Legislator Case Law & Legislation
1372/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to bank's failure to prove tenant's refusal to pay rent.

Case Number 1372/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the eviction order, remanding the case for retrial by a different panel of judges. The appellant bank argued that the tenant's refusal to pay rent was not proven, violating substantive law, while the defendants contended the eviction was lawful. The court found the first ground of appeal valid because the bank failed to substantiate the tenant's non-payment, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; where a landlord seeks eviction based on non-payment of rent, the burden of proof lies on the landlord to demonstrate the tenant's refusal, and failure to do so renders the eviction order void.

Keywords

AI generated
eviction order non-payment of rent burden of proof substantive law violation remand for retrial tenant refusal landlord liability

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Section 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1372 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1372/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα και Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορίζει και τρίτο πληρεξούσιο δικηγόρο της ανωτέρω εταιρείας τον Κωνσταντίνο Μπάκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο "Γ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Κω και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Λ. - Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΦΩΝ ΚΙΤΡΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Οι πρώτη, δεύτερος και τέταρτη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Καραγιάννης, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω αντικατάστασης της διαχειρίστριας. Αμέσως μετά εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Θεοχαρίδης, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο ως νέα διαχειρίστρια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία μετά τη λύση της από 14-9-2021 συμβάσεως διαχείρισης και την παύση της εξουσίας διαχειρίσεως της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ενεργεί με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεης διαδίκου του Ν. 4354/2015 και στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "TEMPUS HOLDINGS 97 S.A.R.L." και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2017 ανακοπή και τους από 21-5-2018 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2021 αίτησή της και τους από 29-8-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των πρώτης, δεύτερου και τέταρτης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί."

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη. Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Με την υπό κρίση από 10/11/2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθ.141/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε, τυπικά και κατ' ουσίαν, την από 15/6/2020 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της υπ'αριθμ.65/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που είχε απορρίψει την από 22/11/2017 ανακοπή τους και τους από 21/5/2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής κατά της υπ.αριθμ.92/2017 διαταγής πληρωμής του Πρωτοδικείου Κω, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Δωδεκανήσου, στις 29/11/ 2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 18/6/2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 29/11/2021, δεν είχε παρέλθει η ως άνω διετία. Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 33/96 ΑΠ 265/2023, ΑΠ1376/2022, ΑΠ 476/2022).

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1589/2023, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 538/2023,ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022, ΑΠ 476/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικόγραφο των από 29-8-2023 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως της Τράπεζας Eurobank επί της από 10-11-2021 αίτησης αναιρέσεώς της, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1/9/2023 δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης (23-10-2023), και επιδόθηκε την 8-9-2023 για τους αναιρεσίβλητους στην πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Κοτσίδου, που είχε παραστεί για λογαριασμό τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Ρ., χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται, αλλά ούτε και να αποδεικνύεται, ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι-καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι κατ' άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, που ως ειδικότερη διάταξη υπερισχύει εκείνης του άρθρου 143 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 433/2020).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 εδαφ.α του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αντιγράφου αυτής στους κύριους διαδίκους.

Η έλλειψη της κοινοποίησης του αντιγράφου αυτού ή η μη νομότυπη και εμπρόθεσμη κοινοποίησή του, επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησής της. Στην περίπτωση, που η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, το δικόγραφο αυτής πρέπει να κοινοποιηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και ενενήντα (90) ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό, εκτός αν ορίστηκε, κατ' άρθρο 150 του ΚΠολΔ., σύντμηση της ως άνω προθεσμίας (ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1078/2022).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1078/2022 , ΑΠ 1329/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1087/2022).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 456/2023, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1078/2022, ΑΠ 864/202). Για τον χαρακτηρισμό της παρέμβασης, ως αυτοτελούς, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΑΠ 864/2022, ΑΠ 1260/2019).

Περαιτέρω , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ερ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν.5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 18-6-2021, δηλαδή πριν από την 30-12-2023"Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης (ΟλΑΠ 1/2023).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 62 και 64 § 3 και 286 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της επιδικίας επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιάς.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "QQUAΝT ΜΑΣΤΕR SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με το από 28-9-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-7-2002 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και τους αναιρεσίβλητους , όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ.

Τ. και τις ...-2022, ...-2022, ...-2022, και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητών και Εφετείο Δωδεκανήσου Σ. Μ. Μ. αντίστοιχα, ασκεί για πρώτη φόρα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της να παρέμβει στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "TEMPUS HOLDINGS 97 S.A.R.L", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, ως προς την επίδικη απαίτηση, υπέρ και κατά της οποίας (ειδικής διαδόχου) ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη , κατ' άρθρο 325 ΚΠολΔ, ενώ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο εμφανίστηκε παραδεκτώς στη θέση της παρεμβαίνουσας η εταιρία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", η οποία από 3-4-2023 ασκεί τη διαχείριση των απαιτήσεων της Tempus Holdings και εκπροσωπεί αυτήν ως προς τη δικαστική επιδίωξή τους, χωρίς η διαδοχή αυτή να αποτελεί καθολική διαδοχή.

Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεωςκατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ (ΑΠ 302/23).

Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 694/2022,ΑΠ 149/2022, ΑΠ 1414/2022) .

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 113/2022) Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1094/2020 , ΑΠ 196/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 2 του ν. 4224/2013 "Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου κ.λπ.", "με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή το αργότερο στις 31.12.2014.

Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών με σαφή χρονοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του "συνεργάσιμου δανειολήπτη" και των "εύλογων δαπανών διαβίωσης", των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών σχετικά με παροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πληρωμής. ...".

Βάσει της εξουσιοδότησης αυτής, με την 116/25-8-2014 (Φ.Ε.Κ. 2289 Β'/2014) απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31-12-2014, τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής 129/2/26-2-2015 (Φ.Ε.Κ. 486 Β'/31-3-2015) και 148/10/5-10-2015 (Φ.Ε.Κ. 2219 Β'/15-10-2015), αναθεωρήθηκε και αντικαταστάθηκε με την απόφαση 195/1/29-7-2016 (Φ.Ε.Κ. 2376 Β'/02-8-2016) και τροποποιήθηκε εκ νέου με την 221/2/17-3-2017 (Φ.Ε.Κ. 971 Β'/2017) απόφαση της ίδιας Επιτροπής.

Ο Κώδικας αυτός θέτει ως κύριο και πρωταρχικό στόχο του την εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, που έχει χορηγήσει πίστωση στον πρώτο, προκειμένου να μειωθεί με συμβιβαστικό τρόπο το υπερβολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Βασική υποχρέωση, που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα, αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του πριν από την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.

Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών. Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), στην οποία μπορούν να μετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του συνεργάσιμου δανειολήπτη, όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο άρθρο 73 § 2 του ν. 4389/2016 "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις".

Κατά τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα, η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων περιλαμβάνει πέντε στάδια, που πρέπει να εφαρμόζονται από το πιστωτικό ίδρυμα: α) την επικοινωνία με τον δανειολήπτη, προαιρετική και συμβουλευτικού χαρακτήρα, αν αυτός καθυστερήσει την καταβολή δόσης, και υποχρεωτική, αν η καθυστέρηση υπερβεί τις 60 ημέρες, β) τη συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη, γ) την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων, όπως είναι η περιουσιακή κατάσταση του δανειολήπτη, η τρέχουσα και η μελλοντική δυνατότητα αποπληρωμής και το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς, δ) την πρόταση κατάλληλων λύσεων στο δανειολήπτη, δηλαδή λύσεων ρύθμισης και, αν καμία από αυτές δεν συμφωνηθεί, λύσεων οριστικής διευθέτησης, και ε) τη διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.

Ως λύση ρύθμισης νοείται, κατά τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του ίδιου Κώδικα, η τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης της οφειλής, ενώ ως λύση οριστικής διευθέτησης νοείται η συμφωνία ιδρύματος και δανειολήπτη, κατόπιν διερεύνησης και αποκλεισμού της λύσης ρύθμισης, για την οριστική εξόφληση των οφειλών με όρους, που μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολή της κυριότητας των εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη με συναίνεσή του.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα, που δεσμεύονται από αυτόν, την τήρηση, μεταξύ άλλων, των οριζόμενων σταδίων της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει τις διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης.

Ωστόσο, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών. Αντιθέτως, σκοπός του είναι η επιλογή της καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων.

Δεν δύναται, όμως, να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της Δ.Ε.Κ. από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην Τράπεζα της Ελλάδος ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της Δ.Ε.Κ.

Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ...-2002 και της κανονιστικής απόφασης ...-2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της ίδιας Τράπεζας, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των σχετικών υποχρεώσεων επάγεται μόνο εποπτικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να τίθεται ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις.

Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το περιεχόμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Δ.Ε.Κ. συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση αυτών από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την Α.Κ. 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας.

Όμως, ο ανωτέρω Κώδικας, όπως προκύπτει από τους στόχους του, εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις, που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της Δ.Ε.Κ.

από το ίδρυμα, μπορεί να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 Α.Κ., όταν συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής (Α.Π. 1761/2023, Α.Π. 916/2023, Α.Π. 323/2021). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπουαφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020).

Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1346/2017 ) Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 267/2021).

Η ως άνω αδράνεια το δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες για ον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων (ΟλΑΠ 2/2019) πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 6/2016).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη ως καταχρηστική τόσο την άσκηση της καταγγελίας, όσο και την συνακόλουθη επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή, μόνη η μη προηγούμενη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, χωρίς η παράλειψη αυτή να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση και να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του είναι απόρροια του δικαιώματός του για ελεύθερη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του (Α.Π. 916/2023). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 482/2022 , ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 257/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023,ΑΠ 1290/2022 ). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Με την από 22-11-2017 ανακοπή τους και τους από 21-5-2018 πρόσθετους λόγους, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να ακυρωθεί η 97/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, το ποσό των 3.797.699,05 ευρώ πλεον τόκων και εξόδων , ως οφειλόμενο υπόλοιπο από την ....2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία η πρώτη ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία συμβλήθηκε ως πιστούχος, οι δε λοιποί ως εγγυητές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες.

Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ανέφεραν ότι η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται ξενοδοχειακές μονάδες στην Κω Δωδεκανήσου, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων των ξενοδοχείων της, συνολικής δαπάνης 182.000.000 ευρώ, από τα οποία 75.000.000 ευρώ εξασφαλίστηκαν με τραπεζικό δανεισμό, συνήψε με την καθής η ανακοπή , σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, για συνολικό ποσό 5.000.000 ευρώ, την οποία εγγυήθηκαν οι λοιποί ανακόπτοντες ως αυτοφειλέτες.

Ότι η καθ'ης την 30-5-2017 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, η οποία κατά το χρόνο της καταγγελίας εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό των 3.797.699,05 ευρώ. Ότι η καθ' ης έχει εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης ύψους 55.100.000 ευρώ για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της πρώτης ανακόπτουσας από την επίδικη και άλλες δανειακές συμβάσεις, που την 31-5-2016 ανέρχονταν συνολικά σε 40.850.000 ευρώ, και ότι η πρώτη ανακόπτουσα κατά το πριν από την καταγγελία χρονικό διάστημα παρουσίαζε αύξηση των ακαθάριστων εσόδων της, κάλυπτε τις υποχρεώσεις της προς τους εργαζόμενους, το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους προμηθευτές της, και εξυπηρετούσε, βάσει γενομένων συμφωνιών ρύθμισης, τον τραπεζικό δανεισμό της, έχοντας καταβάλει κατά την τριετία 2014-2017 στην καθ' ης και τις Τράπεζες Πειραιώς και Αττικής το συνολικό ποσό των 8.357.000 ευρώ.

Ότι η πρώτη ανακόπτουσα είχε συνάψει με τις ανωτέρω τράπεζες τρεις συμφωνίες για τη ρύθμιση των δανείων της και την αποπληρωμή τους με ευμενέστερους όρους, και ειδικότερα α) την από ...-2012 έγγραφη συμφωνία με την καθ' ης, κατά τους όρους της οποίας της χορηγήθηκε περίοδος χάριτος έως 31-12-2012 για την εξυπηρέτηση των δανείων και ορίστηκε ότι η αποπληρωμή των κεφαλαίων, μετά την καταβολή των τόκων, θα γινόταν από την πλεονάζουσα ρευστότητα της επιχείρησης της πρώτης ανακόπτουσας, η οικονομική πορεία της οποίας θα παρακολουθείτο από ορκωτό λογιστή και ελεγκτική εταιρία της εμπιστοσύνης των τραπεζών, β) την από ...-2015 έγγραφη συμφωνία με την καθ' ης και τις Τράπεζες Πειραιώς και Αττικής, κατά τους όρους της οποίας της χορηγήθηκε νέα περίοδος χάριτος έως 31-12-2015 και συμφωνήθηκε η διερεύνηση εκ μέρους των συμβαλλομένων της δυνατότητας επίτευξης εντός εξαμήνου συμφωνίας για την οριστική ρύθμιση των οφειλών της πρώτης ανακόπτουσας, ενώ συμφωνήθηκε επίσης η καταβολή στις δανείστριες τράπεζες όλων των ταμειακών διαθεσίμων της πρώτης ανακόπτουσας μετ' αφαίρεση των λειτουργικών της εξόδων, και η απαγόρευση αναζήτησης κεφαλαίων από τρίτον επενδυτή, προτάθηκε δε στην πρώτη ανακόπτουσα να προβεί στην πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων επί των ενυποθήκων ακινήτων της, προκειμένου να αυξηθεί η αξία τους, η οποία (τακτοποίηση) θα χρηματοδοτείτο είτε από τις ταμειακές ροές της (πρώτης ανακόπτουσας), είτε από τις τράπεζες με νέο δάνειο 3.600.000 ευρώ, και γ) την από ...-2016 έγγραφη συμφωνία με τις ανωτέρω τράπεζες, με την οποία παρατάθηκε η προηγούμενη μέχρι την 31-3-2016, ενόψει του ότι δεν είχε καταστεί μέχρι τότε η σύναψη της οριστικής συμφωνίας.

Ότι, παρά το γεγονός ότι οι συμφωνίες επιδείνωναν την οικονομική της θέση, επειδή δεν της επέτρεπαν την αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή ή την χρηματοδότηση από τουριστικούς πράκτορες για την ανακαίνιση των ξενοδοχείων της, ούτε την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου της προς εξεύρεση κεφαλαίων, η πρώτη ανακόπτουσα τήρησε τους όρους τους και αποδέχτηκε την τοποθέτηση εκ μέρους των τραπεζών ορκωτού ελεγκτή και ελεγκτικής εταιρίας, για να ελέγχουν τις ταμειακές ροές της.

Όταν δε η Τράπεζα Αττικής διαφώνησε με τις υπόλοιπες τράπεζες και επιδίωξε ανεξάρτητα από αυτές την ικανοποίηση των απαιτήσεών της βάσει της .../2014 διαταγής πληρωμής ποσού 12.896.825,76 ευρώ, η καθ' ης και η Τράπεζα Πειραιώς υποστήριξαν την πρώτη ανακόπτουσα στη σχετική δίκη, παρέχοντας έγγραφη βεβαίωση περί του ότι τα δάνειά της βρίσκονταν σε διαδικασία συνολικής ρύθμισης και προσάγοντας ως μάρτυρα υπέρ αυτής τον ελεγκτή, που είχαν τοποθετήσει στην πρώτη ανακόπτουσα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί δικαστική απόφαση περί προσωρινής αναστολής της ισχύος της διαταγής πληρωμής, ενώ έκτοτε όλες οι τράπεζες απείχαν από επιθετικές ενέργειες εις βάρος της για την είσπραξη των απαιτήσεών τους.

Ότι, παρά το γεγονός ότι η πρώτη ανακόπτουσα είχε συμμορφωθεί με τους όρους των τριών ως άνω συμφωνιών, και ενώ αυτή αναζητούσε νέους επενδυτές για την επέκταση των εγκαταστάσεών της, οι τράπεζες της απέστειλαν την από 5-8-2016 πρόταση οριστικής διευθέτησης της διαφοράς, με ιδιαίτερα δυσμενείς όρους, όπως η μεταβίβαση ποσοστού 95% των μετοχών της σε τρίτους επενδυτές και η παρακράτηση μόνο 5% από τους αρχικούς μετόχους, η παράδοση της διοίκησής της στις τράπεζες, η σύσταση ενεχύρου επί των μετοχών της υπέρ των τραπεζών και η αναγνώριση των δανειακών υπολοίπων.

Ότι, ακολούθως, η πρώτη ανακόπτουσα απέστειλε στις τράπεζες τις από 9-9-2016 και 3-11-2016 αντιπροτάσεις της για ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων, που προέβλεπαν άμεση καταβολή οφειλών ύψους 6.600.000 ευρώ και την είσοδο στρατηγικού επενδυτή με εισφορά κεφαλαίων ύψους 15.000.000 ευρώ, τις οποίες συζήτησαν οι εκπρόσωποί της σε συνάντηση που είχαν με εκπροσώπους των τραπεζών την 30-11-2016, όμως οι τελευταίες δεν τις αποδέχτηκαν, σκοπεύοντας να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρώτης ανακόπτουσας και ακολούθως να την πωλήσουν.

Ότι εν συνεχεία οι τράπεζες της απέστειλαν τη νέα από 9-12-2016 πρότασή τους με περισσότερο δυσμενείς όρους, ήτοι τη δυνατότητα περιορισμού των αρχικών μετόχων σε ποσοστό κατώτερο του 5% του μετοχικού της κεφαλαίου και τη μεταβίβαση εκ μέρους των εγγυητών στις τράπεζες των ακινήτων τους και των μετοχών τους σε άλλες εταιρίες, και η πρώτη ανακόπτουσα τους απέστειλε τη νέα από 31-1-2017 αίτησή της για ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων, που δεν έγινε δεκτή, και κατόπιν αυτού οι τράπεζες προέβησαν στην καταγγελία όλων των δανειακών συμβάσεων, κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας, επειδή δεν υπέβαλαν αρχικά ήπια πρόταση ρύθμισης και, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, πρόταση οριστικής διευθέτησης, αλλά εξαρχής πρόταση οριστικής διευθέτησης, ενώ δεν τήρησαν ούτε την επιβαλλόμενη από τον Κώδικα εμπιστευτικότητα της διαδικασίας, διαρρέοντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τους όρους της δεύτερης συμφωνίας περί χορήγησης προθεσμίας χάριτος, ενόσω αυτοί βρίσκονταν υπό διαπραγμάτευση, τα οικονομικά δεδομένα της πρώτης ανακόπτουσας, την ύπαρξη ενδιαφερόμενων αγοραστών και την επικείμενη πλειστηρίαση των ξενοδοχειακών της εγκαταστάσεων, αργότερα δε η πρώτη ανακόπτουσα απέστειλε στις τράπεζες τη νεότερη από 1-8-2017 πρόταση για αναδιάρθρωση των χρεών και ρύθμιση της αποπληρωμής τους, επί της οποίας δεν έλαβε απάντηση.

Ότι, ενόψει όλων των ανωτέρω, και ιδίως της επανειλημμένης επί πενταετία σύναψης με τις τράπεζες συμφωνιών περί χορήγησης περιόδου χάριτος υπό όρους, που τήρησε η πρώτη ανακόπτουσα και είχαν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης, της αποχής τους από τη δικαστική επιδίωξη της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και της πρότασής τους περί χορήγησης σε αυτήν νέου δανείου 3.600.000 ευρώ για την πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων, δημιουργήθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα η εύλογη πεποίθηση ότι οι δανείστριες τράπεζες, μεταξύ αυτών και η καθ' ης, δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους, αλλά θα προχωρήσουν τελικά σε ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων της, επομένως η από 30-5-2017 καταγγελία της καθ' ης και η επιδίωξη της απαίτησής της με την έκδοση της ανακοπτόμενης .../2017 διαταγής πληρωμής, παρόλο που αυτή ασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες στην περιουσία των ανακοπτόντων και προσωπικές εγγυήσεις των δεύτερου και τρίτης από αυτούς, υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν με την 65/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία ειδικότερα απέρριψε τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αυτής ως μη νόμιμο. Επί εφέσεως των αναιρεσίβλητων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 141/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία έκρινε νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, δέχτηκε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους, διαλαμβάνοντας την ακόλουθη αιτιολογία: " Κατόπιν της από 1-9-2017 αίτησης της, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Eταιρεία", της οποίας η εφεσίβλητη είναι οιονεί καθολική διάδοχος ...

εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία οι εκκαλούντες υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 3.797.699,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατόπιν της από 30.5.2017 καταγγελίας της με αρ.....2008 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης και της πρώτης εκκαλούσας εταιρείας, με την οποία είχε χορηγηθεί σε αυτήν πίστωση μέχρι του ποσού των 3.004.000 ευρώ, που αυξήθηκε κατά 1.000.000 ευρώ, δυνάμει της με αρ. ....2009 τροποποητικής πράξης και κατά 996.000 ευρώ δυνάμει της με αρ. ....2009 τροποποιητικής πράξης, ενώ οι λοιποί εκκαλούντες εγγυήθηκαν για την οφειλή της πρώτης εκκαλούσας μέχρι του ποσού των 5.000.000 ευρώ ως αυτοφειλέτες.

Η συγκεκριμένη πίστωση εντάσσεται σε ένα σύνολο δανειακών συμβάσεων που συνήψε η πρώτη εκκαλούσα στον πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αρχικά με τις τράπεζες "Alpha Bank Α.Ε" και "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και. στη συνέχεια με τη "Γενική Τράπεζα" και την "Τράπεζα Αττικής". Ο δανεισμός της πρώτης εκκαλούσας ακολούθως εξαγοράστηκε από την εφεσίβλητη και την "Τράπεζα Κύπρου", ενώ μετά τη μεταφορά των δανειακών χαρτοφυλακίων της τελευταίας προς την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία κατέστη ειδική διάδοχός της, το σύνολο του δανεισμού της εταιρείας κατανέμεται κατά προσέγγιση σε ποσοστό 51% για την Τράπεζα Πειραιώς, 37% για την τράπεζα Eurobank (εφεσίβλητη) και 12% για την Τράπεζα Αττικής.

Η πρώτη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία συστάθηκε το έτος 1987, με την υπ'αριθμ. ....1987 πράξη του Συμβ/φου Ρόδου Δ. Γ. και δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στον τομέα των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων. Το μετοχικό κεφάλαιο τη εταιρείας ορίστηκε αρχικά στο ποσό των 5.000.00 δραχμών και μετά την από 31-12-2006 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, αυξήθηκε, ανερχόμενο πλέον στο ποσό των 55.248.480 ευρώ ,το οποίο διαιρείται σε 1.905.120 ονομαστικές και μη μεταβιβάσιμες μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 29 ευρώ, εκ των οποίων 1.047.816 μετοχές κατέχει ο δεύτερος εκκαλών Κ.

Κ. και 857.304 μετοχές κατέχει η τρίτη εκκαλουσα Λ.-Μ. Κ. Στο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εκκαλούσας μετέχουν ο δεύτερος εκκαλων, ο οποίος έχει και την ιδιότητα του προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, η τρίτη εκκαλούσα, η οποία έχει και την ιδιότητα της Αναπληρώτριας Προέδρου και ο Λ. Κ. του Κ. και Ε. Κ. του Ι., ως μέλη.

Στο πλαίσιο της παραπάνω δραστηριότητάς της η πρώτη εκκαλούσα διατηρεί και εκμεταλλεύεται πέντε ξενοδοχειακές μονάδες, συνολικού δυναμικού συνολικά 1.522 δωματίων και 5.079 κλινών, με τους διακριτικούς τίτλους "K. VILLAGE", "K. HIPPOCRATES", "K. MARIS", "K. PANORAMA" και "K. AQUALAND", εκ των οποίων η τρίτη και η τέταρτη ταξινομούνται ως πέντε αστέρων και οι λοιπές ως τεσσάρων αστέρων), καθώς και δύο συνεδριακά κέντρα, χωρητικότητας συνολικά τουλάχιστον 5.500 συνέδρων και μικρότερους συνεδριακούς χώρους.

Τα ξενοδοχειακά συγκροτήματα ανεγέρθηκαν σε οικοπεδικές εκτάσεις επιφάνειας 286.586 τ.μ., ιδιοκτησίας του ιδρυτή της εταιρείας Γ. Κ., στην περιοχή Ψαλίδι στην νήσο Κω στα Δωδεκάνησα. Τα εν λόγω ξενοδοχεία λειτουργούν σε συνεργασία με διεθνείς τουριστικούς οργανισμούς και πρακτορεία, με τους οποίους η επιχείρηση καταρτίζει και υπογράφει ξενοδοχειακά συμβόλαια, κυρίως μακροχρόνια, βάσει των οποίων η μεν εταιρεία δεσμεύει περί το 70% των κλινών των ξενοδοχείων, οι δε πράκτορες εγγυώνται την αντίστοιχη προσέλευση πελατών και δεσμεύονται για την αποπληρωμή των παρεχομένων υπηρεσιών.

Ο κύριος δανεισμός της πρώτης εκκαλούσας ξεκίνησε το έτος 2006, όταν η Τράπεζα Κύπρου χρηματοδότησε ανακαίνιση του ξενοδοχείου "K. Village" σε ύψος 4.500.000 ευρώ, ενώ επίσης εκταμίευσε ομολογιακό δάνειο ύψους 30.000.000 ευρώ, με σκοπό την μεταφορά ισόποσου δανεισμού της εφεσίβλητης από τις τράπεζες "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος" και "Άλφα Τράπεζα".

Το ίδιο έτος η νυν εφεσίβλητη τράπεζα (Εurobank) αναχρηματοδότησε μέρος του δανεισμού από τις τελευταίες, ύψους 33.000.000 ευρώ. Ακολούθησαν νέες εκταμιεύσεις δανείων, μέχρι και το έτος 2010, ενώ μετά τις γενόμενες ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στο τραπεζικό σύστημα, ως πιστώτριες της πρώτης εκκαλούσας απέμειναν οι τρεις (3) παραπάνω αναφερόμενες τράπεζες, με τα ως άνω κατά προσέγγιση ποσοστά, ενώ κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε αμέσως της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα στις 31-12-2016, η συνολική οφειλή της πρώτης εκκαλούσας, όπως η ίδια συνομολογεί, ανερχόταν σε ύψος περίπου 113 εκατομμυρίων ευρώ.

Η πρώτη εκκαλούσα, άρχισε να αντιμετωπίζει δυσχέρεια ως προς την εμπρόθεσμη αποπληρωμή των δανειακών της υποχρεώσεων ήδη απ? το έτος 2009, στο τέλος του οποίου τα συνολικά υπόλοιπα (μη ληξιπρόθεσμα) του τραπεζικού της δανεισμού ανέρχονταν στο ποσό των 91,90 εκατομμυρίων ευρώ, αριθμός ο οποίος τα δύο επόμενα έτη ανήλθε στα ποσά των 99,13 και 99,41 εκατομμυρίων ευρώ αντίστοιχα.

Την 24.4.2012 η πρώτη εκκαλούσα και οι δανείστριες εταιρείες με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" και "EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (υπό την τότε επωνυμία της "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ") συνήψαν ιδιωτικό συμφωνητικό, διάρκειας έως 31.12.2012, στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής ο δεύτερος εκκαλών, με το οποίο συμφωνήθηκε ή ρύθμιση των οφειλών της πρώτης λόγω αδυναμίας εξόφλησής τους και με σκοπό να επιτευχθεί η οικονομική της ανάκαμψη και η αποπληρωμή των υποχρεώσεών της.

Ειδικότερα, η εταιρεία αναγνώριζε τις οφειλές της από τις χρηματοδοτήσεις που ανέρχονταν την 1.4.2012 στο ποσό των 48.130.000 ευρώ προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ και 39.449.000 ευρώ προς την EUROBANK, προβλέφθηκε ότι για το σύνολο των υφιστάμενων απαιτήσεων από τις διμερείς χρηματοδοτήσεις των τραπεζών προς την εταιρεία, θα δοθεί περίοδος χάριτος στο οφειλόμενο κεφάλαιο έως 31-12- 2012, ενώ παράλληλα, από την υπογραφή του συμφωνητικού και έως 31-12-2012 ο εκτοκισμός θα γίνεται με βάση Euribor 3μήνου ή 6μήνου + spread 4,25% η δε καταβολή των εφεξής δεδουλευμένων τόκων θα γίνεται κανονικά (όρος 2.1).

Προς εκτέλεση της ανωτέρω αναφερόμενης (υπό παρ. 2.1 του συμφωνητικού) συμφωνίας προβλέφθηκε να συναφθούν σχετικά διμερείς συμβάσεις τροποποίησης των οικείων δανειακών- πιστωτικών συμβάσεων, οι οποίες θα υπερισχύουν του συμφωνητικού αυτού όσον αφορά την υπό παρ. 2.1. (όρος 2.3). Με τον όρο 2.4 συμφωνήθηκε ότι η έναρξη και η συνέχιση ισχύος της στο συμφωνητικό διατυπωμένης (υπό παρ. 2.1 αυτού) συμφωνίας, όπως και η σύναψη των ως άνω (υπό παρ. 2.3 αυτού) τροποποιητικών συμβάσεων και κάθε εν γένει υποχρέωση των τραπεζών να συνεργαστούν με την οφειλέτρια εταιρεία και τον εγγυητή στα σε αυτό περιγραφόμενα πλαίσια, εξαρτάται από την προγενέστερη των ανωτέρω αλλά και άψογα τηρούμενη στο εξής συμβατική συμπεριφορά τους (εταιρείας και εγγυητή) οι οποίοι, κατά το μέρος που αναλογεί στον καθένα, υποχρεούνται έναντι των τραπεζών: (α) Να μην παραχωρήσουν για την περίοδο έως την 31-12-2012, καμιά ασφάλεια επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, του εγγυητή για την εξασφάλιση είτε υφισταμένων κατά την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού οφειλών τους είτε νέων οφειλών τους.

Ρητά συμφωνείται ότι κατά την ανωτέρω περίοδο οι τράπεζες θα δικαιούνται να εισπράττουν προς το σκοπό της μείωσης του υφισταμένου, κατά την ημερομηνία υπογραφής του συμφωνητικού, υπολοίπου χρηματοδοτήσεων, ποσά από ήδη εκχωρημένες επιταγές ή απαιτήσεις της οφειλέτριας εταιρείας προς τις τράπεζες κατά την υπογραφή του συμφωνητικού που έγιναν ληξιπρόθεσμες κατά το διάστημα αυτό, (β) Να αποδεχθούν το διορισμό ορκωτού λογιστή της έγκρισης των τραπεζών ο οποίος θα αναλάβει με έξοδα της εταιρείας τα εξής: i) Προετοιμασία budget και cash flow για το έτος 2012 σε μηνιαία ανάλυση κατόπιν συμφωνίας του περιεχομένου με τη διοίκηση εταιρείας, το οποίο θα παραδοθεί στις τράπεζες εντός 15 ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού, ii) Έλεγχο των απολογιστικών μηνιαίων στοιχείων των budget και cash flow για κάθε μήνα που διέρρευσε και αναθεώρησή τους για τον επόμενο μήνα, iii ) Έλεγχο των αγορών και κάθε είδους δαπάνης που καταχωρούνται στα βιβλία της εταιρείας, με σκοπό τη διαπίστωση α) ότι κινούνται στα πλαίσια του προϋπολογισμού β) ότι σχετίζονται με τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρείας και γ) κινούνται ως προς τις τιμές, στα πλαίσια της αγοράς, v) Έλεγχο των αγορών και κάθε είδους δαπάνης, που καταχωρούνται στα βιβλία της εταιρείας με σκοπό τη διαπίστωση α) ότι κινούνται στα πλαίσια του προϋπολογισμού ..., β) σχετίζονται με τις ανάγκες λειτουργίας της εταιρείας και γ) κινούνται ως προς τις τιμές, στα πλαίσια της αγοράς, vi) Έγκριση των πληρωμών, (συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης επιταγών), οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο συμφωνημένο cash flow για ποσά άνω των 10.000 Ε μηνιαίως, vii) Έλεγχο τήρησης του οικονομικού περιεχομένου (τιμών και εκπτώσεων) των συμβολαίων του οφειλέτη με τους τους tour operators.

Η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να συνεργάζεται με τον ορκωτό λογιστή, να παρέχει πρόσβαση σε κάθε αναγκαίο στοιχείο για την εκτέλεση του έργου του μόλις του ζητηθεί και να επιτρέπει την κοινοποίηση των πορισμάτων ελέγχου του ορκωτού λογιστή στις τράπεζες. Επιπλέον εφόσον οι τράπεζες το κρίνουν απαραίτητο θα έχουν την δυνατότητα να ορίσουν στους μήνες λειτουργίας των ξενοδοχείων, με κόστος που θα βαρύνει τις ίδιες, ελεγκτή με παρουσία στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και αρμοδιότητα τον έλεγχο του συνόλου των πραγματοποιούμενων δαπανών μέσω των φορολογικών και εν γένει οικονομικών βιβλίων και στοιχείων, τραπεζικών λογαριασμών και εν γένει εγγράφων που τηρούνται στην εταιρεία καθιδρυούμενης, με το συμφωνητικό, αντίστοιχης υποχρέωσης του τελευταίου προς παροχή των φερομένων στον ελεγκτή και συνεργασία μαζί του προς επιτέλεση του πιο πάνω έργου, (γ) η εταιρεία θα πρέπει να τηρεί λογαριασμούς α) στην εκ των τραπεζών EFG EUROBANK (ήδη εφεσίβλητη) με αριθμό ...

και β) στην εκ των τραπεζών ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η Τράπεζα Πειραιώς) με αριθμό ..., μέσω των οποίων και μόνον θα πραγματοποιείται το σύνολο των εισπράξεων και πληρωμών της, (δ) Η πλεονάζουσα ρευστότητα της κατά τη διάρκεια του έτους 2012 η οποία θα προκύπτει σύμφωνα με τη λειτουργία του cash flow της παραγράφου (β) ανωτέρω και μετά την πληρωμή των τόκων είτε θα αποδίδεται αναλογικά (με βάση τα υπόλοιπα των τραπεζών) για αποπληρωμή του οφειλόμενου κεφαλαίου είτε θα χρησιμοποιείται μετά από συναίνεση των πραπεζών, για κάλυψη του ενδεχόμενου ταμειακού ελλείμματος του οφειλέτη επόμενων περιόδων (όπως θα προσδιορίζεται από τον ορκωτό ελεγκτή) είτε και τα δύο προηγούμενα το καθένα μερικώς, με γνώμονα την αποπληρωμή των απαιτήσεων των τραπεζών αλλά και τη μη διατάραξη της λειτουργίας των ξενοδοχείων, (ε) η οφειλέτρια εταιρεία παρέχει στις τράπεζες την εντολή όπως αναζητήσουν στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα δύναται να συνδράμει τον οφειλέτη είτε με συμμετοχή του σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, είτε ως αγοραστής του συνόλου ή μερικών από τις ανωτέρω ξενοδοχειακές μονάδες, είτε κατά οιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο, της τελικής όμως συμφωνίας για την επίτευξη της τυχόν συνεργασίας με τον ενδεχόμενο επενδυτή, παραμενούσης στην απόλυτη κρίση της οφειλέτριας εταιρείας.

Περαιτέρω ενόψει της ιδιαίτερης σημασίας που δίδεται στην οικονομική διαχείριση κατά τη διάρκεια και μετά την δια του συμφωνητικού συμφωνούμενη αναδιάρθρωση του τραπεζικού δανεισμού, ο οφειλέτης [η εταιρεία] αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στις τράπεζες οποιαδήποτε πληροφορία του ζητείται σχετικά με την οικονομική του κατάσταση και την εν γένει δραστηριότητά του (όρος 3.1).

Ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην προβαίνει σε συγχώνευση με άλλη εταιρία, σε διάσπαση απόσχιση κλάδου με εισφορά του σε άλλη εταιρία, εισφορά κλάδου άλλης επιχειρήσεως σ' αυτόν, μετασχηματισμό ή μετατροπή της νομικής του μορφής, αγορά ή οποιοδήποτε τρόπο του μετοχικού κεφαλαίου, των παγίων περιουσιακών στοιχείων στο σύνολό της ή απορρόφηση άλλης εταιρίας άνευ της προηγούμενης σύμφωνης γνώμης των τραπεζών (3.2).

Ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην χορηγεί δάνεια ή πάσης φύσεως διευκολύνσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο, επιχείρηση, εταιρία ή οργανισμό ούτε να αναλαμβάνει, εγγυάται ή γίνεται, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο υπεύθυνος για οφειλές άλλων προσώπων ή εταιριών. Επίσης να μην μεταβάλλει εκτός Ελλάδας την καταστατική του έδρα και να μην προβαίνει σε ουσιαστικές μεταβολές του χαρακτήρα των εργασιών και της δραστηριότητάς του όπως αυτές διεξάγονται σήμερα άνευ της προηγούμενης σύμφωνης γνώμης των τραπεζών (όρος 3.3).

Ο οφειλέτης - εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλεί εμπρόθεσμα τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς που αφορούν την επιχείρηση και τα περιουσιακά του στοιχεία, εκτός εάν αυτές αμφισβητηθούν με τις προσήκουσες διαδικασίες. Επίσης ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώνει τις τράπεζες σχετικά με την πορεία αγωγών, προσφυγών ή λοιπών ενδίκων βοηθημάτων που εκκρεμούν ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν ουσιαστικά κατά τρόπο αρνητικό τις εργασίες ή την οικονομική κατάστασή του ή την εξουσία του να συνάψει τη σύμβαση και τις εξασφαλίσεις ή να αναλάβει και εκπληρώσει υπό τους όρους τους, τις υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που απορρέουν εξ αυτών, καθώς και να ενημερώνει αμελλητί τις τράπεζες για την τυχόν μονομερή επιβολή εκ μέρους τρίτων εμπράγματου βάρους ή δικαιώματος επί της ακίνητης ή κινητής περιουσίας του (όρος 3.4).

Ο οφειλέτης θα αποδώσει μεν αμοιβή στα μέλη του Δ.Σ. έως του ποσού των 180.000 ευρώ που θα περιλαμβάνεται στο cash flow για το έτος 2012, δεν θα δοθεί όμως μέρισμα στους μετόχους του για το διάστημα ισχύος του συμφωνητικού (όρος 3.5). Εξάλλου κατά τον όρο 4 οι τράπεζες με ομόφωνη απόφασή τους μπορούν να καταγγείλουν το συμφωνητικό οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ισχύος του και χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης ή άλλη ευθύνη, έναντι των λοιπών συμβαλλομένων, εάν κατά την διάρκεια ισχύος του: (i) Τρίτοι, πλην των συμβαλλόμενων (περιλαμβανομένων του Δημοσίου και του ΙΚΑ) ξεκινήσουν δικαστικές ενέργειες για την εξασφάλιση ή αναγκαστική είσπραξη ληξιπρόθεσμων ή μη απαιτήσεων τους κατά του εγγυητή του οφειλέτη ή κινήσουν οποιαδήποτε συλλογική διαδικασία για οφειλέτες σε κατάσταση παύσης πληρωμών (ενδεικτικά αίτηση για κήρυξη σε πτώχευση ή αίτηση υπαγωγής σε διαδικασία συνδιαλλαγής του Πτωχευτικού Κώδικα), (ii) Ο οφειλέτης ή/και ο εγγυητής παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωσή του κατά τους όρους του συμφωνητικού (iii) Επέλθουν γεγονότα τα οποία θέτουν βάσιμα κατά την εύλογη κρίση των τραπεζών, σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του οφειλέτη ή/και την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων προς αυτές ή/και την τήρηση των όρων του συμφωνητικού από την πλευρά του οφειλέτη.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής διορίσθηκε ο Κ. Λ. ως ορκωτής λογιστής ελεγκτής της εταιρείας, με σκοπό την ανάληψη της διενέργειας σειράς οικονομικών και ταμειακών ελέγχων, προϋπολογιστικών και απολογιστικών ενεργειών για λογαριασμό της εταιρείας και γνωστοποίηση των σχετικών πληροφοριών στις τράπεζες.

Την 8.10.2012 οι ως άνω δύο δανείστριες τράπεζες κοινοποίησαν στην πρώτη και στο δεύτερο εκκαλούντες την από 2.10.2012 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία κατήγγειλαν το από 24.4.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λόγω μη τήρησης των υποχρεώσεων της δανειολήπτριας ως προς α) την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων, β) τη διάθεση της πλεονάζουσας ρευστότητας για την αποπληρωμή των οφειλών της προς αυτές, γ)την πραγματοποίηση των εισπράξεων και πληρωμών της αποκλειστικά μέσω των τηρουμένων σε αυτές λογαριασμών και δ)την υποχρέωση παροχής στοιχείων στον ορισθέντα Ορκωτό Ελεγκτή ως προς συγκεκριμένες δαπάνες που καταχωρήθηκαν στα βιβλία της και καλούσαν την πρώτη εκκαλούσα να καταβάλει άμεσα κάθε απαίτηση που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή.

Ωστόσο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των πιστωτριών τραπεζών και των εκκαλούντων συνεχίσθηκαν προς το σκοπό της διευθέτησης - ρύθμισης του συνολικού δανεισμού της πρώτης εκκαλούσας. Στα πλαίσια αυτά ορίσθηκε ως ορκωτός ελεγκτής της επιχείρησης η εταιρία "AΞΩΝ ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΑΕ", συμφωνήθηκε η πρόσληψη ως προϊσταμένου λογιστηρίου προσώπου που θα έχει τη σύμφωνη γνώμη των τραπεζών (προσλήφθηκε ο Μ.

Τ.), ο ορισμός financial controller (επιλέχθηκε ο Κ. Λ.) με αρμοδιότητες ελέγχου των εσωτερικών διαδικασιών λειτουργίας, προετοιμασίας μηνιαίας ανάλυσης προϋπολογισμού και ταμειακών ροών (budget and cash flow) για το έτος 2013 με μηνιαία ανάλυση, έλεγχο απολογιστικών μηνιαίων στοιχείων και αιτιολόγηση αποκλίσεων, τον έλεγχο των αγορών και κάθε είδους δαπάνης της εταιρείας, και την έγκριση του προγράμματος πληρωμών.

Ο ανωτέρω ελεγκτής εκπόνησε το επιχειρηματικό σχέδιο (business plan) των ετών 2014-2018, βάσει του οποίου τα ταμειακά διαθέσιμα θα ανέρχονταν σε 4.000.000 ευρώ για το έτος 2014, σε 4.000.000 ευρώ για το έτος 2015, σε 4.500.000 ευρώ για το έτος 2016, σε 4.500.000 ευρώ για το έτος 2017 και σε 4.500.000 ευρώ για το 2018. Με βάση το δημοσιευμένο ισολογισμό της εταιρείας της 31.12.2013, το σύνολο των δανείων της ανέρχονταν σε 108.279.131 ευρώ, με την αποπληρωμή δε των ανωτέρω ποσών θα εξυπηρετείτο μέρος των αναλογούντων τόκων των υφιστάμενων δανειακών συμβάσεων, ενώ το συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν κατά μέσο όρο σε ποσοστό 4%.

Στις 8.7.2014 η τράπεζα Αττικής επιχείρησε την προνομιακή ικανοποίηση των απαιτήσεών της, προβαίνοντας σε κλείσιμο των λογαριασμών της εταιρείας και σε έκδοση της με αρ. .../2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, για το ποσό των 12.896.825,76 ευρώ. Προκειμένου να μην εκτελεσθεί η ως άνω διαταγή πληρωμής, η εφεσίβλητη, από κοινού με την Τράπεζα Πειραιώς, συνέταξε την από 5-11-2014 επιστολή στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι υφίσταντο διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του συνόλου των τραπεζικών οφειλών της εταιρείας.

Εν τέλει, κατόπιν διαπραγματεύσεων, υπογράφηκε μεταξύ της Τράπεζας Αττικής και της πρώτης εκκαλούσας το από 12.12.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό συναινετικής αναστολής δικαστικών ενεργειών, με την υποχρέωση της εταιρίας να καταβάλει ποσό 296.000 ευρώ, το οποίο πράγματι καταβλήθηκε έως την 31.3.2015. Στις 24.4.2015 υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτριών τραπεζών Πειραιώς, Eurobank και Attica νέο συμφωνητικό αναστολής διώξεων (standstill), στο οποίο συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη εκκαλούντες καθώς και η εταιρεία 'Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις Κ.

ΑΕ', η ισχύς του οποίου ακλούθως επεκτάθηκε έως την 31.3.2016. Η πρώτη εκκαλούσα δήλωσε πως είναι εφικτή η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας προς όφελος όλων των πιστωτών της, υπό την προϋπόθεση της αναδιάρθρωσης του υφιστάμενου δανεισμού της. Στο συμφωνητικό αναφορά στην έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής εκ μέρους της Τράπεζας Αττικής και καταχωρήθηκε η (απορρέουσα από το με ημερομηνία 12-12-2014 συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της εταιρείας) δέσμευση της τελευταίας να μην προχωρήσει σε περαπέρω δικαστικές ενέργειες, στο πλαίσιο και των επικείμενων διεργασιών μεταξύ όλων των τραπεζών - πιστωτών της εταιρείας για τη συνολική ρύθμιση των οφειλών της προς αυτές.

Περαιτέρω, στο κυρίως κείμενο του ως άνω συμφωνητικού, ορίστηκε ότι τα μέρη, επιθυμώντας να διατυπώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τους οποίους οι τράπεζες θα προχωρήσουν σε συζητήσεις για την αναδιάρθρωση των οφειλών της πρώτης εκκαλούσας, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξόφληση των οφειλών της προς αυτές με ορούς κοινής αποδοχής, συμφωνήσαν και αποδέχθηκαν τους ακόλουθους όρους:

Συμφωνήθηκε ότι εφόσον η εταιρεία τηρήσει τις απορρέουσες από το συμφωνητικό υποχρεώσεις της, οι τράπεζες θα προσέλθουν σε συζητήσεις με αυτήν για την εξέταση εναλλακτικών σεναρίων με σκοπό την εξεύρεση κοινά αποδεκτής βιώσιμης λύσης ρύθμισης των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρείας σύμφωνα και με τα τραπεζικά κριτήρια.

Τα υπό εξέταση σενάρια εξυπηρέτησης του χρέους θα διαμορφώνονταν βάσει: (α) των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων με βάση το επιχειρηματικό σχέδιο για την επόμενη 4ετία (2015-2018), όπως αυτό θα διαμορφωθεί μετά τον έλεγχο που περιγράφεται σε επόμενο άρθρο, (β) της εκτιμώμενης αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως θα προκύψει μετά την εκτίμηση των ακινήτων που περιγράφεται σε επόμενο άρθρο και (γ) του κόστους ρύθμισης των αυθαίρετων κτισμάτων των ενυπόθηκων ακινήτων, όπως αυτό θα εκτιμηθεί και θα ρυθμιστεί με βάση όσα αναφέρονται σε επόμενα άρθρα.

Προς το σκοπό αυτό, η πρώτη εκκαλούσα ανέλαβε να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες: Α] Να παραδώσει στις τράπεζες το αργότερο μέχρι 15-6-2015 εκθέσεις οικονομικού ελέγχου και επαναξιολόγησης του business plan για την τετραετία 2015-2018, οι οποίες θα πραγματοποιούνταν με δαπάνη της πρώτης εκκαλούσας από την εταιρεία ορκωτών λογιστών με την επωνυμία "Grant Thornton Α.Ε.

Ορκωτών Ελεγκτών και Συμβούλων Επιχειρήσεων B] Να παραδώσει στις τράπεζες το αργότερο μέχρι 30-5-2015, τις εκθέσεις εκτίμησης και τεχνικού ελέγχου του συνόλου των ακινήτων (ιδιοκτησίας της εταιρείας και των εγγυητών) επί των οποίων έχουν εγγραφεί προσημειώσεις ως εξασφάλιση των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τις Τράπεζες, εργασίες οι οποίες έχουν ανατεθεί από την πρώτη εκκαλούσα στην εταιρεία εκτίμησης ακινήτων με την επωνυμία "Γ.

Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Dorian Strategic Partners", αναλαμβάνοντας παράλληλα και την υποχρέωση να προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά που έχει στην διάθεση της για την εκτίμηση του κόστους ρύθμισης τυχόν αυθαιρεσιών των ενυπόθηκων ακινήτων.

Περαιτέρω, η εταιρεία και οι εγγυητές ανέλαβαν την υποχρέωση έναντι των τραπεζών να προβούν, το αργότερο μέχρι την λήξη ισχύος του συμφωνητικού (31-12-2015), σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε τα ακίνητα ιδιοκτησίας της εταιρείας που έχουν χαρακτηριστεί ως αυθαίρετα να ρυθμιστούν και να υπαχθούν στις διατάξεις του τότε ισχύοντος νόμου για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων, και να προσκομίσουν στις τράπεζες τις σχετικές βεβαιώσεις νομιμότητας. Συμφωνήθηκε ακόμη η ανωτέρω ρύθμιση των αυθαιρεσιών να αποπληρωθεί είτε σταδιακά μέσω των ταμειακών ροών της εταιρείας, είτε με χρηματοδότηση από τις τράπεζες.

Περαιτέρω, στο εν λόγω συμφωνητικό και συγκεκριμένα στον με αριθμό 2 όρο του, υπό τον τίτλο "Δηλώσεις και Διαβεβαιώσεις" περιλήφθηκαν συγκεκριμένες δηλώσεις και δεσμεύσεις εκ μέρους της εταιρείας και των εγγυητών, σύμφωνα με τις οποίες οι ανωτέρω δήλωσαν και εγγυήθηκαν ότι δεν θα προέβαιναν εφεξής σε νέες επενδύσεις, οι οποίες δεν αφορούν την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των εγκαταστάσεων της εταιρείας, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των τραπεζών, καθώς επίσης ότι δεν θα παραχωρήσουν υποθήκη ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε οποιοδήποτε από τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα τους και στα επί αυτών μηχανήματα, υποσταθμούς και εγκαταστάσεις, ότι δεν θα συναινέσουν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα ως άνω ακίνητα, ούτε θα εκχωρήσουν απαιτήσεις τους και γενικά στοιχεία του ενεργητικού τους προς τρίτους, [με εξαίρεση τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις σε ασφάλεια των χρηματοδοτήσεων ή αυτές που προβλέπονται από το συμφωνητικό].

Ακόμα, οι μοναδικοί μέτοχοι της εταιρείας, κατέχοντας το 100% των μετοχών της (ήτοι οι 2ος και 3η των νυν εκκαλούντων), αποδέχθηκαν ότι θα διατηρήσουν αμετάβλητα τα ποσοστά συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του συμφωνητικού και ότι δεν θα συστήσουν ενέχυρο σε βάρος των μετοχών αυτών, ενώ επίσης δήλωσαν και διαβεβαίωσαν τις τράπεζες ότι οι μετοχές αυτές ήταν, κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού, ελεύθερες βαρών, δεσμεύσεων και κατασχέσεων.

Εξάλλου, η εταιρεία και οι εγγυητές (ήτοι οι δεύτερος και τρίτη εκκαλούντες-μέτοχοι αυτής καθώς και οι εκ τρίτου συμβληθείσες εταιρείες, "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις Κ. Α.Ε." με έδρα την Αθήνα και "Τουριστικαι & Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Αφών Κίτρινα Α.Ε." με έδρα την Κω, ήδη τέταρτη εκκαλούσα) δεσμεύθηκαν να μην μεταβάλουν την υφιστάμενη περιουσιακή τους κατάσταση, η δε οφειλέτρια εταιρεία δεσμεύθηκε περαιτέρω για την κατ' αναλογία, βάσει των δανειακών της υπολοίπων κατά την 31 -12-2014, κατανομή των διαθεσίμων ταμειακών ροών της, που θα υπολογίζονταν από ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία (με ομόφωνη πρόταση από το σύνολο των πιστωτριών τραπεζών), για την κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων και, σε κάθε περίπτωση, δεσμεύτηκε για την καταβολή ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ έως τις 31-8-2015, το οποίο θα διανεμηθεί στις τράπεζες κατά τον ίδιο αναλογικό τρόπο.

Κατόπιν όλων αυτών, οι πιστώτριες τράπεζες δεσμεύθηκαν ότι δεν θα προβούν σε περαιτέρω δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες με σκοπό την ικανοποίηση οιασδήποτε απαίτησής τους κατά της εταιρείας ή των εγγυητών, ούτε θα λάβουν περαιτέρω, οιοδήποτε συντηρητικό ή αναγκαστικό μέτρο κατ' αυτής ή κατά των εγγυητών για έξι (6) μήνες από την υπογραφή του και σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 31-12-2015, (χρόνος ο οποίος, όπως εκτέθηκε, ακολούθως παρατάθηκε έως την 31.3.2016), καθώς και ότι δεν θα λάβουν έναντι της εταιρείας και των εγγυητών οιουδήποτε είδους εξασφαλίσεις σε ασφάλεια των υφισταμένων δανειακών τους υπολοίπων και λοιπών υποχρεώσεων που τυχόν κληθούν να καλύψουν.

Μετά την παράθεση των λόγων, με τη συνδρομή των οποίων θα έπαυε αυτοδικαίως η ισχύς του συμφωνητικού (αθέτηση ή παραβίαση όρων αυτού, επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της εταιρείας και των εγγυητών κλπ.), συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μεταξύ των μερών για τη ρύθμιση των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρείας, το επιτόκιο που θα χρησιμοποιηθεί στις συμβάσεις ρύθμισης θα υπολογιζόταν σε euribor τριμήνου πλέον περιθωρίου 4%, το επιτόκιο δε αυτό θα είχε αναδρομική ισχύ από 1 -1 -2015.

Τέλος, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπογραφής του συμφωνητικού μέχρι τις 27-4-2015, θα ματαιωνόταν η εκδίκαση της από 4-11-2014 ανακοπής που άσκησαν οι 1 π, 2°2 και 3π νυν εκκαλούντες κατά της με αρ. .../2014 διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, ενώ θα παρέμενε σε ισχύ η αναστολή εκτέλεσης για το χρονικό διάστημα ισχύος του συμφωνητικού (όρος 3.1 σε συνδυασμό με όρο 6.2).

Η εταιρεία ορκωτών λογιστών με την επωνυμία "Grant Thornton Α.Ε. Ορκωτών Ελεγκτών και Συμβούλων Επιχειρήσεων" συνέταξε την από Σεπτεμβρίου 2015 έκθεση, στην οποία καταγράφηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: α) Ότι το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων της πρώτης εκκαλούσας ανήλθε συνολικά στο ποσό των 109.929.000 ευρώ την 31.12.2014. β) Ότι τα έσοδα της επιχείρησης, μετά την αφαίρεση λειτουργικών δαπανών και φόρων, προβλέπεται να ανέλθουν στα ποσά των 2.623.000 ευρώ, 3.309.000 ευρώ, 3.780.000 ευρώ και 3.825.000 ευρώ " "την τετραετία 2015- 2018, χωρίς συνυπολογισμό των δαπανών για την αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων. Με βάση δε τη συνταχθείσα έκθεση της εταιρείας "Γ. Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε." με διακριτικό τίτλο "DORIAN STRATEGIC PARTNERS", το ποσό που απαιτείτο για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων των ενυπόθηκων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 3.578.900 ευρώ.

Ως προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, για την οποία ερίζουν τα διάδικα μέρη, αυτή έχει αποτιμηθεί ως ακολούθως: Σύμφωνα με τη μελέτη εκτίμησης εμπορικής αξίας ξενοδοχείων της εταιρείας REMSOL υπογεγραμμένη από τον Κ. Λ., που συνετάχθη το έτος 2014 η εμπορική αξία των ξενοδοχείων, υπολογιζομένης με τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμειακών ροών (βάσει της εκτίμησης απόδοσης των ξενοδοχείων) αποτιμήθηκε συνολικά σε 75.258.337 ευρώ (ήτοι στο ποσό των 40.042.322 ευρώ για το K.

Village, στο ποσό των 4.498.900 ευρώ για το K. Hippocrates, στο ποσό των 8.808.467 ευρώ για το K. Maris, στο ποσό των 13.701.801 ευρώ για το K. Panorama και στο ποσό των 8.206.847 ευρώ για το K. Panorama Aqualand), ενώ με τη μέθοδο του υπολογισμού της αξίας αντικατάστασης (εκτίμησης της αξίας ανέγερσης, η οποία απομειώνεται ανάλογα με την παλαιότητα του κάθε ξενοδοχείου) αυτή αποτιμήθηκε συνολικά στο ποσό των 118.550 ευρώ (ειδικότερα στο ποσό των 48.000.000 ευρώ για το K.

Village, στο ποσό των 7.200.000 ευρώ για το K. Hippocrates, στο ποσό των 9.750.000 ευρώ για το K. Maris, στο ποσό των 33.500.000 ευρώ για το K. Panorama και στο ποσό των 20.100.000 ευρώ για το K. Panorama Aqualand). Με την από 23-03-2015 έκθεση εκτίμησης της εταιρείας "Γ. Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε." με δ.τ. "Dorian Stragetic Parthners" η αξία όλων των ξενοδοχείων στις 23-03-2015 αποτιμάται συνολικά στο ποσό των 71.400.000 ευρώ (ειδικότερα στο ποσό των 34.000.000 ευρώ για το K.

Village, στο ποσό των 6.600.000 ευρώ για το K. Hippocrates, στο ποσό των 7.200.000 ευρώ για το K. Maris, στο ποσό των 15.100.000 ευρώ για το K. Panorama και στο ποσό των 8.500.000 ευρώ για το K. Panorama Aqualand). Ωστόσο με την από 29-08-2016 έκθεση εκτίμησης της ίδιας εταιρείας ("Γ. Κ. και ΣΙΑ Ε.Ε. με δ.τ. "Dorian Stragetic Parthners") η αξία αποτιμάται συνολικά στο ποσό των 101.900.000 ευρώ (ειδικότερα στο ποσό των 42.250.000 ευρώ για το K.

Village, στο ποσό των 8.800.000 ευρώ για το K. Hippocrates, στο ποσό των 12.000.000 ευρώ για το K. Maris, στο ποσό των 23.600.000 ευρώ για το K. Panorama και στο ποσό των 15.250.000 ευρώ για το K. Panorama Aqualand). Η ως άνω εκτιμητική εταιρεία απαντώντας στις 6-02-2018 σε ερώτημα που της τέθηκε από τις πιστώτριες τράπεζες αναφορικά με την απόκλιση που εντοπίζεται στις δύο ανωτέρω εκθέσεις ανέφερε ότι η δεύτερη διενεργήθηκε αυστηρά για σκοπούς εγγραφής σε λογ]στικά βιβλία βάσει ελληνικών λογιστικών προτύπων και δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε άλλο σκοπό και η αξία που δίδεται δεν αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία ούτε την επενδυτική.

Με την από 17-07-2017 έκθεση εκτίμησης του Α. Μ. Χ., πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων, η αγοραία αξία των ξενοδοχείων ανέρχεται στο ποσό των 145.000.102 ευρώ (ειδικότερα στο ποσό των 62.067.008 ευρώ για το K. Village, στο ποσό των 11.831.361 ευρώ για το K. Hippocrates, στο ποσό των 17.104.577 ευρώ για το K. Maris Hotels and Suites, στο ποσό 34.409.555 ευρώ για το K.

Panorama και στο ποσό των 19.587.601 ευρώ για το K. Panorama Aqualand), στην οποία εφόσον προστεθεί και η αξία παγίων και λοιπού εξοπλισμού της λογιστικής αξίας σύμφωνα με τις εγγραφές στα βιβλία 20.000.000 ευρώ η περιουσιακή αξία της εφεσίβλητης υπερβαίνει τα 165.000.000 ευρώ. Με την από 12-03-2018 έκθεση της εταιρείας με την επωνυμία "Arbitrage" η αξία του οικοπεδικού σκέλους ανέρχεται στο ποσό των 13.258.476 ευρώ, ενώ του κτιριακού σκέλους στο ποσό των 111.251.805 ευρώ και η συνολική εύλογη αξία στο ποσό των 124.510.281 ευρώ.

Τέλος με την από Φεβρουάριος 2019 έκθεση της ανώνυμης εταιρείας ορκωτών λογιστών "Auction Auditing" η αξία των ακινήτων στις 31-12-2018 ανέρχεται συνολικά σε 132.999.761 ευρώ.

Την 8.8.2016 οι πιστώτριες τράπεζες απέστειλαν στην οφειλέτρια - πρώτη εκκαλούσα την από 5.8.2016 πρόταση αναδιάρθρωσης του συνολικού τραπεζικού δανεισμού της. Μεταξύ άλλων αναφερόταν πως οι τράπεζες δεσμεύονταν να απέχουν μέχρι την 31.12.2016 από κάθε δικαστική και εξώδικη ενέργεια για την ικανοποίηση ή την εξασφάλιση των απαιτήσεών τους (standstill) υπό τις προϋποθέσεις i) του ορισμού σε μία εκ των πέντε διεθνών και μεγαλύτερων εταιρειών ορκωτών ελεγκτών ως υπεύθυνου οικονομικής διαχείρισης (financial controller), η οποία με έξοδα της εταιρείας θα αναλάμβανε 1.

την αναδιοργάνωση των λογιστικών συστημάτων, 2.την επίβλεψη του λογιστηρίου, 3. σύνταξη οικονομικών καταστάσεων, 4.κοστολόγηση, 5. επεξεργασία και διαχείριση αρχείων μισθοδοσίας και 6. παρακολούθηση και έλεγχο των ταμειακών ροών της εταιρείας και ενημέρωση των τραπεζών μηνιαίως, απολογιστικά και προϋπολογιστικά, ii) της σύστασης ενεχύρου Α' τάξης επί του συνόλου των μετοχών της εταιρείας υπέρ των τραπεζών, ως εξασφάλιση για τις υφιστάμενες δανειακές οφειλές της εταιρείας προς τις τράπεζες, iii) της παροχής εξουσιοδότησης από την εταιρεία και τους μετόχους για την εξεύρεση επενδυτή με την οργάνωση μέσω ανεξάρτητου συμβούλου ανοιχτής διαγνωστικής διαδικασίας, δεδομένου ότι κρίνεται αναγκαία η επένδυση νέων κεφαλαίων τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ με τη μορφή αύξησης κεφαλαίου είτε από τους μετόχους είτε από επενδυτή, σε περίπτωση δε που τα κεφάλαια αυτά αντληθούν από επενδυτή, τα οικονομικά δικαιώματα των μετόχων στην καθαρή θέση της εταιρείας θα περιορισθούν στο 5%, iv) της συναίνεσης μέχρι την 31.10.2016 στην ανάθεση της διαχείρισης των ξενοδοχείων σε διαχειριστή της αποδοχής των τραπεζών που θα αναλάβει την εκπόνηση επιχειρηματικού σχεδίου, σχεδίου ανακαίνισης και σχεδίου διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας της πρώτης εκκαλούσας.

Αναφερόταν ακόμα πως οι τράπεζες , δεν απεμπολούν οποιοδήποτε δικαίωμά τους με την υποβολή της εν λόγω πρότασης και πως μέχρι τη λήξη της συμφωνίας standstill η αποπληρωμή των υφιστάμενων δανειακών υποχρεώσεων θα συντελείται σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη αντίστοιχη συμφωνία με το από 24.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε και έληξε την 31.3.2016.

Επί της ανωτέρω πρότασης οι εκκαλούντες απέστειλαν την από 9.9.2016 απαντητική επιστολή, με την οποία επισήμαιναν αρχικά πως δεν επρόκειτο για πρόταση ρύθμισης των δανείων, πως δεν προβλέπονταν δεσμεύσεις ως προς την ανάληψη υποχρεώσεων και ευθυνών του επενδυτή, πως δεν είχαν πρόθεση να προβούν σε αναγνωρίσεις υπολοίπων και σε παραίτηση εκ των δικαιωμάτων τους, καθώς και ότι πολλοί από τους όρους που τίθεντο είχαν ήδη ληφθεί ως μέτρα και - ενέργειες στο πλαίσιο των προηγούμενων συμφωνητικών.

Ανέφεραν ακόμα πως η πρόταση αυτή αποτελούσε αιφνίδια απαίτηση των τραπεζών προς την εταιρεία και τους μετόχους της να παραδώσουν "τα πάντα" χωρίς να έχουν προηγηθεί αποτιμήσεις, επεξεργασμένα πλάνα και εξασφαλίσεις, αντιπρότειναν ως σχέδιο αναδιάρθρωσης και ρύθμισης των δανείων τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δανεισμού α) στο πλαίσιο της απόδοσης EBITDA, ήτοι του δείκτη κερδών πριν την αφαίρεση των τόκων, των φόρων και των αποσβέσεων ενσώματων και άυλων παγίων στοιχείων [Earnings Before Interest, Tax, Depreciation and Amortization]) σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο, β) από την αξιοποίηση της περιουσίας και γ) με την είσπραξη επιχορήγησης ύψους 2.200.000 ευρώ.

Η πρόταση αφορούσε χρονικό διάστημα επτά (7) ετών και επαναρρύθμιση του εναπομείναντος ανεξόφλητου υπολοίπου κατόπιν αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της προηγούμενης ρύθμισης, ήτοι 1)ομολογιακό δάνειο ύψους 60.000.000 ευρώ με επιτόκιο 3,75% (3,5% περιθώριο πλέον euribor εξαμήνου), εξυπηρετούμενο από τις ταμειακές ροές της εταιρείας [πληρωμές κεφαλαίου 16.700.000 ευρώ, και τόκων 16.301.250 ευρώ κατά τα έτη 2016-2023 και balloon payment (=δυνατότητα διαχωρισμού της οφειλής σε δύο μέρη, με μεταφορά της αποπληρωμής του 50% του κεφαλαίου στο μέλλον, το οποίο στο μεταξύ δεν θα εκτοκίζεται) το 2024 ποσού 43.300.000 ευρώ, 2) ένα δάνειο ποσού 2.188.805 ευρώ ίδιου επιτοκίου, εξυπηρετούμενο από την είσπραξη της επιχορήγησης και 3)ένα μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειο ποσού 48.000.000 ευρώ με επιτόκιο 0,5% με εξυπηρέτηση από ενδεχόμενες πλεονάζουσες ταμειακές ροές, αξιοποίηση της περιουσίας (όπως κατασκευή και πώληση τουριστικών κατοικιών) και τμηματική διάθεση περιουσιακών στοιχείων.

Εξάλλου, στις 3-11-2016 η πρώτη εκκαλούσα απέστειλε στις πιστώτριες τράπεζες την από 3-11 -2016 επιστολή-πρόταση, με την οποία δήλωσε τη δυνατότητα καταβολής ποσού 2.000.000 ευρώ για τις οφειλές του έτους 2016 μέχρι την 31.1.2017 και ποσού 4.500.000 ευρώ για το έτος 2017, με την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων, ήτοι την εκχώρηση ξενοδοχειακών συμβολαίων και την εξεύρεση επενδυτή, ενώ ζήτησε τη διενέργεια συνάντησης των εκπροσώπων τους για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης.

Οι πιστώτριες τράπεζες, με την από 10.11.2016 απάντηση, διαμαρτυρήθηκαν για το περιεχόμενο των από 9.9.2016 και 3.11.2016 επιστολών της εταιρείας, επανέλαβαν την από 5.8.2016 πρόταση και αποδέχθηκαν το αίτημα των εκκαλούντων για συνάντηση των εκπροσώπων τους. Την 30.11.2016, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του δεύτερου εκκαλούντος και των πιστωτριών τραπεζών ΠΕΙΡΑΙΩΣ και EUROBANK, ακολούθως δε οι πιστώτριες τράπεζες τροποποίησαν την πρότασή τους ως εξής:

α) Ως προς τη διάρκεια της περιόδου ανοχής εκ μέρους των τραπεζών (standstill), η οποία παρατεινόταν μέχρι την 30.6.2017. β) Ως προς την επαναδιατύπωση του όρου για τον περιορισμό των οικονομικών δικαιωμάτων των μετόχων στην καθαρή θέση της εταιρείας μετά το πέρας της αναδιάρθρωσης και την άντληση νέων κεφαλαίων μέσω επενδυτή, τα οποία προβλεπόταν ότι θα περιορισθούν ιρήθηκε οχ ποσοστό "έως" 5%.

γ) Ως προς την κατάργηση του όρου περί εκχώρησης της διαχείρισης των ξενοδοχείων σε τρίτο διαχειριστή, δ) Ως προς την προσθήκη της πρόβλεψης ότι πληρωμές ποσών άνω των 50.000 ευρω, με εξαίρεση πληρωμές προς οργανισμούς κοινής ωφελείας, εφορία και μισθοδοσία καθώς και προς τρίτες εταιρείες συμφερόντων των εγγυητών και μετόχων, θα πρέπει να ελέγχονται ως προς τη σκοπιμότητά τους από τον υπεύθυνο οικονομικής διαχείρισης, ε) Ως προς την προσθήκη της πρόβλεψης ότι οι τράπεζες θα εξετάσουν την απαλλαγή των εγγυητών από την εγγυητική τους ευθύνη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων τη μεταβίβαση στις τράπεζες κατά πλήρη κυριότητα του συνόλου των ακινήτων ιδιοκτησίας τους και ιδιοκτησίας των λοιπών εταιριών συμφερόντων τους, προσημειωμένων ή μη, την υπεύθυνη δήλωσή τους ότι δεν έχουν άλλη κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πέραν αυτής που εγγράφως θα δηλώσουν και την ολοκλήρωση της επένδυσης και την αναδιάρθρωση του υφισταμένου δανεισμού σε βιώσιμα επίπεδα.

Οι τράπεζες δήλωσαν ότι αναμένουν την απάντηση των εκκαλούντων εντός 5 εργασίμων ημερών, ενώ διέκοψαν τη χορήγηση μπλοκ επιταγών στην πρώτη εκκαλούσα.

Εξάλλου, τον Νοέμβριο του 2016 υποβλήθηκε στις πιστώτριες τράπεζες η από 17.11.2016 επιστολή προθέσεων του Ι. Χ. του Α., κατοίκου ..., με την οποία εξέφραζε το ενδιαφέρον του να επενδύσει ποσό 15.000.000 ευρώ στον ξενοδοχειακό όμιλο Κ. στην Κω και ζητούσε να μάθει το σύνολο των δανειακών της οφειλών. Οι πιστώτριες τράπεζες ζήτησαν να καταστεί συγκεκριμένο το περιεχόμενο της προσφοράς.

Το Δεκέμβριο υποβλήθηκε νέα πρόταση από το ίδιο πρόσωπο στις πιστώτριες τράπεζες, στην οποία ανέφερε α) ότι προτίθεται να αγοράσει ποσοστό 100% των μετοχών της πρώτης εκκαλούσας υπό τον όρο της ολοσχερούς εξόφλησης του τραπεζικού της δανεισμού, ύψους 111.000.000 ευρώ, η οποία θα λάβει χώρα με την καταβολή του ποσού των 44.000.000 ευρώ σε βάθος τριετίας, εκ του οποίου ποσό 20.000.000 ευρώ θα καταβληθεί με τη συμφωνία ρύθμισης και 8.000.000 ευρώ στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους μετά την καταβολή αυτή, β) ότι η προτεινόμενη ρύθμιση θα επιφέρει την εξάλειψη των προσωπικών εγγυήσεων των μετόχων, και γ) ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού των 44.000.000 ευρώ θα αναβιώσει το σύνολο των δανειακών οφειλών, αφαιρουμένων των τυχόν καταβολών.

Με την από 18.1.2017 απάντησή τους προς τον Ι. Χ. οι πιστώτριες τράπεζες (καθ' ης και Τράπεζα EUROBANK) απάντησαν ότι δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση της προσφοράς του, η οποία συνεπάγεται τη μείωση των απαιτήσεών τους σε ποσοστο 60% περίπου, χωρίς να προηγηθεί η διενέργεια ανοιχτής διαγωνιστικής διαδικασίας για την εξεύρεση στρατηγικού επενδυτή για την επιχείρηση της πρώτης εκκαλούσας, σε συνεννόηση με τη διοίκησή της, η οποία (διαγωνιστική διαδικασία) ήδη αποτελούσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την τελευταία και στην οποία αυτός μπορούσε να συμμετάσχει.

Την 16.12.2016 οι εκκαλούντες ζήτησαν (μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) την παροχή επαρκούς και εύλογου χρόνου, για να λάβουν τις οριστικές αποφάσεις επί της πρότασης των πιστωτριών τραπεζών. Την 31.1.2017 οι εκκαλούντες απέστειλαν στην καθ' ης την από 30.1.2017 πρόταση προσωρινής ρύθμισης των δανείων της πρώτης εκκαλούσας, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α)Κατάρτιση σύμβασης ρύθμισης των δανείων με 24μηνη διάρκεια με τη σύσταση ενεχύρου επί του συνόλου των μετοχών υπέρ των τραπεζών, β) Καταβολή ποσού 1.000.000 ευρώ με την υπογραφή της σύμβασης έναντι των οφειλών και, στη συνέχεια, καταβολές τόκων υπολογιζόμενων με επιτόκιο 2,5% και έναντι κεφαλαίου, στο μέτρο που υπάρχει αντίστοιχη δυνατότητα με βάση το πλεόνασμα των ταμειακών ροών του επιχειρηματικού σχεδίου της επόμενης διετίας που θα υποβαλλόταν στο μέλλον στις τράπεζες, γ) Αποδοχή ορισμού υπεύθυνου οικονομικής διαχείρισης και ελεγκτικής εταιρείας, δ) Παροχή εξουσιοδότησης για αναζήτηση επενδυτή για την εξαγορά των μετοχών της εταιρείας, ε) Εξάλειψη προσωπικών εγγυήσεων των μελών της οικογένειας των φορέων και διακοπή κάθε νομικής ενέργειας σε βάρος των μετόχων και των λοιπών νομικών προσώπων συμφερόντων της οικογένειας Κ., στ) Εκ νέου χορήγηση καρνέ επιταγών.

Την 22.2.2017 οι πιστώτριες τράπεζες απάντησαν, θέτοντας ως απώτατο χρονικό όριο κατάληξης σε συμφωνία την 9.3.2017, ενώ η πρότασή τους δεν είχε ουσιώδεις διαφορές από την προηγούμενη, καθώς διαφοροποιείτο ως προς την πρόβλεψη της αυτοδίκαιης διακοπής της περιόδου ανοχής (standstill) σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, παραβίασης των υποχρεώσεων των εκκαλούντων από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης, κήρυξής τους σε πτώχευση, αναστολής πληρωμών και επίσπευσης εκτέλεσης σε βάρος τους από τρίτους.

Την 2.3.2017 οι εκκαλούντες απέστειλαν έγγραφες τροποποιήσεις επί της υποβληθείσας πρότασης για τη σύναψη σύμβασης? αναδιάρθρωσης, ενόψει της καθορισθείσας την ίδια ημέρα (2.3.2017) συνάντησης των εκπροσώπων τους, η οποία πράγματι έλαβε χώρα. Με τις τροποποιήσεις αυτές, μεταξύ άλλων, ζητούσαν να παραταθεί η διάρκεια της περιόδου ανοχής μέχρι την 31.12.2017, η συμμετοχή των μετόχων στην καθαρή θέση αυτής σε περίπτωση εισόδου επενδυτή στην Λ εταιρεία να ανέλθει "σε τουλάχιστον 12%" και η απαλλαγή των εγγυητών από την ευθύνη, εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις της συμφωνίας, να επέλθει αυτοδίκαια, χωρίς να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των τραπεζών.

Την 7.3.2017 οι πιστώτριες τράπεζες κοινοποίησαν τροποποιημένο σχέδιο συμφωνίας αναδιάρθρωσης. Σε αυτό, μεταξύ άλλων, γινόταν δεκτή η τροποποίηση του ποσοστού συμμετοχής των μετόχων στην καθαρή θέση της εταιρείας, μετά την είσοδο επενδυτή και την άντληση νέων κεφαλαίων τουλάχιστον 10 εκατομμυρίων ευρώ, σε ποσοστό έως 12,5%, ωστόσο.παρέμενε ο όρος της σύστασης ενεχύρου Α τάξης επί του συνόλου των μετοχών κυριότητάς τους, ως εξασφάλιση για τις δανειακές οφειλές της εταιρείας στις τράπεζες και ορίσθηκε πως οι τράπεζες θα απαλλάξουν τους εγγυητές από την εγγυητική τους ευθύνη, εφόσον αυτοί μεταβιβάσουν στις τράπεζες όλη την ακίνητη περιουσία τους, προσημειωμένη ή ελεύθερη βαρών, και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που ανήξουν είτε στους ίδιους είτε σε λοιπές εταιρείες συμφερόντων τους, ενώ η λήξη της προθεσμίας ανοχής παρατεινόταν μέχρι την 31.10.2017.

Την 3.4.2017 οι εκκαλούντες απέστειλαν νέο σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού-συμφωνίας αναστολής διώξεων, ζητώντας, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία, να παραταθεί η προθεσμία ανοχής (standstill) μέχρι την 31.12.2017, να περιορισθούν οι εξουσίες του υπεύθυνου οικονομικής διαχείρισης, αναθέτοντας το κόστος για την παροχή των υπηρεσιών του στις τράπεζες, να συμμετέχουν και οι ίδιοι στη διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής της καταλληλότερης επενδυτικής πρότασης και να υπάρχει η δυνατότητα υποβολής πρότασης από την εταιρεία για την αναδιάρθρωση των δανείων της, να δεσμεύονται οι τράπεζες να εξετάσουν με ίσους όρους και όσες προσφορές η προτάσεις προέλθουν από την πλευρά της εταιρείας και των μετόχων, να ανέλθει το ποσοστό συμμετοχής των μετόχων στο μετοχικό κεφάλαιο σε περίπτωση εισόδου επενδυτή σε 12%, το οποίο δεν θα βαρύνεται με ενέχυρο υπέρ των τραπεζών, ή άλλη υποχρέωση σε σχέση με τις οφειλές της εταιρείας και θα παραμένει αμετάβλητο για μία πενταετία, ανεξάρτητα από αυξήσεις ή μειώσεις του μετοχικού κεφαλαίου, που θα πραγματοποιηθούν εντός πενταετίας από την επένδυση.

Ακόμα ζητούσαν ο επενδυτής να αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς δανειστές της και να αντικατασταθεί ο όρος περί ευθύνης των εγγυητών από την πρόβλεψη ότι οι υποχρεώσεις τους θα περιορισθούν στο ποσό που θα προσδιορισθεί με τη συμφωνία αναδιάρθρωσης και ότι θα εξαιρεθούν από τη συμφωνία και οποιαδήποτε εκποίηση τέσσερα ακίνητα ιδιοκτησίας των εγγυητών που αναφέρονται ειδικότερα στο σχέδιο (δύο εκ των οποίων είναι η πρώτη κατοικία τους).

Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους από τις τράπεζες, οι οποίες την 13.4.2017 οι πιστώτριες τράπεζες απέστειλαν την τελική πρότασή τους, με την οποία δέχθηκαν μόνο να παραταθεί η διάρκεια της περιόδου ανοχής μέχρι την 31.12.2017, να ανέλθει το ποσοστό συμμετοχής των μετόχων στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας μετά την είσοδο επενδυτή σε 12%, και να έχουν οι μέτοχοι το δικαίωμα μίσθωσης των κατοικιών τους μετά τη μεταβίβασή τους στις τράπεζες.

Με το από 24.4.2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οι εκκαλούντες αφενός διαμαρτυρήθηκαν για τη διαρροή στον τύπο της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τους δανεισμού, αποδίδοντάς την στις πιστώτριες εταιρείες, αφετέρου ζήτησαν παράταση της προθεσμίας απάντησης μετά την πάροδο της πρώτης εβδομάδας του Μαΐου 2017, αίτημα που απορρίφθηκε από τις τράπεζες, ενώ ακολούθως με το από 15.5.2017 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου γνωστοποίησαν ότι την 11.5.2017 προέβησαν σε καταβολή ποσού 1.000.000 ευρώ συνολικά έναντι των τραπεζικών τους οφειλών.

Οι τράπεζες απέστειλαν την από 23-5-2017 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση με την οποία δήλωσαν ότι το ανωτέρω καταβληθέν ποσό θα καταλογίζονταν σε α) κάλυψη αμοιβών και εξόδων, συμπεριλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων (χωρίς πάντως να εξειδικεύεται σε τι συνίσταντο τα έξοδα αυτά, λαμβανομένου υπόψη και ότι μέχρι τότε δεν είχαν αρχίσει δικαστικοί αγώνες), β) κάλυψη φόρων και πάσης φύσεως εισφορών, γ) κάλυψη εξόδων με τους σχετικούς τόκους, δ) κάλυψη οφειλομένων τόκων επί τόκων, ε) κάλυψη τόκων υπερημερίας, στ) κάλυψη συμβατικών τόκων, ζ) αποπληρωμή της ονομαστικής αξίας των ομολογιακών δανείων και η) για την κάλυψη τυχόν άλλου οφειλομένου από τη σύμβαση ποσού, ενώ επίσης κάλεσαν την εταιρεία και τους μετόχους να προσέλθουν εντός τριημέρου για την υπογραφή του συμφωνητικού που περιείχε την από 13-4-2017 τελική τους πρόταση, άλλως θα αναζητούσαν την ικανοποίηση του συνόλου των αξιώσεών τους, λαμβάνοντας δικαστικά μέτρα σε βάρος τους.

Μετά την άπρακτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 31-5-2017, η τράπεζα Πειραιώς προέβη σε καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, ενώ και η εφεσίβλητη τράπεζα EUROBANK κατήγγειλε όσες συμβάσεις δεν είχαν λήξει και συγκεκριμένα την από 19.12.2006 σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου 33.000.000 ευρώ και την ένδικη με αρ. ....2008 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό.

Οι εκκαλούντες, και μετά την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, συνέχισαν να υποβάλουν προς τις πιστώτριες τράπεζες αιτήματα για τη ρύθμιση των οφειλών τους. Τον Αύγουστο του 2017 υπέβαλαν επιχειρηματικό σχέδιο για τα έτη 2017 - 2021, συνταχθέν από την εταιρεία "KPMG", σύμφωνα με το οποίο τα συνολικά έσοδα για τα έτη 2017 έως 2021 αναμενόταν να ανέλθουν στο ποσό των 138.078.058 ευρώ και η κερδοφορία στο ποσό των 40.138.813 ευρώ, εκ των οποίων στις τράπεζες θα μπορούσε να καταβληθεί ποσό ύψους 31.234.746 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 8.904.066 ευρώ να επενδυθεί στα ξενοδοχεία της εταιρείας για την αναβάθμισή τους.

Ακολούθως υπέβαλαν νεότερο επιχειρηματικό σχέδιο της εταιρείας των ετών 2018-2022 που συντάχθηκε από την εταιρεία "ΈΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΕ" σύμφωνα με την οποία προβλεπόταν ετήσια αποπληρωμή τόκων και δυνατότητα καταβολής κεφαλαίου από 5,5 εκ. έως 10 εκ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2018-2030, ενώ καταλειπόταν υπόλοιπο κεφαλαίου 35 εκ.

ευρώ, που θα καταβαλλόταν εφάπαξ ή θα διακανονιζόταν το έτος 2031.

Εξάλλου, τον Απρίλιο του 2019 κοινοποιήθηκε στις πιστώτριες τράπεζες επενδυτικό ενδιαφέρον από τις εταιρείες KSL Capital και Alua Hotels and Resorts, σύμφωνα δε με την υποβληθείσα πρόταση θα καταβαλλόταν το ποσό των 95 εκ. ευρώ προς τις τράπεζες Πειραιώς και Eurobank προς εξόφληση του δανεισμού κατά κεφάλαιο και δεδουλευμένους τόκους (πλην των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών επιβαρύνσεων), το ποσό των 2 εκ. ευρώ προς την Τράπεζα Αττικής και το ποσό των 60 εκ. ευρώ για υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.

Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η πρώτη εκκαλούσα κατέβαλε προς όλες τις πιστώτριες τράπεζες, για τοκοχρεολύσια, προμήθειες και έξοδα τραπεζικών συναλλαγών, το έτος 2011 το ποσό των 11.434.885,31 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 440.028,88 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 1.267.430,38 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 3.522.590,22 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 3.239.453,35 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 1.054.183,31 ευρω και το έτος 2017, μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων, το ποσό των 1.793.705.32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 27.752.276,77 ευρώ, ενώ καθ' όλο το διάστημα από το έτος 2007 εως το 2017 κατέβαλε συνολικά περί τα 50,3 εκατομμύρια ευρώ.

Η πρώτη εκκαλούσα, όπως εκτέθηκε, εμφάνισε αδυναμία να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης στην οποία εισήλθε η χώρα το έτος 2009, ενώ ακολούθως έλαβε χώρα η πτώχευση μεγάλων ρωσικών τουριστικών πρακτορείων, λόγω διολίσθησης του ρουβλίου έναντι του ευρώ, σε συνδυασμό με την εμπόλεμη κατάσταση στην Ουκρανία το έτος 2014, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στο σύνολο του ελληνικού τουρισμού.

Εν συνεχεία το έτος 2015 ενέσκηψαν ημέρες υποχρεωτικής τραπεζικής αργίας και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls), το επόμενο έτος σημειώθηκαν αυξημένες μεταναστευτικές ροές στην Κω, οι οποίες επέφεραν γενική πτώση του τουρισμού στην νήσο, ενώ το έτος 2017, στο μέσο της τουριστικής περιόδου (21.7) συνέβη στην Κω μεγάλος σεισμός που έπληξε την τουριστική κίνηση.

Παρά ταύτα, οι δεύτερος και τρίτη εκκαλούντες, στους οποίους περιήλθε η εταιρεία, μετά το θάνατο του πατέρα τους και ιδρυτή της εταιρείας Γ. Κ. το έτος 2005, αφού απομάκρυναν οριστικά έως το έτος 2012 τον αλλοδαπό όμιλο (στον οποίο μετείχε η 'Iberostar' και ο 'Thomas Cook') που διαχειριζόταν τα 4 από τα 5 ξενοδοχεία, μπόρεσαν σταδιακά να επιτύχουν αύξηση του τζίρου και της κερδοφορίας της εταιρείας (EBITDA), ξεπερνώντας τις ως άνω δύσκολες οικονομικές συνθήκες.

Εξάλλου, η εταιρεία καλύπτει τις υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, έχοντας λάβει ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα, καταβάλλει εμπρόθεσμα τις οφειλές της και εντός του πλαισίου των διακανονισμών που έχει συνάψει με τους προμηθευτές της και καλύπτει προς το σύνολο του προσωπικού της μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές.

Ειδικότερα τα έτη 2016, 2017 και 2018 το κόστος μισθοδοσίας για 749, 834 και 867 εργαζόμενους αντίστοιχα ανήλθε σε 4.567.187,66 ευρώ 5.260.521,20 ευρώ και 5.564.659,63 ευρώ, ενώ το κόστος κάλυψης του ασφαλιστικού τους φορέα στα ποσά των 2.276.297,68 ευρώ, 2.633.053,00 ευρώ και 2.920.529,00 ευρώ αντίστοιχα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την από 12-1-2018 έκθεση του ορκωτού λογιστή Κ.

Δ. της εταιρείας Ορκωτών Ελεγκτών Αογιστών "PKF Ευρωελεγκτική Α.Ε.", η εταιρεία παρουσίασε λειτουργική κερδοφορία προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων (EBITDA) ποσού 7.172.567 ευρώ το 2009, ποσού 6.060.867 ευρώ το 2010, ποσού 5.940.862 ευρώ το 2011, ποσού 4.211.988 ευρώ το 2012, ποσού 6.507.616 ευρώ το 2013, ποσού 5.696.124 ευρώ το 2014, ποσού 5.557.842 ευρώ το 2015, ποσού 2.860.545 το 2016 και ποσού 7.969.157 ευρώ το έτος 2017, ενώ από την από Φεβρουαρίου 2019 έκθεση ελέγχου της εταιρείας Action Auditing προκύπτει ότι για το έτος 2018 η λειτουργική κερδοφορία προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων ανήλθε στο ποσό των 8.926.202 ευρώ.

Σημειώνεται ότι το EBITDA που επιτεύχθηκε κατά τα έτη 2017 και 2018 υπερέβη τις προβλέψεις του επιχειρηματικού σχεδίου που είχε συνταχθεί για τα έτη 2017 - 2021 από την εταιρεία "KPMG", παρόλο που από τον Ιούνιο του 2017 ήταν αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα (χωρίς μπλοκ επιταγών, με δέσμευση λογαριασμών και μη πρόσβαση σε ηλεκτρονικές συναλλαγές - web banking), ενώ έχει αναβαθμίσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες και τις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της, που βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο και ανταποκρίνονται στα διεθνή πρότυπα για ξενοδοχεία αντίστοιχων αστέρων, λαμβάνοντας και διεθνείς διακρίσεις, έχει δε συνάψει μακροχρόνια συμβόλαια με διεθνείς τουριστικούς πράκτορες με αυξημένες τιμές.

Ειδικότερα το ξενοδοχείο K. Maris Suites βραβεύτηκε ως το 3° κορυφαίο οικογενειακό ξενοδοχείο για το έτος 2018 από τον τρίτο μεγαλύτερο τουριστικό οργανισμό της Ευρώπης (Apollo) σύμφωνα με τις προτιμήσεις των πελατών του τελευταίου, ενώ το ξενοδοχείο Sunconnect K. Aqualand βραβεύτηκε ως το 10° καλύτερο all inclusive ξενοδοχείο και το 15° κορυφαίο οικογενειακό ξενοδοχείο στον κόσμο, όπως τα ανωτέρω αναφέρονται στη με αρ. 51/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει αίτηση των τραπεζών Πειραιώς και Eurobank περί υπαγωγής της πρώτης εκκαλούσας στο καθεστώς της ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68 επ του ν 4307/2014.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η ενέργεια της εφεσίβλητης τράπεζας να προβεί σε καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης και στην υποβολή αίτησης για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της.

Εξάλλου οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου.

Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη, μαζί με την τράπεζα Πειραιώς (και την δικαιοπάροχό της Τράπεζα Κύπρου) για χρονικό διάστημα πέντε (5) περίπου ετών, είχαν δημιουργήσει στους εκκαλούντες εύλογα την πεποίθηση πως θα λάβει χώρα αναδιάρθρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων, με γνώμονα τόσο την αποπληρωμή των οφειλών όσο και την οικονομική ανάκαμψη της επιχείρησης.

Ειδικότερα: 1 .Οι πιστώτριες τράπεζες, γνωρίζοντας τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας, ξεκίνησαν από το έτος 2012 διαπραγματεύσεις με σκοπό τη ρύθμιση των δανείων. Στα πλαίσια αυτά συνήφθη αρχικώς το από 24.4.2012 συμφωνητικό, στο προοίμιο του οποίου αναφερόταν ρητά "πως τα μέρη επιθυμούν να ρυθμίσουν τους όρους υπό τους οποίους οι τράπεζες θα αποδεχθούν τη ρύθμιση των χρηματοδοτήσεων προς τον οφειλέτη, με σκοπό την οικονομική ανάκαμψη αυτού και την αποπληρωμή των οφειλών του", και συμφωνήθηκε πως η εταιρεία θα καταβάλει έναντι των δανειακών της οφειλών τα ποσά που απομένουν μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής της κάθε τράπεζας.

Συμφωνήθηκε ακόμα να ανατεθεί στον ορκωτό λογιστή, επιλογής των τραπεζών Κ. Λ., με δαπάνες της εταιρείας, ο ρόλος του επόπτη/εσωτερικού ελεγκτή, προκειμένου να ασκεί πλήρη επίβλεψη και έλεγχο των οικονομικών της εταιρείας για λογαριασμό των τραπεζών, καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους, η εταιρεία προσέλαβε τον Κ.

Λ., ο οποίος από τον Μάρτιο του 2013 και εντεύθεν είχε το ρόλο του εσωτερικού ελεγκτή, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση και εποπτεία των οικονομικών και των συμβολαίων της εταιρείας, συνέτασσε επιχειρηματικά σχέδια και σχέδια ταμειακών ροών (cash flow) και βάσει αυτών διατύπωνε προτάσεις στις τράπεζες για την οριστική ρύθμιση των δανείων και για τον τρόπο αποπληρωμής. 2.

Στην από 5.11.2014 επιστολή που συνέταξαν η τράπεζα Πειραιώς και η εφεσίβλητη, προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση της με αρ. .../2014 διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί για τις απαιτήσεις της Τράπεζας Αττικής, ανέφεραν πως τελούσαν σε διαδικασία αναδιάρθρωσης του συνόλου των τραπεζικών οφειλών της εταιρείας, για την ενιαία και από κοινού ρύθμιση των δανείων της, ενέργεια που επιβεβαίωνε την πρόθεση των τραπεζών να μην επιχειρηθεί αποσπασματική επιδίωξη της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους, αλλά να δρομολογηθεί μία οριστική συμφωνία αναδιάρθρωσης των οφειλών, υπό νέους όρους. 3.Στο από 24.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού επαναλαμβάνεται η δέσμευση των τραπεζών, για την αναδιάρθρωση των οφειλών της εταιρείας, προκειμένου να βρεθεί κοινά αποδεκτή βιώσιμη λύση ρύθμισης των δανειακών υποχρεώσεων, εφόσον τηρούνταν οι όροι της συμφωνίας (οι οποίοι και τηρήθηκαν εκ μέρους της εκκαλούντων), ορίσθηκε πως σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, το επιτόκιο της ρύθμισης θα είναι κοινό για όλες τις τράπεζες και θα ανέρχεται σε Euribor τριμήνου, με περιθώριο 4%, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2015, καθώς και ότι ο επόπτης/εσωτερικός ελεγκτής (CRO) θα παρέμενε στην εταιρεία και μετά την οριστική συμφωνία ρύθμισης.

Από τον όρο αυτό προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκείνο θεωρείτο εφικτή η ρύθμιση των δανείων της εταιρείας με νέους όρους, κοινούς για όλες τις τράπεζες. Παράλληλα η εταιρεία υποχρεώθηκε, με δαπάνες της, να αναθέσει στην εταιρία 'Grant Thorton ΑΕ' τον οικονομικό έλεγχο και την πιστοποίηση των αποτελεσμάτων της χρήσης 2014 καθώς και την επαναξιολόγηση του επιχειρηματικού σχεδίου 2014-2018, που είχε ήδη διενεργηθεί από τον Κ.

Λ. 4. Με το ίδιο συμφωνητικό η εταιρεία υποχρεώθηκε να προβεί σε τακτοποίηση όλων των αυθαιρέτων κτισμάτων, η πληρωμή της οποίας θα γινόταν είτε σταδιακά μέσω των ταμειακών ροών είτε με νέα χρηματοδότηση. Επομένως, στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο προβλέφθηκε η δυνατότητα χορήγησης νέου δανείου προς την εταιρεία, με σκοπό την αναβάθμιση της αξίας των ακινήτων της, ενέργεια η οποία κατά αμφότερα τα σκέλη της (παροχή νέου δανείου-μέριμνα για την αξία των ακινήτων) οδηγούσε στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι της επικείμενης οριστικής και συνολικής ρύθμισης. 5.

Η εφεσίβλητη, από τον Οκτώβριο του 2013 και εντεύθεν, ενέκρινε τη χορήγηση νέων δανείων προς την πρώτη καλούσα συνολικού ύψους 2,6 εκατομμυρίων ευρώ, με σκοπό την εξόφληση μέρους των απαιτητών οφειλών (σχετ. η από 14-6-2019 Εκθεση Ειδικής Έρευνας της Τράπεζας τη Ελλάδος). Η έγκριση αυτής της χρηματοδότησης, η οποία ήταν πέρα και εκτός της κύριας δανειοδότησης της πρώτης εκκαλούσας, υπό το πρίσμα της τότε ισχύουσας διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 88 Ν. 3601/2007 (η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 150 παρ. 2 Ν. 4261/2014), που απαγόρευε στα πιστωτικά ιδρύματα να χορηγούν νέα δάνεια για την πληρωμή οφειλόμενων σε αυτά ληξιπρόθεσμων τόκων, εκτός εάν πρόκειται για σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών του δανειολήπτη, οδηγούσε ευθέως στη δημιουργία πεποίθησης ότι θα ακολουθούσε η συνολική ρύθμιση των οφειλών της πρώτης εκκαλούσας, όπως επέτασσε η προαναφερόμενη διάταξη.

Με βάση τα προεκτεθέντα, οι εκκαλούντες είχαν εύλογα την πεποίθηση ότι θα λάβει χώρα αναδιάρθρωση της οφειλής τους, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα βιώσιμο επίπεδο χρέους. Όπως αναφέρεται στην από 25.6.2019 με αρ.πρωτ.537 έκθεση ειδικής έρευνας της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευομένων Εταιριών της Τράπεζας της Ελλάδος, θα έπρεπε να εξετασθεί από κοινού από τις πιστώτριες τράπεζες ενδεχόμενη ρύθμιση με κοινούς όρους, υπό το πρίσμα ότι η εταιρεία ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει δανεισμό ύψους 60 εκ.

ευρώ περίπου και το υπόλοιπο ποσό,περίπου 50 εκ. ευρώ να αποτελέσει μέρος ενός μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου, η αποπληρωμή του οποίου θα συνδεόταν με την επίτευξη στόχων εσόδων και κερδοφορίας, καθώς και με την προοπτική να εισέλθει στρατηγικός επενδυτής στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας.Το ενδεχόμενο αυτό διαχωρισμού των οφειλών (τύπου split balance),κοινοποιήθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς στις τράπεζες Αττικής και Eurobank.

Η τράπεζα Αττικής ανταποκρίθηκε θετικά, ωστόσο η εφεσίβλητη Eurobank δεν απάντησε, καθόσον, όπως αναφερόταν στο εισηγητικό της τράπεζας Αττικής (6.7.2016) η εφεσίβλητη τράπεζα δεν επιθυμούσε να μετάσχει στην αναδιάρθρωση των οφειλών της εταιρείας με το ισχύον διοικητικό-διαχειριστικό σχήμα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζονται οι λόγοι της μεταστροφής της στάσης της.

Παρόλο δε που οι εκκαλούντες τήρησαν όλους τους όρους που τέθηκαν σε αυτούς με το από 24.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, παρόλο που βάσει των συμφωνηθέντων, κατέβαλαν όλα τα ελεύθερα ταμειακά της διαθέσιμα της εταιρείας -ήτοι όλα τα εναπομένοντα διαθέσιμα μετά την κάλυψη των λειτουργικών της αναγκών- προς αποπληρωμή των δανείων, τα οποία εν συνεχεία επιμερίζονταν μεταξύ των τριών τραπεζών κατά το λόγο συμμετοχής τους στο δανεισμό της πρώτης εκκαλούσας, παρόλο που για διάστημα πέντε ετών αποδέχθηκαν σημαντικούς περιορισμούς στην άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (καθημερινός έλεγχος των οικονομικών της εταιρείας με πρόσληψη εσωτερικού ελεγκτή της έγκρισης των τραπεζών με δαπάνες της εταιρείας, έλεγχος τιμών των συμβολαίων με τους ταξιδιωτικούς πράκτορες, προηγούμενη συναίνεση των τραπεζών για αναβάθμιση-ανακαίνιση των ξενοδοχείων, που θα οδηγούσε σε επίτευξη μεγαλύτερων τιμών και σε αυξημένα έσοδα) και παρόλο που κατέβαλαν κάθε προσπάθεια και αντιμετώπισαν τις ως άνω δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, ώστε να είναι βιώσιμη η εταιρεία και να αυξηθεί η κερδοφορία της, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στις διεθνείς διακρίσεις που έλαβε καθώς και στο γεγονός πως το έτος 2017 κατατάχθηκε στις είκοσι πιο κερδοφόρες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας (σχετ.

η με αρ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του Σ. Λ., χρηματοοικονομικού συμβούλου τηςπρώτης εκκαλούσας), παρόλο που η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης εισφέρει σημαντικά στην τοπική οικονομία και στη διατήρηση εκατοντάδων θέσεων εργασίας, η συμφωνία που οι πιστώτριες τράπεζες, ύστερα από πέντε έτη διαπραγματεύσεων εν τέλει πρότειναν στους εκκαλούντες περιείχε όρους τόσο καταπλεονεκτικούς, που καθιστούσε αδύνατο σε αυτούς να τους αποδεχθούν.

Ειδικότερα, με την από 5.8.2016 πρότασή τους η εφεσίβλητη, από κοινού με τις υπόλοιπες δύο πιστώτριες τράπεζες, αναγνώρισε την ανάγκη εισροής "σημαντικών νέων κεφαλαίων" στην εταιρεία (inεκκαλούσα), από τους φορείς αυτής ή και τρίτους επενδυτές, "με σκοπό την αναδιάρθρωση της κεφαλαιακής της δομής σε υγιείς βάσεις, τη χρηματοδότηση της ανακαίνισης των ξενοδοχείων και την παροχή κεφαλαίου κίνησης...", κάτι που με τα προγενέστερα ιδιωτικά συμφωνητικά είχε απαγορεύσει στην εταιρεία χωρίς τη συναίνεση των τραπεζών.

Αφού δε οι πιστώτριες τράπεζες επεφύλαξαν για τις ίδιες την αποκλειστική αρμοδιότητα της διερεύνησης επενδυτικού ενδιαφέροντος, στην οποία δεν προβλέπεται συμμετοχή της εταιρείας, θεώρησαν ότι η έννοια των "σημαντικών κεφαλαίων" καλύπτεται με την "αναγκαιότητα επένδυσης νέων κεφαλαίων στην εταιρεία τουλάχιστον ύψους 10 εκατομμυρίων ευρώ, είτε με τη μορφή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ή/και με τη συμμετοχή επενδυτή με σκοπό τη χρηματοδότηση της ανακαίνισης των ξενοδοχείων και την παροχή κεφαλαίου κίνησης".

Παράλληλα ζήτησαν από τους μετόχους της εταιρείας, 2° και 3η εκκαλούντες, να αποδεχθούν τη μεταβίβαση του 95% των μετοχών τους σε τρίτο επενδυτή ή φορέα που θα εισφέρει στην εταιρεία τουλάχιστον 10 εκ. ευρώ για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για την ανακαίνιση των ξενοδοχείων, χωρίς να γίνεται καμία μνεία για την τύχη των δανειακών υποχρεώσεων της εταιρείας.

Ακόμα όμως και το ποσοστό αυτό των μετοχών που θα παρέμενε στην κατοχή των 2ου και 3ης εκκαλούντων θα βαρυνόταν με ενέχυρο Α τάξης για το μέρος της οφειλής που, ύστερα από την αναδιάρθρωση, δεν θα καλυπτόταν από τον επενδυτή, ενώ, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών, θα εξακολουθούσαν να ευθύνονται για την εξόφληση της συνολικής οφειλής και με όλη την κινητή και ακίνητη προσωπική τους περιουσία.

Η ανωτέρω πρόταση πράγματι δεν αφορούσε τη ρύθμιση των οφειλών των εκκαλούντων, με νέους ευνοϊκότερους όρους, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα βιώσιμο επίπεδο χρέους, αλλά ουσιαστικά κατέτεινε στην απομάκρυνση των ιδιοκτητών της εταιρείας, οι οποίοι ωστόσο θα εξακολουθούσαν να ευθύνονται για τις δανειακές υποχρεώσεις στο σύνολο τους.

Επισημαίνεται δε ότι η ως άνω προτεινόμενη από τις ίδιες τις δανείστριες τράπεζες ενέργεια, ήτοι η είσοδος τρίτου επενδυτή στην εταιρεία, με τη μεταβίβαση μετοχών σε αυτόν, είχε, δυνάμει των ως άνω συμφωνητικών, εμποδιστεί, αποκλείοντας κατ' αυτό τον τρόπο και τη συνακόλουθη εισροή κεφαλαίου στην In εκκαλούσα.

Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν οι πιστώτριες τράπεζες αποδέχθηκαν να ανέλθει το ποσοστό συμμετοχής των 2ου και 3ης των εκκαλούντων σε 12%, ωστόσο παρέμεινε ο όρος περί σύστασης ενεχύρου Α τάξης στις μετοχές υπέρ των τραπεζών ως εξασφάλιση για τις υφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις της εταιρείας και περί υποχρέωσης των μετόχων, υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητών να μεταβιβάσουν πέραν του συνόλου των προσημειωμένων και ελεύθερων βαρών ακινήτων τους, και κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο που ανήκει είτε στους ίδιους είτε σε εταιρείες συμφερόντων τους.

Το αίτημα δε των εκκαλούντων να περιορισθούν τουλάχιστον οι υποχρεώσεις των μετόχων-εγγυητών στο ποσό που θα προσδιορισθεί με τη συμφωνία αναδιάρθρωσης και να εξαιρεθούν από τη συμφωνία τέσσερα ακίνητα τους, που δεν ήταν προσημειωμένα, μεταξύ δε αυτών και οι πρώτες κατοικίες τους, απορρίφθηκε από τις πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες δέχθηκαν μόνο να επιτρέψουν στους μετόχους της εταιρείας τη δυνατότητα να μισθώσουν τα ακίνητά τους, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους στις τράπεζες.

Περαιτέρω, οι πιστώτριες τράπεζες χωρίς να έχουν καθορίσει τους όρους διενέργειας της επενδυτικής διαδικασίας και χωρίς να επιτρέπουν τη συμμετοχή των εκκαλούντων σε αυτήν, παρόλο που η εταιρεία θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα της επενδυτικής διαδικασίας, απαιτούσαν την προμεταβίβαση των κατοικιών και κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετόχων-εγγυητών, συμπεριλαμβανομένων όλων των εταιρικών τους συμμετοχών σε άλλες εταιρείες.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι εκκαλούντες απόδέχθηκαν τους ως άνω όρους και ακολούθως η εφεσίβλητη καθώς και η τράπεζα Πειραιώς προέβησαν σε καταγγελία όσων συμβάσεων δεν είχαν λήξει και σε έκδοση διαταγών πληρωμής για το σύνολο των οφειλών. Η στάση αυτή των πιστωτριών τραπεζών είχε καταχρηστικό χαρακτήρα, καθώς η πορεία της εταιρείας, τα οικονομικά της αποτελέσματα και οι προοπτικές της, όπως αυτά αποτυπώνονταν στα επιχειρηματικά σχέδια που εκπονήθηκαν και παραδόθηκαν στην εφεσίβλητη, προδιέγραφαν τόσο τη βιωσιμότητα της εταιρείας, όσο και τη σταδιακή αποπληρωμή των υποχρεώσεών της σε βάθος χρόνου, ο οποίος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολικός (λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι τα δάνεια των οποίων επίκειτο η συνολική ρύθμιση είχαν συναφθεί το 2006 και ορισμένα εξ αυτών είχαν ορίζοντα αποπληρωμής 20ετίας, ώστε η προοπτική σχεδόν πλήρους αποπληρωμής έως το έτος 2030, σύμφωνα με το από μηνός Φεβρουαρίου 2018 επιχειρηματικό σχέδιο της ανεξάρτητης εταιρείας "Ελληνοκυπριακή Α.Ε." να μην θεωρείται επιζήμια για τις πιστώτριες τράπεζες), υπό την προϋπόθεση ότι η αποπληρωμή δεν θα γινόταν βάσει των αρχικών όρων υπό τους οποίους συνομολογήθηκαν οι δανειακές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη σύμβαση, αλλά με ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής, όπως αυτοί θα αποτυπώνονταν στην αναμενόμενη, πλην μη επακολουθήσασα, ρύθμιση.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι οι απαιτήσεις των τραπεζών ήταν ασφαλισμένες με εμπράγματες και προσωπικές ασφάλειες, ενώ καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, της ισχύος των προαναφερομένων συμφωνητικών και της ανταλλαγής εκατέρωθεν προτάσεων, η εφεσίβλητη (πάντα νοούμενη από κοινού με την Τράπεζα Πειραιώς και την Τράπεζα Αττικής, αφού όπως αποδείχθηκε, με εξαίρεση την ενέργεια της τελευταίας να προβεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής το έτος 2014, οι 3 πιστώριες τράπεζες ενεργούσαν από κοινού) ουδέποτε παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ρύθμισης με νέους όρους αποπληρωμής.

Είναι δε αυτονόητο, ότι ο διαδραμών χρόνος από την έναρξη των διαπραγματεύσεων μέχρι την έκδοση (και) της ένδικης διαταγής πληρωμής, ο οποίος υπερβαίνει την πενταετία, κύλησε κυρίως σε βάρος των συμφερόντων της πρώτης εκκαλούσας καθώς, από τη μία πλευρά με τις ενέργειες των τραπεζών εμποδίστηκε, λόγω των τεθέντων περιορισμών που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η εισροή νέων κεφαλαίων και η εντεύθεν βελτίωση της θέσης της εταιρείας έναντι του συνολικού δανεισμού της, ενώ από την άλλη, η οφειλή όχι μόνον παρέμενε αμετάβλητη κατά τα βασικά της μεγέθη, αλλά επιβαρύνθηκε επιπλέον με συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας, υπολογιζομένων με υψηλά επιτόκια.

Τέλος, η επιδίωξη, στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, της δικαστικής ικανοποίησης της αξίωσης της εφεσίβλητης που απέρρεε από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης αφενός θα είχε ως συνέπεια τη διατάραξη της λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης εκκαλούσας, προξενώντας σε αυτή δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες, αφετέρου θα επέφερε μείωση της αξία της επιχείρησης της πρώτης εκκαλούσας, σε βάρος των συμφερόντων τόσο των τραπεζών όσο και των εκκαλούντων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, είναι νόμιμος κατ' άρθρο 281 Α.Κ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία έτσι παραβίασε ευθέως, αφού τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση του ως άνω λόγου περιστατικά, μεμονωμένα εξεταζόμενα αλλά και αθροιστικά εκτιμώμενα, αληθή δε αυτά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της ανακοπής των αναιρεσίβλητων δεν είναι νόμιμος.

Ειδικότερα, η εκτιθέμενη στην ανακοπή συμπεριφορά της καθ' ης, που εκδηλώθηκε με τη σύναψη μεταξύ των ανακοπτόντων, της καθ' ης και των λοιπών Τραπεζών (Πειραιώς και Αττικής) των από ...-2012 και ...-2015 συμφωνιών περί παροχής περιόδου χάριτος έως 31-12-2012 και 31-12-2015, αντίστοιχα, ως προς την εξόφληση των δανείων της πρώτης ανακόπτουσας, η δεύτερη από τις οποίες (συμφωνίες) παρατάθηκε με την από ...-2016 συμφωνία μέχρι την 31-3-2016, περί διαρκούς ελέγχου των οικονομικών της από ορκωτό λογιστή και ελεγκτική εταιρία της εμπιστοσύνης των τραπεζών και περί διερεύνησης της δυνατότητας σύναψης οριστικής συμφωνίας αναδιάρθρωσης, δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει στους ανακόπτοντες την πεποίθηση, και μάλιστα εύλογη, ότι η καθ' ης, και μετά τη λήξη ισχύος τους, δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της από τη δανειακή σύμβαση, λόγω του εξαιρετικού και προσωρινού χαρακτήρα των συμφωνιών, που ευθέως συνάγεται από την περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος τους και από τους αναφερόμενους στην ανακοπή όρους περί μη αποπληρωμής, κατά τη διάρκειά τους, των συμφωνημένων δόσεων, αλλά μόνο των τόκων και του μέρους του κεφαλαίου, που θα επέτρεπαν τα ταμειακά διαθέσιμα της πρώτης ανακόπτουσας.

Επίσης, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά, ήτοι α) ο επικαλούμενος σκοπός των τραπεζών να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρώτης ανακόπτουσας μέσω της μεταβίβασης των μετοχών της και εν συνεχεία να την πωλήσουν, αφού ο σκοπός αυτός είναι δικαιολογημένος στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την οριστική διευθέτηση της διαφοράς, που μπορεί να περιλαμβάνει και συμφωνία περί μεταβολής στα πρόσωπα των μετόχων, και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αφ' εαυτού βλαπτικός των συμφερόντων του νομικού προσώπου της δανειολήπτριας και των εγγυητών της οφειλής της, β) η επικαλούμενη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της πρώτης ανακόπτουσας λόγω της τήρησης των όρων των συμφωνιών χορήγησης περιόδου χάριτος περί απαγόρευσης εξεύρεσης τρίτου επενδυτή και χρηματοδότησης από τουριστικούς πράκτορες, αφού η πρώτη ανακόπτουσα είχε συναινέσει στους όρους αυτούς με αντάλλαγμα την προσωρινή παύση των διώξεων και την παροχή προσωρινών διευκολύνσεων στην αποπληρωμή του δανείου, γ) η αναφερόμενη εξασφάλιση της απαίτησης της καθ' ης με εμπράγματες ασφάλειες και παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των δεύτερου και τρίτης ανακοπτόντων, αφού οι ασφάλειες παρέχονται για την ικανοποίηση του δικαιώματος και δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτία ματαίωσής της, δ) η επικαλούμενη θετική οικονομική πορεία της πρώτης ανακόπτουσας και η κάλυψη των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων (εργαζομένων, Δημοσίου, ταμείων, προμηθευτών) και των τραπεζών, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί με τις συμφωνίες χορήγησης περιόδου χάριτος, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στην ανακοπή, οι συνολικές υποχρεώσεις της πρώτης ανακόπτουσας έναντι των τραπεζών, πριν από την καταγγελία και την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ήταν πολύ υψηλές και ανέρχονταν την 31-12-2016 σε 113.000.000 ευρώ, ποσό από το οποίο 37,2% αφορούσε αποκλειστικά τις οφειλές της προς την καθ' ης από την επίδικη και άλλες δανειακές συμβάσεις (οφειλές που την 31-5-2016 ανέρχονταν σε 40.850.000 ευρώ), και ε) η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες μη τήρηση εκ μέρους των τραπεζών της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας, λόγω της αποστολής της από 5-8-2016 πρότασης οριστικής διευθέτησης χωρίς να έχει προηγηθεί πρόταση ρύθμισης και μη επίτευξη συμφωνίας επ' αυτής, αφού, όπως αναφέρουν οι ανακόπτοντες, είχε προηγηθεί η σύναψη των από ...-2012, ...-2015 και ...-2016 συμφωνιών ρύθμισης περιορισμένης χρονικής διάρκειας και διερεύνησης των δυνατοτήτων οριστικής διευθέτησης, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και μετά την από 5-8-2016 πρόταση οριστικής διευθέτησης, με την αποστολή εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας στις τράπεζες των από 9-9-2016 και 3-11-2016 αντιπροτάσεών τους, που συζητήθηκαν σε συνάντηση των μερών την 30-11-2016, την αποστολή από τις τράπεζες της νέας από 9-12-2016 πρότασης οριστικής διευθέτησης και την αποστολή από την πρώτη ανακόπτουσα της από 31-1-2017 αίτησης για ρύθμιση και της από 1-8-2017 πρότασης για αναδιάρθρωση των χρεών, ενέργειες που επίσης απέβησαν άκαρπες, δηλαδή, πριν από την καταγγελία και την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τα μέρη είχαν συζητήσει όλες τις προτάσεις και εξαντλήσει όλες τις δυνατές προοπτικές για εξεύρεση συναινετικής διευθέτησης της διαφοράς, χωρίς αποτέλεσμα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η τράπεζα δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να προτείνει στην πρώτη ανακόπτουσα λύση με όρους ασύμφορους για την ίδια ή να δεχτεί αντιπρότασή της που είναι στο σύνολό της ζημιογόνα γι' αυτήν, ούτε αποτελεί, κατά τον Κώδικα Δεοντολογίας, προϋπόθεση της πρότασης λύσης οριστικής διευθέτησης η προηγούμενη πρόταση λύσης ρύθμισης, όταν η ρύθμιση αξιολογείται από το πιστωτικό ίδρυμα ως μη βιώσιμη, το δε συμβατικό δικαίωμα της τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση και να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της είναι απόρροια του δικαιώματός της για διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει.

Αντιφατική δε συμπεριφορά της καθ' ης, δυνάμενη να καταστήσει, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω περιστατικά, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της, δεν στοιχειοθετείται ούτε α) από την αποχή των τραπεζών, και ειδικότερα της καθ' ης, από τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών τους κατά τα έτη 2012 έως 2017, αφού η αποχή αυτή, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, έγινε σε συμμόρφωση με τους όρους των συμφωνιών παροχής περιόδου χάριτος και κατά τη διάρκεια των προσπαθειών για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για τη διευθέτηση της διαφοράς, ενώ σε κάθε περίπτωση διήρκεσε για χρονικό διάστημα, που δεν είναι μεγάλο, β) από τον επικαλούμενο από τους ανακόπτοντες όρο της δεύτερης συμφωνίας, με τον οποίο οι τράπεζες πρότειναν να χρηματοδοτήσουν την πρώτη ανακόπτουσα με το ποσό των 3.600.000 ευρώ για να προβεί σε τακτοποίηση, βάσει της πολεοδομικής νομοθεσίας, των αυθαιρέτων εγκαταστάσεων των ενυποθήκων ακινήτων της, αφού η πρόταση αυτή εμφανώς αποσκοπούσε, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην ανακοπή, στην επαύξηση της αξίας των ακινήτων και τη συνακόλουθη καλύτερη εξασφάλιση των απαιτήσεων των τραπεζών, και γ) από την υποστήριξη, που παρείχαν η καθ' ης και η Τράπεζα Πειραιώς στην πρώτη ανακόπτουσα κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας της με την Τράπεζα Αττικής, ενόψει του ότι η Τράπεζα Αττικής είχε αποφασίσει να ενεργήσει ανεξάρτητα από τις άλλες δανείστριες τράπεζες, διεκδικώντας τα δικαιώματά της με την έκδοση διαταγής πληρωμής, και όχι στα πλαίσια συνολικής συμφωνίας, στην οποία θα μετείχαν όλες οι τράπεζες, προκύπτει δηλαδή από τα αναφερόμενα στην ανακοπή ότι η υποστήριξη αυτή έγινε για την προστασία των συμφερόντων της καθ' ης και της Τράπεζας Πειραιώς έναντι της Τράπεζας Αττικής και δεν ενείχε παραίτηση από τα δικαιώματά τους έναντι των ανακοπτόντων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστες, εκτός εκείνου, που δίκασαν την υποθεση , όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας και της υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176, 182 §§ 1 και 2, και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 29-8-2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Αναιρεί την 141/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, και της παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ