Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove force majeure for late filing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a fine for unpaid social security contributions as inadmissible. The appellant filed the request late without providing evidence of force majeure or other insurmountable obstacles, contrary to the statutory deadline. The court rejected the claim that the deadline varied for foreign residents or that electronic notification requirements were violated, ruling that the appeal was procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArt. 473 para. 3 of the Code of Criminal Procedure; Art. 512 para. 1 of the Code of Criminal Procedure: An appeal filed after the statutory deadline is inadmissible unless force majeure or insurmountable obstacles are proven, and the right of defense is not violated by strict time limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1372 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1372/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2025, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο Συμβούλιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Φανό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ1332/2025 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26/5/2025 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Σοφουλάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 179/1-8-2025, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. α' νΚΠΔ, την υπ'αριθ. 21 από 26.05.2025 αίτηση αναίρεσης του Α.
Α. του Κ. και της Μ., γεν. στις ....1987, στο Μαρούσι Αττικής και κατ. στο Λονδίνο Μ. Βρετανίας, επί της οδού ..., Τ.Κ. ..., ή Αιγάλεω Αττικής οδός ..., η οποία κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Χ., κατά της υπ' αριθ. ΒΤ 1332 από 31.03.2025 τελεσίδικης απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την οποία καταδικάσθηκε με τις ελαφρυντικές του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α' και β' του ΠΚ, σε συνολική χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4000)ευρώ για τις πράξεις: α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών που έλαβαν χώρα στην Αθήνα από τις 01.11.2016 έως τις 30.04.2019 που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ.1 του Π.Κ και άρθ. 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 86|67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 του Ν.Δ. 1160|72, 21 §11 του Ν. 1902|90 και 20 Ν. 2721199, το άρθρο 1 του Ν.362|76, το άρθρο 114 ΚΠΔ, όπως τροπ.
με το άρθρο 1 του ΝΔ 337(69, σε συνδυασμό με τα άρθρα και 26 παράγραφος 3 του Α.Ν. 1846J51 (που κυρώθηκε από το Ν. 2113/52) όπως αντικ. με το άρθρο 13 του Ν. 2972/2001, 27§1 του Α.Ν. 1846/51, όπως αντικ. με το άρθρο 14 του Ν. 2972|2001 και 8§2 του Ν.4321/63, όπως αντικ. με το άρθρο 7 του Ν. 4469/65 και άρθρο 33 του Ν.3346/05, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/10, ισχυουσών και των διατάξεων του Ν. 4038/12-αρθρ.22 και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά, τη διάταξη του εδαφίου α'της παρ. 1 του άρθρου 512, ορίζεται ότι: "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 και, εφόσον ασκήθηκε καταχρηστικά, το δικαστήριο επιβάλλει σε εκείνον που την άσκησε τα έξοδα στο πενταπλάσιο.".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ.1, 2 εδ. α' και 3 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, από τον παρόντα κατά την απαγγελία της απόφασης δικαιούμενο, είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρίζεται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος σε άσκηση αναίρεσης δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, ισχύει πάλι η παραπάνω προθεσμία, αλλά με την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί η επίδοση στον τελευταίο της απόφασης. Αν η απόφαση επιδοθεί μεταγενέστερα της καταχώρισης στο ειδικό βιβλίο, τότε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επίδοση αυτής. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 3 εδ. α', β'και γ' νΚΠΔ, προβλέπεται ότι: "στα πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου.
Στην περίπτωση αυτήν ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν...". Από την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης αυτής συνάγεται ότι εφόσον ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από συνήγορο, καθώς και στις περιπτώσεις των άρθρων 341 παρ. 1, 344 παρ. 1,346,347 παρ. 1 και 348 ΚΠΔ, θεωρείται παρών και όχι "ωσεί" παρών.
Δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε θεωρείται ως επί παρουσία του κατηγορουμένου και κατ' αντιμωλία των διαδίκων, ενώ από τη δημοσίευση αυτής με την παρουσία του συνηγόρου του άρχεται και η προθεσμία των ενδίκων μέσων (ΕρμηνΚΠΔ Μαργαρίτης Λαμ. σελ. 1439, όπου και παράθεση νομολογίας: ΑΠ 271/2002 ΝοΒ 2002,138, Ζησιάδης, β' σελ. 470, Μαργαρίτης Λαμ.,Ένδικα Μέσα, 1994, σελ. 74, ο ίδιος, Αίτηση Ακυρώσεως, σελ.17 σημ. 27, σελ. 39 σημ. 11, ο ίδιος, Ποινική Δικονομία, τ.
β', σελ. 275). Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 501 παρ. 4 του ΚΠΔ (όπως τροπ/κε με το άρθρ. 153 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α 215/12.11.2021), δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, διότι αφορά την περίπτωση που θα λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή της ήδη αρξαμένης συζήτησης της έφεσης και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στη παρ. 1 του ιδίου άρθρου, τότε δικάζεται σαν να ήταν παρών και άρα δεν θεωρείται ότι η απόφαση που εκδόθηκε απαγγέλθηκε με παρόντα τον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα η προθεσμία της αναίρεσης να αρχίζει όπως και για τον απόντα διάδικο (ΑΠ 1137/2021, ΑΠ 1872/2018, 219/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ.α', β' και γ' του ΚΠοινΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 και, εφόσον ασκήθηκε καταχρηστικά, το δικαστήριο επιβάλλει σε εκείνον που την άσκησε τα έξοδα στο πενταπλάσιο.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1, 2, 3, ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από τον κατηγορούμενο και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 4 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (παρ.2).
Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ειδικά για τον κατηγορούμενο, ο οποίος αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης γνωστοποίησε με δήλωση του ιδίου ή του συνηγόρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει μετά τη σχετική ενημέρωση από τον γραμματέα του δικαστηρίου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αναφορικά με την καταχώριση της απόφασης ως καθαρογραμμένης (παρ.3).
Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγελθεί, παρουσία του κατηγορουμένου, και καταστεί αμετάκλητη, η αφετηρία της άνω προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, για την εκ μέρους του άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει στην μεν 1η περίπτωση από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 παρ.3 που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση, στην δε 2η μετά τη σχετική ενημέρωση του γραμματέα του δικαστηρίου, ο οποίος υποχρεούται να αποστείλει μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αναφορικά με την καταχώριση της απόφασης ως καθαρογραμμένης στο ανωτέρω βιβλίο του άρθ. 473 παρ. 3 νΚΠΔ, στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του αρκεί αυτός αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης να "..γνωστοποίησε με δήλωση του ιδίου ή του συνηγόρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου...".
Εκ των άνω παρέπεται ότι, η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως διαφοροποιείται ως προς την έναρξή της, η οποία αρχίζει είτε από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο, του άρθ. 473 παρ. 3 νΚΠΔ, είτε από τότε που θα ενημερώσει με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ο γραμματέας του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, ότι προέβη στην καταχώρησή της σε αυτό.
Συνεπώς ο γραμματέας του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, έχει υποχρέωση προς γνωστοποίηση στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, της ημερομηνίας καταχώρησης της απόφασης καθαρογραμμένης στο βιβλίο του άρθ. 473 παρ. 3 νΚΠΔ, μόνον αν το γεγονός αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της καταδικαστικής απόφασης, στα οποία έχει ήδη καταχωρηθεί, αμέσως μετά την έκδοσή της, σχετική δήλωση του ιδίου (καταδικασθέντα) ή του συνηγόρου του, με την οποία να γνωστοποιεί τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου (ΑΠ 877/2023, ΑΠ 583/2023).
Περαιτέρω, η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του ενδίκου μέσου, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση κατά τρόπο ορισμένο των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με υπόμνημα, που υποβάλλεται μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη. Ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο(ΑΠ 816/2022, ΟλομΑΠ 5/1995).
Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με την υποβολή υπομνήματος μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη (ΑΠ 378/2025). Όπως έχει δε παγίως νομολογηθεί, η αμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο για λογαριασμό του εντολέα του δεν συνιστά ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα κατά την ανωτέρω έννοια (ΑΠ 528/2023).
Τέλος, σύμφωνα με, τους ορισμούς των διατάξεων του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 142 του Ν. 4855/12.11.2021, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 470/2020). Ο εισαγγελέας δε, οφείλει να ειδοποιήσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του ή να συμπληρώσει την τυπική διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί, σαράντα οκτώ τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Αν ο αναιρεσείων κρατείται, δεν μετάγεται αλλά μπορεί να υποβάλλει υπόμνημα και να εκπροσωπηθεί από συνήγορο. Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας ή του συμβουλίου με οποιοδήποτε μέσο (εγγράφως ή με τηλεομοιοτυπία ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή προφορικά ή τηλεφωνικά), η οποία αποδεικνύεται με σχετική βεβαίωσή του που επισυνάπτεται στη δικογραφία.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή μη της ασκηθείσας εκ μέρους του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα Α. Α. του Κ., άνω αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι το Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.
ΒΤ 1332 από 31.03.2025 τελεσίδικη απόφασή του, τον κήρυξε ομόφωνα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις: α) της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών που έλαβαν χώρα στην Αθήνα από τις 01.11.2016 έως τις 30.04.2019 που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ.1 του Π.Κ και άρθ. 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 86|67, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 31 του Ν.Δ. 1160|72, 21 §11 του Ν. 1902|90 και 20 Ν. 2721199, το άρθρο 1 του Ν.362|76, το άρθρο 114 ΚΠΔ, όπως τροπ.
με το άρθρο 1 του ΝΔ 337(69, σε συνδυασμό με τα άρθρα και 26 παράγραφος 3 του Α.Ν. 1846J51 (που κυρώθηκε από το Ν. 2113/52) όπως αντικ. με το άρθρο 13 του Ν. 2972j2001, 27§1 του Α,Ν. 1846J51, όπως αντικ. με το άρθρο 14 του Ν. 2972|2001 και 8§2 του Ν. 4321163, όπως αντικ. με το άρθρο 7 του Ν. 4469j65 και άρθρο 33 του Ν.3346/05, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν.3904/10, ισχυουσών και των διατάξεων του Ν. 4038/12-αρθρ.22 και του επέβαλε ομόφωνα με τις ελαφρυντικές του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α' και β' του ΠΚ, συνολική χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4000)ευρώ, για τις άνω δυο πράξεις. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 31.03.2025 , θεωρουμένου ως παρόντος του αναιρεσείοντος, ήτοι ως επί παρουσία του και κατ' αντιμωλία των διαδίκων και τούτο διότι αυτός εκπροσωπήθηκε στο άνω δικαστήριο από τους νομίμως διορισθέντες εκ μέρους του δια της από 09.10.2024 εξουσιοδοτήσεως, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, κατ' άρθρο 42 παρ. 2 εδ.
γ' Κ,Π.Δ. και η οποία αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο (βλ. σελ. 2 του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης) τους δικηγόρους: α) Αικατερίνη Πρωτόπαππα του Αθανασίου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, με ΑΜΔΣΠ 004777 και β) Αθανασίου Φανού του Απόστολου, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, με ΑΜΔΣΑ 029239, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων του άρθ. 473 παρ. 3 α' νΚΠΔ στις 02.05.2025, ως τούτο προκύπτει από την επί του σώματος της απόφασης(1η σελίδα επί του περιθωρίου άνω δεξιά) υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως της έδρας Χ.
Τ. Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση του ανωτέρω καταδικασθέντος κατηγορουμένου για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε την 31.03.2025, θεωρουμένου ως παρόντος του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε ως προελέχθη στο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 παρ.3 α' νΚΠΔ, στις 02.05.2025, κατατέθηκε στις 26.05.2025, ημέρα Δευτέρα και ώρα 13:08 ενώπιον της Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Σ.
Χ., οπότε συντάχθηκε η υπ' αριθ. 21 από 26.05.2025 έκθεση, δηλαδή, μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ εικοσαήμερης προθεσμίας, η λήξη της οποίας επήλθε στις 22.05.2025, υπολογιζόμενη από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που έλαβε χώρα στις 02.05.2025, κατά τέσσερις (4) ημέρες και ως εκ τούτου τυγχάνει εκπρόθεσμη.
Περαιτέρω σημειώνεται ότι, στην προαναφερθείσα αίτηση αναίρεσης, εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωση του αναιρεσείοντος αναιρετικών λόγων, δεν αναφέρεται στη σχετική έκθεση ότι η εκπρόθεσμη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας ή σε κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα, εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεσή του εμπροθέσμως, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως, με επίκληση και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων λόγων, ώστε το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά τους.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω: εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476παρ.1 και 578παρ.1 νΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 21 από 26.05.2025 αίτηση αναίρεσης του Α. Α. του Κ. και της Μ., γεν. στις ....1987, στο Μαρούσι Αττικής και κατ. στο Λονδίνο Μ. Βρετανίας, επί της οδού ..., Τ.Κ. ..., ή Αιγάλεω Αττικής οδός ..., η οποία κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Χ., κατά της υπ' αριθ. ΒΤ 1332 από 31.03.2025 τελεσίδικης απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο
και
Β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
- Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Λ. Σοφουλάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3 και 474 παρ. 1, 2 του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης κατά οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, από τον κατηγορούμενο, αν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι πάντοτε εικοσαήμερη, με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 474 του ιδίου κώδικα τρόπους ασκείται αυτή, χωρίς να αρχίζει η εν λόγω προθεσμία πριν από την καταχώρηση της τελεσίδικης καθαρογραμμένης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο. Παρών θεωρείται εκτός από τον φυσικώς παρόντα και ο εκπροσωπηθείς νομίμως κατ' άρθρο 340 παρ. 3 του ΚΠοινΔ από συνήγορο κατηγορούμενος, οπότε και στην περίπτωση αυτή η προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, αρχίζει από την καταχώρησή της προσβαλλομένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του Κ.Π.Δ.(ΑΠ 528/2023, ΑΠ 833/2022). Εκπρόθεσμη δε άσκηση ενδίκου μέσου συγχωρείται μόνον αν συντρέχει ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που εμπόδισαν τη εμπρόθεσμη άσκηση του.
Στην περίπτωση αυτή, στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση αναίρεσης γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την επικαλούμενη ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα με την υποβολή υπομνήματος μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη (ΑΠ 378/2025, ΑΠ 617/2021). Ως ανώτερη δε βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του επικαλούμενου αυτό, μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν` αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ή να υπερνικηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 17, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [ως Συμβούλιο] απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: με την υπ' αριθ. ΒΤ1332/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική χρηματική ποινή τέσσερες χιλιάδες (4.000) ευρώ , για τις αξιόποινες πράξεις α)της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών και β) της μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε, με την παρουσία του αναιρεσείοντος, αφού αυτός εκπροσωπήθηκε νόμιμα κατ'άρθρο 340 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., από συνήγορο στις 31-3-2025 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των καθαρογραμμένων αποφάσεων, του προαναφερθέντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 2-5-2025, όπως τούτο προκύπτει από την επί του σώματος της αποφάσεως υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα.
Ωστόσο, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, με δήλωση της εχούσης ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου του Αικατερίνης Πρωτόπαπα στην γραμματεία του εκδόντος αυτήν δικαστηρίου, στις 26-5-2025, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. 20ήμερης προθεσμίας, από της καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο.
Στη προαναφερθείσα δε δήλωσή του ο αναιρεσείων, εκτός από τη διατύπωση των αφορώντων στην περίπτωσή του αναιρετικών λόγων, δεν αναφέρεται ότι η εκπρόθεσμη εκ μέρους του άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οφείλεται σε λόγους ανώτερης βίας ή σε κάποιο ανυπέρβλητο κώλυμα εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεσή του εμπροθέσμως, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως, με επίκληση και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων λόγων, ώστε το δικαστήριο να ερευνήσει τη βασιμότητά τους.
Η επίκληση τέτοιων λόγων ανωτέρας βίας με το υποβληθέν υπόμνημα του αναιρεσείοντος, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα απαράδεκτη. Ούτε άλλωστε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης ορίζεται διαφορετική για τους κατοίκους της αλλοδαπής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με το υποβληθέν υπόμνημα του, αφού κατά ρητή επιταγή της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, αυτή ορίζεται για τον κατηγορούμενο σε είκοσι (20) ημέρες, χωρίς καμία περαιτέρω διάκριση αναλόγως της κατοικίας του.
Σημειώνεται επίσης ότι με την ως άνω διάταξη δεν παραβιάζεται το, κατ άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ., δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανώτερου βαθμού δικαστήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στο ίδιο υπόμνημα ο αναιρεσείων, αφού οι κανόνες περί προθεσμιών ασκήσεως των ενδίκων μέσων έχουν αναμφίβολα σκοπό την διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και την τήρηση ιδίως της αρχής της νομικής βεβαιότητας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζουν ή μειώνουν την πρόσβαση του προσώπου στο εν λόγω δικαστήριο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να θίγεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος.
Τέλος η προβαλλόμενη επίσης με το υποβληθέν υπόμνημα αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εν προκειμένου έπρεπε να ειδοποιηθούν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αυτού, μέσω email, για την καθαρογραφή της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι επίσης αβάσιμη, αφού τέτοια υποχρέωση, η οποία μάλιστα εκκινεί και την ανωτέρω προθεσμία από την εν λόγω ενημέρωση κατά οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, υφίσταται όταν αμέσως μετά την έκδοση της αποφάσεως ο κατηγορούμενος γνωστοποιήσει με δήλωση του ιδίου ή του συνηγόρου του, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου, γεγονός που δεν έλαβε χώρα εν προκειμένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως η υπό κρίση αίτηση, που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει ν` απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 578 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2025 αίτηση του Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 1332/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2025
Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ