της εργολαβικής σύμβασης) και την από 8-12-1984 βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού της οικοδομής ... περί του ότι είχε περατωθεί η κατασκευή των επιχρισμάτων (σοβάδων) αυτής. Η πιο πάνω προθεσμία, που είχε τάξει ο Β2 στις οικοπεδούχους, παρήλθε άπρακτη και αυτός στις 18-12-1984 ενώπιον του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου παραστάθηκε ως υποκατασταθείς στα - εκ της εργολαβικής σύμβασης - δικαιώματα της θανούσας συζύγου του, ως μοναδικός κληρονόμος της (δυνάμει του κληρονομητηρίου) και, υπό την ιδιότητα αυτήν, προέβη αυτοδικαίως (δυνάμει του με αριθμό 5 άρθρου του εργολαβικού συμβολαίου), στη συνένωση δύο διαμερισμάτων της αντιπαροχής του, υπό στοιχεία Ε-1 και Ε-2, ώστε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο διαμέρισμα, υπό στοιχεία Ε-1, κατά τροποποίηση του οικείου σημείου της αρχικής σύμβασης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, συντάχθηκε δε σχετικά το ....

συμβόλαιο του εν λόγω συμβολαιογράφου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ο Β2 βέβαια δεν είχε δικαίωμα να προβεί μόνος στη συνένωση αυτή προς δημιουργία νέου διαμερίσματος, κατά τροποποίηση της αρχικής σύμβασης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, επειδή δεν ήταν ο μόνος κληρονόμος της εργολάβου, κατά τα προεκτεθέντα και, συνεπώς, για την εγκυρότητα της δικαιοπραξίας αυτής απέναντι στις οικοπεδούχους και μόνον (περί της επιρροής της πλημμέλειας αυτής στην εγκυρότητα της τροποποίησης αυτής εν σχέσει προς την αγοράστρια εναγομένη, γίνεται λόγος κατωτέρω), έπρεπε ταυτόχρονα με τον Β2 να συμπράξουν ως κοινωνοί, κατά το άρθρο 788 του Α.Κ., και οι γονείς του ανήλικου συγκληρονόμου της τελευταίας, εγγονού της, Ω1.

Στη συνέχεια, ο Β2 κάλεσε τις οικοπεδούχους να εμφανιστούν ενώπιον του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, στις 20 Δεκεμβρίου του έτους 1984 και ώρα 6η απογευματινή, προκειμένου να μεταβιβάσουν το διαληφθέν νέο διαμέρισμα στην εναγόμενη Ψ1 . Οι τελευταίες πράγματι εμφανίστηκαν κατά την προεκτεθείσα ημέρα και ώρα στον εν λόγω συμβολαιογράφο, δήλωσαν, όμως, ότι αρνούνται να προβούν στη μεταβίβαση αυτή, γιατί 1) η οικοδομή δεν παραδόθηκε περατωμένη σ΄ αυτές, ως εργοδότιδες, εντός των συμβατικών προθεσμιών και εξάλλου το κατασκευασθέν μέρος της οικοδομής έχει κακοτεχνίες και ελλείψεις, προς αποκατάσταση των οποίων απαιτείται εκταμίευση ποσού δρχ. 200.000, 2) ειδικότερα τα διαμερίσματα της αντιπαροχής τους δεν τους έχουν παραδοθεί έτοιμα προς οίκηση, όπως είχε συμφωνηθεί, παρά βρίσκονται ακόμη σε τέτοιο στάδιο, ώστε για την πλήρη αποπεράτωσή τους απαιτείται ακόμη διάστημα ενός περίπου έτους και δαπάνη 290.000 δρχ., 3) η εργολάβος δεν είχε καταβάλει προς το ΙΚΑ τις εργοδοτικές εισφορές που τις εβάρυναν, όπως είχε συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα να καλούνται ήδη αυτές από το εν λόγω Ίδρυμα να εξοφλήσουν τις εισφορές αυτές και να έχει καταλογιστεί σε βάρος τους, ως συνολικώς οφειλόμενο ποσό και συνολικό πρόστιμο από την καθυστέρηση, ύψους δρχ. 600.000, από το οποία έχουν καταβάλει εξ ιδίων ποσό δρχ. 321.550 4) συνεπεία των ανωτέρω, έχουν δικαίωμα επίσχεσης των μεταβιβαστέων ποσοστών και 5) δεν έχουν ποτέ παράσχει στον Β2 και ούτε παρέχουν σ΄ αυτόν καμιά πληρεξουσιότητα και εντολή, η δε πληρεξουσιότητα και η εντολή που είχαν παράσχει στη θανούσα σύζυγό του δεν είναι κληρονομητές, γιατί αυτές είχαν αποβλέψει αποκλειστικά στο πρόσωπό της.

Από το άλλο μέρος ο Β2 ισχυρίστηκε ότι η πρόσκληση των οικοπεδούχων προς υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου ήταν σύννομη. Τέλος, ο Β2 στις 13-2-1985 εμφανίστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών .... ως (μόνος) αντιπρόσωπος και εντολοδόχος των οικοπεδούχων, γιατί, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της αρχικής αντιπροσώπου και εντολοδόχου των τελευταίων (κατά το με αριθμό 15 άρθρο του εργολαβικού), συζύγου του, δυνάμει του ανακριβούς κληρονομητηρίου.

Υπό τις ιδιότητές του δε αυτές εμφανίστηκε ενώπιον του πιο πάνω συμβολαιογράφου ως νόμιμος κύριος του υπό στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος της εν λόγω οικοδομής και προέβη σε πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς του προς την εναγομένη, δυνάμει του .... συμβολαίου του συμβολαιογράφου αυτού. Με τα δεδομένα αυτά, η εναγομένη κατέστη συννόμως κυρία του διαμερίσματος αυτού (λόγω πώλησης), εφόσον αυτή, στους κρίσιμους χρόνους, της κατάρτισης δηλαδή της πώλησης και της μεταγραφής του οικείου συμβολαίου (13-2-1985 και 3-8-1988, αντίστοιχα), δεν γνώριζε ότι το κληρονομητήριο ήταν ανακριβές, ούτε ότι ο Β2 δεν ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της συζύγου του.

Οι ενάγουσες βέβαια ισχυρίζονται στην αγωγή ότι στις 20 Δεκεμβρίου του έτους 1984, όταν συντάχθηκε η .... πράξη ενώπιον του συμβολαιογράφου ....., που προπαρατέθηκε, η εναγομένη εμφανίστηκε ενώπιον του εν λόγω συμβολαιογράφου μαζί με τον Β2 και πληροφορήθηκε από τις οικοπεδούχους, ότι το κληρονομητήριο που επικαλείται ο τελευταίος είναι ανακριβές, επειδή δεν είναι μόνος κληρονόμος της εργολάβου, δεν εγνώριζαν δε τότε την ύπαρξη του εγγονού αυτής, αφού η αποβιώσασα σύζυγός του είχε εν ζωή μητέρα και αδέλφια, των οποίων αγνοούσαν τα ονοματεπώνυμα, (ενώ, όπως ήδη προεκτέθηκε, κληρονόμοι της ήταν άλλοι και συγκεκριμένα, εκτός από τον Β2, και τα άλλα τρία παιδιά της και μάλιστα τα δύο από προηγούμενο γάμο της).

Στη συμβολαιογραφική όμως αυτή πράξη δεν αναφέρεται, ούτε ότι εμφανίστηκε η εναγομένη στο συμβολαιογραφικό γραφείο (ενώ αναφέρεται ότι εμφανίστηκαν ο Β2 και οι οικοπεδούχοι), ούτε και ότι οι τελευταίες δήλωσαν πως αμφισβητούν το περιεχόμενο του κληρονομητηρίου. Το ότι η εναγομένη δεν παραστάθηκε στον πιο πάνω τόπο και χρόνο και ότι ουδέν περί κληρονόμων της εργολάβου ανάφεραν οι οικοπεδούχοι στο συμβολαιογράφο ....., αποδεικνύεται με άμεση απόδειξη από το πιο πάνω δημόσιο έγγραφο, επειδή σ΄ αυτό δεν γίνεται μνεία των γεγονότων αυτών, ενόψει και του ότι δεν προσβάλλεται ως πλαστό (άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δικ.).

Από δε το γεγονός ότι στον κρίσιμο χρόνο οι οικοπεδούχοι αγνοούσαν την ύπαρξη του συγκληρονόμου του Β2, το δικαστήριο οδηγείται τεκμαρτώς (κατά το άρθρο 336 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ) στο συμπέρασμα ότι τον κληρονόμο αυτόν αγνοούσε και η εναγομένη. 2) Κανένα λόγο δεν είχε ο Β2 να αποκαλύψει στην εναγομένη (και προδήλως στο νομικό παραστάτη της, που θα προέβαινε, ως είθισται, σε έλεγχο της συνδρομής ή μη όλων των κατά νόμο προϋποθέσεων, πριν να δώσει την τελική έγκρισή του προς αγορά του διαμερίσματος αυτού από την πελάτιδά του εναγομένη), ότι υπήρχε και άλλος συγκληρονόμος της συζύγου του, γιατί με την αποκάλυψη αυτή αυτομάτως θα ομολογούσε, ότι το κληρονομητήριο, με βάση το οποίο ενεργούσε κατά την επίδικη μεταβίβαση, ήταν ανακριβές, οπότε προδήλως η μεταβίβαση αυτή θα ναυαγούσε.

Στη συνέχεια, το Εφετείο, μετά αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, κατέληξε στην παραδοχή, ότι αποδεικνύεται, πως η εναγομένη Ψ1 αγνοούσε πλήρως το ανακριβές του κληρονομητηρίου, με βάση το οποίο ενήργησε ο Β2, και επομένως οι εκ της ανακρίβειας αυτού συνέπειες δεν επέρχονται ως προς αυτήν, με αποτέλεσμα η προς αυτήν μεταβίβαση του διαμερίσματος Ε-1 να είναι έγκυρη.

Δεν ανατρέπεται δε η παραδοχή αυτή από το γεγονός ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, η εργολάβος είχε επαγγελματικές σχέσεις με το σύζυγο της τελευταίας, γιατί δεν υπάρχει στη δικογραφία αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι, στα πλαίσια της επαγγελματικής αυτής σχέσης, η εναγομένη είχε πληροφορηθεί από τον Β2 το πιο πάνω κρίσιμο γεγονός και παρά τη σοβαρότατη αυτήν πλημμέλεια της μεταβίβασης του διαμερίσματος προς αυτήν, προχώρησε στην αγορά του και μάλιστα κατέβαλε το πλείστο του τιμήματος (δρχ. 2.800.000), πριν να συνταχθεί το οικείο συμβολαιογραφικό έγγραφο), το δε υπόλοιπο τίμημα, εκ δρχ. 1.000.000, κατέβαλε κατά την υπογραφή του πωλητήριου συμβολαίου, ενώπιον του συμβολαιογράφου ....., όπως βεβαιώνεται, (και αποδεικνύεται με άμεση απόδειξη, κατά το άρθρο 438 εδάφ.

α΄ του Κ.Πολ.Δικ.) στο συμβόλαιό του αυτό. Αντίθετα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το γεγονός αυτό (δηλαδή της πλήρους εξόφλησης του τιμήματος από μέρους της εναγομένης) συνάγεται ισχυρότατο τεκμήριο υπέρ των απόψεων αυτής και συγκεκριμένα, ότι, στον κρίσιμο χρόνο, αγνοούσε πλήρως το ανακριβές του κληρονομητηρίου, αφού άλλως δεν θα προσερχόταν να καταρτίσει μια δικαιοπραξία εκ θεμελίων άκυρη.

Σημειώνονται εν κατακλείδι και τα εξής: 1) Το γεγονός ότι στο χρόνο σύνταξης του επίδικου πωλητήριου συμβολαίου (.....) δεν είχε αποπερατωθεί εξ ολοκλήρου η κατασκευή των διαμερισμάτων που θα παρέμεναν στην κυριότητα των εναγουσών (υπό στοιχεία Α-1, Δ-1, Υ-2 και υπό στοιχεία Β-2, Γ-1, Γ-2, Υ-1, αντίστοιχα), και αληθές υποτιθέμενο, δεν ασκούσε εν προκειμένω έννομη επιρροή, βλαπτική για την πλευρά της εργολάβου (όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι οικοπεδούχοι) και συγκεκριμένα δεν αναιρούσε την υποχρέωση των τελευταίων να μεταβιβάσουν στους τρίτους που θα υποδείκνυε η εργολάβος τα διαμερίσματα που αντιστοιχούσαν στα χιλιοστά συγκυριότητας επί του οικοπέδου, τα οποία όφειλαν εκείνες να μεταβιβάσουν στην τελευταία, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.

Και τούτο γιατί, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 της εργολαβικής σύμβασης, όταν θα είχαν περαιωθεί και οι εργασίες των σοβατισμάτων (γεγονός που θα πιστοποιούνταν από σχετική έγγραφη δήλώση του επιβλέποντος μηχανικού), οι οικοπεδούχοι θα είχαν αυτομάτως την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην εργολάβο, ως συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμά της, συνολικά 360ο/οο.

Συνεπώς, (παρά τα όσα ισχυρίζονται, αβάσιμα, οι οικοπεδούχοι) αποδεικνύεται, με άμεση απόδειξη, ότι το δικαίωμα της εργολάβου να αξιώσει την καταβολή της τμηματικής αμοιβής της είχε συμβατικώς εξαρτηθεί αποκλειστικά από το στάδιο του έργου που εκάστοτε κατασκεύαζε αυτή και όχι από το εάν θα παρέδιδε ή όχι στις οικοπεδούχους τα διαμερίσματα της αντιπαροχής τους, αποπερατωμένα.

Παρέπεται αναγκαίως και ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η εργολάβος προχωρούσε μόνη, ακόμη και με αυτοσύμβαση (άρθρο 235 του ΑΚ), στη μεταβίβαση των χιλιοστών της αντιπαροχής της στον εαυτό της ή σε τρίτο, ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος των οικοπεδούχων, επειδή αυτές αρνούνταν αδικαιολογήτως να προβούν οι ίδιες στη μεταβίβαση αυτών, τότε και πάλι η πληρεξουσιότητα και η εντολή δεν εξαρτάτο από την προηγούμενη παράδοση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής στις οικοπεδούχες, παρά αποκλειστικώς από το εάν η εργολάβος είχε περατώσει συγκεκριμένο στάδιο της κατασκευής, γι΄ αυτό και ο συναφής ισχυρισμός των οικοπεδούχων είναι αβάσιμος.

Το δε γεγονός ότι η εργολάβος ήταν ασυνεπής προς άλλες συμβατικές δεσμεύσεις της, όπως (κακοτεχνίες της οικοδομής, μη καταβολή των εργοδοτικών εισφορών που βάρυναν τις οικοπεδούχους στα ασφαλιστικά ταμεία, κύρια και επικουρικά, μη εμπρόθεσμη παράδοση του έργου), και αληθές υποτιθέμενο, δεν αναιρούσε προδήλως το δικαίωμα της εργολάβου να αξιώνει την καταβολή της αμοιβής της ανάλογα με το στάδιο κατασκευής του έργου, απλά στοιχειοθετούσε το δικαίωμα των οικοπεδούχων να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση (είτε κατά το άρθρο 686 είτε κατά το άρθρο 690 του ΑΚ), προκειμένου να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους που προέβλεπε η σύμβαση αυτή απέναντι στην εργολάβο, επομένως και από την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στην εργολάβο την αξιούμενη αμοιβή της.

Και τούτο, επειδή, σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή, την οποία υιοθετεί ως ορθή και το δικαστήριο τούτο, η άσκηση της υπαναχώρησης επιφέρει, ως νομοθετημένο έννομο αποτέλεσμα αυτής, τη λύση της σύμβασης εξ υπαρχής (ex tunc), ούτως ώστε να θεωρείται ότι αυτή δεν καταρτίστηκε ποτέ. Ενόσω, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι στον κρίσιμο χρόνο (της αποπεράτωσης των επιχρισμάτων της οικοδομής, αλλά και στο χρόνο της κατάρτισης της πώλησης προς την εναγομένη), ήτοι στις 13 Φεβρουαρίου 1985, οι οικοπεδούχοι είχαν ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα της υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, παρέπεται, κατά νομική αναγκαιότητα, ότι αυτές είχαν από τη σύμβαση υποχρέωση να μεταβιβάσουν προς την εργολάβο ή προς τρίτο που αυτή θα υποδείκνυε, τα χιλιοστά επί του εδάφους που είχαν συμφωνηθεί, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή του ενοχικού δικαίου pacta sunt servanda.

Η δήλωση υπαναχώρησης έγινε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα κατά μήνα Ιούνιο του έτους 1985 με έγγραφο που επιδόθηκε κατά το με αριθμό ..... επιδοτήριο του δικαστικού επιμελητή ..... Ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην επίδικη πώληση το γεγονός ότι ο .... μεταβίβασε προς την εναγομένη το διαμέρισμα, στο οποίο αντιστοιχούσαν 201ο/οο, δηλαδή (με συνυπολογισμό των χιλιοστών που ήδη είχαν μεταβιβαστεί στην εργολάβο) 38ο/οο περισσότερα εκείνων που οι οικοπεδούχοι υποχρεούνταν να μεταβιβάσουν στον εργολάβο, μέχρι να αποπερατωθεί το σοβάτισμα της οικοδομής.

Γιατί, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική διάταξη του άρθρου 12 της εργολαβικής σύμβασης, οι οικοπεδούχες ήταν υποχρεωμένες, σε αίτηση του εργολάβου, να μεταβιβάσουν σ΄ αυτόν ή στον τρίτο που θα υποδείκνυε σ΄ αυτές και τα επί πλέον απαιτούμενα χιλιοστά, έτσι ώστε να συμπληρώνεται ο αριθμός των χιλιοστών που αντιστοιχούσε κάθε φορά στο έτοιμο προς πώληση διαμέρισμα της αντιπαροχής της εργολάβου, οπότε οι οικοπεδούχοι απλώς είχαν απέναντι στην εργολάβο ενοχική αξίωση να καταβληθεί σ΄ αυτές η σχετική χρηματική εγγυοδοσία, που καθοριζόταν από το πιο πάνω άρθρο του εργολαβικού.

Τέλος η ακυρότητα της γενόμενης από τον .... τροποποίησης της σύμβασης περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, προς δημιουργία του υπό στοιχεία Ε-1 διαμερίσματος της οικοδομής, δεν πλήττει και την εγκυρότητα της πώλησης αυτού προς την εναγομένη, ενόψει του ότι αυτή καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 1963 του ΑΚ και του άρθρου 822 Κ.Πολ.Δικ, ως μη γνωρίζουσα την ανακρίβεια του κληρονομητηρίου, με βάση την οποία ενεργούσε ο Β2 και κατά την εν λόγω τροποποίηση της σύμβασης περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κατά την πληττόμενη πωλητήρια σύμβαση του διαμερίσματος αυτού.

Είναι δε εντελώς αδιάφορο το γεγονός ότι οι οικοπεδούχοι, ως προς τις οποίες η τροποποίηση αυτή εξακολουθεί να είναι άκυρη, αντλούν δικαιώματα από την ακυρότητα αυτή κατά του Β2 Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή (ως προς αυτήν) ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 788 ΑΚ και 14 του ν. 3741/1929, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ΄ αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας του επίμαχου (15.039/21985) πωλητήριου συμβολαίου, ενόψει της άγνοιας της αγοράστριας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης της ανακρίβειας του κληρονομητηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1963 ΑΚ και 822 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστατεύουν τον καλόπιστο τρίτο που συναλλάχθηκε με τον εικαζόμενο κληρονόμο κατά το χρόνο που το κληρονομητήριο είναι ενεργό.

Ο ερευνώμενος, επομένως, δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή άλλως αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003,12/2000 κα 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης κ.λ.π. και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων διαδίκου (Ολ. ΑΠ 469/1984) ούτε τα αποδεικτικά μέσα κατά το περιεχόμενό τους.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν σε εκείνο από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, δηλαδή τις από 3-8-1984 και 13-8-1984, αντίστοιχα, εξώδικες προσκλήσεις του αρχικά εναγόμενου Β2 , οι οποίες έχουν υπογραφεί από τον κοινό τότε (τουλάχιστον από το μήνα Δεκέμβριο 1984 και εφεξής) πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ...., καθώς και τη 1586/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης εκείνος ο εναγόμενος, από την οποία προκύπτει, ότι ο πιο πάνω δικηγόρος παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρός του, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειουσών, ότι τόσο ο ίδιος, που εξετάστηκε ως μάρτυρας ανταπόδειξης, όσο και η εναγομένη, τελούσαν σε γνώση της ανακρίβειας του ....

κληρονομητηρίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνισταμένης στο ότι μοναδικός κληρονόμος εξ αδιαθέτου της θανούσας εργολήπτριας Β1 ήταν ο σύζυγός της, δηλαδή ο πιο πάνω Β2, ενώ το ακριβές ήταν ότι συνέτρεχε ως κληρονόμος εκείνης και ο εγγονός της Ω1, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος ισχυρισμός, αναφερόμενος σε αποδεικτικά μέσα κατά το περιεχόμενό τους, δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.

ΙΙΙ. Η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β΄ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι αν χρησιμοποιήθηκαν προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 εδάφ β΄ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι κατά το χρόνο που οι ενάγουσες, οικοπεδούχοι και κυρίες του έργου της ανέγερσης πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής, με μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό συμβόλαιο πούλησαν και μεταβίβασαν, μέσω του Β2, ως αποκλειστικού κληρονόμου της νόμιμα διορισμένης αντιπροσώπου τους εργολήπτριας το νέο Ε-1 διαμέρισμα, όπως αυτό σχηματίστηκε από τα παλαιά Ε-1 και Ε-2 διαμερίσματα κατόπιν της με μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη τροποποίησης της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας από το Β2, με την παραπάνω ιδιότητά του, η εναγομένη τελούσε εν αγνοία της ανακρίβειας του ...

κληρονομητηρίου, παρέβη τα διδάγματα τη κοινής πείρας με το να παραβλέψει το γεγονός που έγινε δεκτό από εκείνο, ότι η εναγομένη, ο σύζυγός της και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της .... είχαν επαγγελματικές σχέσεις με το Β2 και τη σύζυγό του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, γιατί το χαρακτηριζόμενο σ΄ αυτόν ως δίδαγμα της κοινής πείρας πραγματικό περιστατικό, παρεκτός του ότι δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιου διδάγματος, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς, αλλά αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο πρώτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις από 3-12-1984 και 13-12-1984, αντίστοιχα, εξώδικες προσκλήσεις του αρχικά τρίτου εναγομένου, που φέρουν την υπογραφή του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου του ...., καθώς και τη 1586/1985 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης ο εν λόγω εναγόμενος, από την οποία προκύπτει, ότι ο πιο πάνω πληρεξούσιος δικηγόρος παραστάθηκε στην πτωχευτική δίκη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τότε καθ΄ ου, αρχικά τρίτου εναγομένου, που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο παραπάνω Δικαστήριο της συζήτησης της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την υπάρχουσα στην εν λόγω απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "και όλα τα έγγραφα (δημόσια και Ιδιωτικά) που οι διάδικοι επικαλούνται και "νομίμως προσκομίζουν...." και από το όλο αιτιολογικό εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως προς τον προαναφερόμενο κρίσιμο ισχυρισμό των εναγουσών, και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τις προαναφερόμενες εξώδικες προσκλήσεις μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει και ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της 1586/1985 απόφασης, που προπαρατέθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2004 αίτηση για αναίρεση της 2429/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ