Legislator Case Law & Legislation
1372/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing names and substantive grounds for implied acceptance claim.

Case Number 1372/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a labor court ruling regarding rotating work schedules. The court found the appeal inadmissible due to missing full names of some defendants in the filing and rejected the substantive claim that employees implicitly accepted the schedule by not suing immediately. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the company was ordered to pay the legal costs of the represented employees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1), 577, and 118(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal document must list the full names of all parties to avoid identity uncertainty, and the failure to exercise legal rights promptly does not constitute implied acceptance of a detrimental unilateral change by the employer.

Keywords

AI generated
implied acceptance rotating work schedule procedural defect identity uncertainty labor dispute unilateral change legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 566(1), 577, and 118(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 180(1) of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1372 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1372/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "V. E. Ε. Κ. Σ. Α.Ε." που εδρεύει στην … και διατηρεί υποκατάστημα στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Α. του Δ., εως και 103)Σ. Ψ. του Μ., κατοίκων όλων ως εκ της εργασίας τους στις εγκαταστάσεις του Καζίνο Θράκης στην Αλεξανδρούπολη, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης, επί της οποίας εκδόθηκε η 282/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της υπό κρίση από 25η Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 2/25.9.2020 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων, το όνομα και το επώνυμο της τρίτης των αναιρεσίβλητων αναγράφεται ως Α. Α., το όνομα και το επώνυμο του εξηκοστού όγδοου των αναιρεσίβλητων αναγράφεται ως Α.

Π. και το όνομα και το επώνυμο του ογδοηκοστού πέμπτου των αναιρεσίβλητων αναγράφεται ως Δ. Σ.. Όπως, όμως, προκύπτει από τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ιδίως δε από την από 25η Ιουλίου 2018 με αριθμ. καταθέσεως 225/2018 αγωγή, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 282/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης και από το από 1η Οκτωβρίου 2021 υπόμνημα των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Αρείου Πάγου, τα ορθά στοιχεία (όνομα και επώνυμο) της τρίτης αναιρεσίβλητης είναι Α.

Α. (και όχι Α. Α.), του εξηκοστού όγδοου αναιρεσίβλητου είναι Α. Π. (και όχι Α. Π.) και του ογδοηκοστού πέμπτου αναιρεσίβλητου είναι Δ. Σ. (και όχι Δ. Σ.) . Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων, εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των διαδίκων αυτών, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά του διαδίκου εκείνου, που υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 296 και 297 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 (άρθρο πρώτο παρ. 2 και άρθρο δεύτερο παρ. 2) του Ν. 4335/ 2015, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο καθώς και από το δικαίωμα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης (αγωγής, ανταγωγής, ενδίκου μέσου, ανακοπής κλπ) γίνεται είτε με δήλωση του παραιτουμένου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, ή με δήλωση στις προτάσεις έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η εν λόγω διαδικαστική πράξη στην οποία αφορά η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΠ 915/2020, ΑΠ 629/2019, ΑΠ 990/2018). Συνακόλουθα σε περίπτωση παραδεκτής παραίτησης του ενάγοντος ή του εκκαλούντος από το δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσής του, αντίστοιχα, επειδή ο παραιτηθείς και ο αντίδικός του, ως προς τον οποίο έγινε η παραίτηση, δεν υπήρξαν αντίδικοι στη σχετική δίκη, η αναίρεση που ασκείται από κάποιον από αυτούς και απευθύνεται κατά του άλλου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 710/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο ογδοηκοστός όγδοος (88ος) αναιρεσίβλητος Γ. Σ. εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Υφαντή. Πλην, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης με αριθμ. 282/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ως άνω διάδικος, ως 88ος ενάγων της από 25-7-2018 με αριθμ. καταθ. 225/14.8.2018 αγωγής εκατό τριών (103) εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής και για το λόγο αυτό το ως άνω Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτόν η αγωγή. Επομένως εφόσον ο ογδοηκοστός όγδοος (88ο) αναιρεσίβλητος, μετά την ως άνω παραίτησή του από το δικόγραφο της αγωγής και η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αντίδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (άρθρο 577 παρ.2 του ΚΠολΔ), να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς αυτόν ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020, ΑΠ 711/2019, ΑΠ 356/2019).

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα με αριθ. 4665/12.2.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Παππά προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 25ης Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 2/25.9.2020 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 282/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την παρασταθείσα ενώπιον ως άνω του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Χ.

Υ., η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 145/2019). Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χ.

Υ.. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας από την τριακοστή τέταρτη (34η) αναιρεσίβλητη Ε. Κ., από την τριακοστή ένατη (39η) αναιρεσίβλητη Ξ. Κ., από την τεσσαρακοστή πρώτη (41η) αναιρεσίβλητη Θ. Κ., από τον εξηκοστό όγδοο (68ο) αναιρεσίβλητο Α. Π. και από τον εβδομηκοστό τρίτο (73ο) αναιρεσίβλητο Φ.

Π. στην ως άνω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη. Εφόσον, δε, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν μετέχουν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκαν να παραστούν, θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Συνεπώς πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους. Κατά το άρθρο του 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Ακόμη κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 242/2015). Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ` αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015).

Συνακόλουθα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 518 παρ. 1 και 564 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η αναίρεση κατά πρωτόδικης απόφασης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, ασκείται από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι, επίσης, για τους διαμένοντες στην Ελλάδα, τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της απόφασης (ΑΠ 1588/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση από 25η Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 2/25.9.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η με αριθ. 282/11.6.2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πλην του 88ου των εναγόντων ως προς τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε η από 25.7.2018 αγωγή, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα αναγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά με το νόμιμο τόκο.

Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα από 27.9.2020 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με τη σχετική επισημείωση της ημερομηνίας επιδόσεώς του εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή, τα στοιχεία του οποίου δεν προκύπτουν ευκρινώς, προκύπτει ότι την 29η Ιουνίου 2020 επιδόθηκε αυτή (απόφαση) από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα.

Από το προσκομιζόμενο, από την αναιρεσείουσα, με αριθμ. 2138/27-9-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης προκύπτει ότι δεν ασκήθηκε κατά της προσβαλλόμενης απόφασης το ένδικο μέσο της έφεσης και συνεπώς αυτή κατέστη τελεσίδικη την 29η Ιουλίου 2020, που έληξε η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου που είχε αρχίσει από την επομένη της επίδοσης αυτής (άρθρα 518 παρ.1 εδ.α και 144 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα η από 25η Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 2/25.9.2020 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 144 παρ.1-2 και 147 παρ.2 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου "Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.

Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους.

Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 697/2018).

Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής.

Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας.

Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014).

Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων.

Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία.

Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης.

Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ' άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας.

Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου.

Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014).

Επί πλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 ΑΚ με συνέπεια οι σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά (ΑΠ 1318/2019). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ` ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο (ΑΠ 771/2017).

Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας (ΑΠ 164/2018, ΑΠ 1087/2008) οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ` όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ, δηλαδή η καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 771/2017).

Αν ο εργαζόμενος επιλέξει να διατηρήσει την ως άνω τρίτη δυνατότητα, μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση και να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να κριθεί ο νόμιμος ή παράνομος χαρακτήρας της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή (ΑΠ 958/2020, ΑΠ 697/2018, ΑΠ 1252/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.11.2015) και κατά περιεχόμενο είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020).

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020 και ΑΠ 269/2020 ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 1388/2019).

Τέλος με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και κατά περιεχόμενο είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου κώδικα, ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των ως άνω αποφάσεων, επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019,ΑΠ 76/2016,).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία) με την επωνυμία "V. E. Ε. Σ. ΑΕ" είναι κάτοχος αδείας λειτουργίας και εκμετάλλευσης καζίνο στην περιοχή της Θράκης.

Αρχικά εγκατέστησε και λειτούργησε την προαναφερόμενη επιχείρησή της στην πόλη της Ξάνθης και στη συνέχεια από 13.2.2014 στην Αλεξανδρούπολη. Άπαντες οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) απασχολούνται στο Καζίνο Θράκης με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου..... Περαιτέρω οι ενάγοντες παρείχαν την εργασία τους υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι 8 ώρες ημερησίως και με σύστημα πενθήμερης εργασίας, ήτοι επί 40 ώρες εβδομαδιαίως για όσους απασχολούνταν ήδη στη Ξάνθη κατά τους όρους της Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που είχαν συναφθεί μεταξύ της εναγομένης και της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΖΙΝΟ ΘΡΑΚΗΣ", ενώ για τους υπόλοιπους από τις κάθε φορά ισχύουσες κατά το χρόνο πρόσληψης διατάξεις της εργατικής εν γένει νομοθεσίας.

Αποδείχθηκε ακόμα, ότι η εναγόμενη εταιρεία την 3.7.2015, ήτοι λίγες ημέρες μετά την έκδοση της από 28.6.2015 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α 65/28-6-2015) περί τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας, επικαλούμενη τη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της λόγω της συντελεσθείσας νέας οικονομικής πραγματικότητας κοινοποίησε "ανακοίνωση προς ενημέρωση-πρόσκληση" δια της οποίας καλούσε το ως άνω σωματείο και τους εργαζομένους σε διαβούλευση για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας με διάρκεια ενός μήνα ορίζοντας ως ημερομηνία διαβούλευσης την 6.7.2015....

Κατά τη διαβούλευση αυτή δεν επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη και η εναγόμενη εταιρεία επέβαλε με απόφασή της σύστημα εκ περιτροπής εργασίας 3 ημερών με χρονική διάρκεια ενός μήνα, ήτοι από 13.7.2015 έως 12.8.2015. Εν συνεχεία δε και προ της λήξεως του ως άνω συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, η εργοδότρια εταιρεία δια της από 6.8.2015 εξώδικης πρόσκλησης ξανακάλεσε το σωματείο σε διαβούλευση για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ορίζοντας ως ημερομηνία διεξαγωγής αυτής την 10.8.2015.

Κατά τη διαβούλευση αυτή δεν επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη και η εναγόμενη εταιρεία επέβαλε με απόφασή της σύστημα εκ περιτροπής εργασίας 4 ημερών με χρονική διάρκεια ενός μήνα, ήτοι από 13.8.2015 έως 12.9.2015. Στη συνέχεια δε η εργοδότρια εταιρεία και πάλι, δια της από 10.9.2015 εξώδικης πρόσκλησης κάλεσε το σωματείο σε διαβούλευση για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας στις 11.9.2015.....

Κατά τη διαβούλευση αυτή δεν επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη και η εναγόμενη εταιρεία επέβαλε με απόφασή της σύστημα εκ περιτροπής εργασίας 3 ημερών με χρονική διάρκεια ενός μήνα, ήτοι από 17.9.2015 έως 16.10.2015. Τέλος και προ της λήξεως του ως άνω συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, η εργοδότρια εταιρεία δια της από 12.10.2015 εξώδικης πρόσκλησής της κάλεσε εκ νέου το σωματείο των εργαζομένων σε διαβούλευση για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας με ημερομηνία διεξαγωγής αυτής την 14.10.2015.

Κατά τη διαβούλευση αυτή δεν επετεύχθη συμφωνία ανάμεσα στα μέρη και η εναγόμενη εταιρεία επέβαλε με απόφασή της σύστημα εκ περιτροπής εργασίας 4 ημερών με χρονική διάρκεια ενός μήνα, ήτοι από 20.10.2015 έως 19.11.2015... Συμπερασματικά βάσει των ανωτέρω συνολικά τεσσάρων αποφάσεών της η εναγόμενη εταιρεία, επικαλούμενη δραματική μείωση του κύκλου εργασιών της έθεσε τους ενάγοντες για χρονικό διάστημα από 13.7.2015 έως 19.11.2015 σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας....

Περαιτέρω αναφορικά με τον περιορισμό της δραστηριότητας της εταιρίας το επίδικο χρονικό διάστημα αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Από το έτος 2010 το καζίνο που εκμεταλλεύεται η εναγόμενη εταιρία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών της, μείωση η οποία συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 2014, οπότε οι εγκαταστάσεις του καζίνο μεταφέρθηκαν από την πόλη της Ξάνθης στην Αλεξανδρούπολη, με σκοπό την προσέλκυση τουριστών, ο όγκος των οποίων στη δεύτερη ήταν σαφώς μεγαλύτερος λόγω και της γειτνίασης του Ν.

Έβρου με Τουρκία και Βουλγαρία.... Ωστόσο από έτος 2014, οπότε και το καζίνο μετεγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη η εταιρεία παρουσίασε ανάκαμψη, αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών της και συγκεκριμένα από 5.031.035,79 ευρώ (χρήση 2013) σε 5.570.962,20 ευρώ (χρήση 2014) ενώ κατά τη χρήση του 2015 παρατηρήθηκε αύξηση του κύκλου εργασιών της εναγομένης εταιρείας στο ποσό των 7.182.559,79 ευρώ.

Κατά την ίδια χρήση (1 Ιουλίου 2014 - 30 Ιουνίου 2015) η εταιρεία κατάφερε να μειώσει τις ζημιές της από το ποσό των 3.948.236,17 ευρώ ( χρήση 1 Ιουλίου 2013 - 30 Ιουνίου 2014) στο ποσό των 2.856.072,21 ευρώ. Κατά το πρώτο εξάμηνο που προηγήθηκε του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας τα αποτελέσματα των μικτών κερδών της εναγομένης εταιρείας ήταν καλύτερα σε σχέση με τα αντίστοιχο εξάμηνο του 2014.

Από τα στοιχεία που η εταιρεία παρέδωσε στους ενάγοντες... προκύπτει ότι ενώ ο στοιχηματισμός (drop) του 1ου εξαμήνου του 2014 ήταν 12.202.927,60 ευρώ το αντίστοιχο εξάμηνο του 2015 ανήλθε σε 15.251.335 ευρώ, παίχθηκαν δηλαδή στο καζίνο 3.048.407,40 ευρώ περισσότερα, υπήρχε δηλαδή αύξηση 24,96%. Αντιστοίχως τα κέρδη (win)του 1ου εξαμήνου του 2014 ήταν 2.889.132,90 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο εξάμηνο του 2015 αυξήθηκαν σε 3.441.294,38 ευρώ, υπήρχε δηλαδή αύξηση 19,11%.

Σημειώνεται επίσης ότι το έτος 2014 σε σχέση με το 2013 υπήρξε αύξηση των κερδών (win) του καζίνο κατά 53,06% (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες έγγραφο-σχετ.14)

ενώ με αύξηση 7,5% των κερδών (win) έκλεισε συνολικά το έτος 2015 σε σχέση με το έτος 2014 (βλ. προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες έγγραφο-σχετ.14) παρά την επιβολή της τραπεζικής αργίας κατά το έτος αυτό. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι μέχρι την πρόσκληση για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας από την πλευρά της εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 3.7.2015 δεν υπήρχε μείωση κύκλου εργασιών ή οικονομική πτώση σε σχέση με τα αμέσως προηγούμενα έτη που δεν εφαρμόσθηκε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας.....Από το προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από την εναγόμενη σχετικό 20 προκύπτει ότι αυτή τον Ιούλιο του έτους 2015 είχε μικτά έσοδα (win) από τα επιτραπέζια παιχνίδια ύψους 120.874 ευρώ έναντι του ποσού των 165.367 ευρώ που είχε τον Ιούλιο του 2014 ενώ τα μικτά της έσοδα από τα slots ανέρχονταν τον Ιούλιο του έτους 2015 σε 281.374,71 ευρώ έναντι του ποσού των 295.895,63 ευρώ που ανέρχονταν τον Ιούλιο του 2014.

Έτσι τα συνολικά μικτά έσοδα (win) για το μήνα τον Ιούλιο του έτους 2015 διαμορφώθηκαν σε 402.248,71 ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα τον Ιούλιο του 2014 ανήλθαν σε 461.262,62 ευρώ και η εναγόμενη είχε για το μήνα αυτό (Ιούλιο 2015) πτώση μικτών εσόδων σε ποσοστό 12,8%. Αντίστοιχα κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2015 η εναγόμενη είχε μικτά έσοδα 490.358,47 ευρώ, έναντι των μικτών εσόδων της ύψους 599.020,36 ευρώ που είχε τον Αύγουστο του 2014 (βλ.

προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από την εναγόμενη σχετικό υπ'αριθμ.21) και ως εκ τούτου η πτώση των εσόδων της έφθασε σε ποσοστό 18,14%. Ακολούθως το Σεπτέμβριο του έτους 2015 η εναγόμενη εμφάνισε μείωση των μικτών εσόδων της σε ποσοστό 4,14% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του έτους 2014, ενώ τον Οκτώβριο του έτους 2015 εμφάνισε αύξηση 2,44% (βλ.

προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από την εναγόμενη σχετικό υπ'αριθμ.21) και το Νοέμβριο του έτους 2015 αύξηση σε ποσοστό 10,02% (βλ. προσκομιζόμενο μετ' επίκλησης από τους ενάγοντες σχετικό υπ'αριθμ.16.2). Ακόμα, όπως προαναφέρθηκε, σε επίπεδα έτους (2015) η εναγόμενη είχε αύξηση των μικτών κερδών της (win) σε ποσοστό 7,50%.....Συμπερασματικά, προκύπτει ότι δε συνέτρεχε η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας της εναγόμενης εταιρείας για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, καθώς αυτή ουδεμία ουσιαστική πτώση του κύκλου εργασιών της δεν παρουσίασε σε σχέση με το προηγούμενο χρονικό διάστημα όπου δεν επιβλήθηκε το καθεστώς αυτό ενώ παράλληλα κανένα τμήμα της δεν έκλεισε και καμία δραστηριότητα της δε μεταβιβάστηκε ενώ η αξιοσημείωτη πτώση των μεικτών εσόδων της για διάστημα μόλις δύο μηνών (Ιούλιος και Αύγουστος 2015), χωρίς δηλαδή να παρουσιάζει στοιχεία μονιμότητας, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή αυτού του επαχθούς για τους εργαζόμενους της μέτρου, την στιγμή μάλιστα που η εταιρεία ολοκλήρωσε εν τέλει την χρονιά της με αύξηση μικτών εσόδων της τάξεως του 7,50%, η οποία ήρθε να προστεθεί στην ήδη συντελεσθείσα από το προηγούμενο έτος αύξηση που ανήλθε σε ποσοστό 53,06%.

Σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά τα δεδομένα (ουσιαστική πτώση των μικτών εσόδων για 2 μήνες σε ολόκληρο το έτος), η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της και όχι σε ορισμένα μόνο τμήματα, για χρονικό διάστημα από 13 Ιουλίου 2015 μέχρι 19 Νοεμβρίου 2015 κρίνεται ιδιαίτερα επαχθής και καταχρηστική, τελώντας σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού καθώς, οι εργαζόμενοι υποχρεώθηκαν σε μειώσεις των αποδοχών τους σε ποσοστό 40% (στην εκ περιτροπής των 3 ημερών) και σε 20% (στην εκ περιτροπής των 4 ημερών).....

Ωστόσο, δεδομένου ότι με την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ο εργοδότης διαθέτει κατ' εξαίρεση το δικαίωμα επέμβασης στο περιεχόμενο των συμφωνιών των συμβάσεων, οι προϋποθέσεις για την άσκηση του πρέπει να είναι αυστηρές και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση του ως άνω δικαιώματος προκειμένου ο εργοδότης να πετύχει μείωση του κόστους μισθοδοσίας, την οποία δεν μπορεί να πετύχει με άλλο τρόπο.....

Ως προς την ένσταση της εναγόμενης περί αποδοχής της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής από την πλευρά των εναγόντων λεκτέα τα ακόλουθα:...... Δεδομένου δε του συλλογικού χαρακτήρα του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, δεν δύναται αυτό να επιβληθεί ατομικά σε κάποιον ή κάποιους εργαζόμενους ενώ ο συλλογικός του χαρακτήρας προκύπτει και από την υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και όχι με κάθε εργαζόμενο χωριστά.

Το σύνολο των εργαζομένων σε αυτήν την περίπτωση εκπροσωπείται από το σωματείο, ενώ το σωματείο για τα μέλη του αποδέχεται ή αντιτάσσεται στο εν λόγω μέτρο. Στην προκείμενη περίπτωση το Σωματείο Εργαζομένων Καζίνο Θράκης, του οποίου άπαντες οι ενάγοντες αποτελούν μέλη του δήλωσε την αντίθεση του στο επιβαλλόμενο μέτρο, η οποία κατεγράφη τόσο πρακτικά όσο και σε ανακοινώσεις που το σωματείο εξέδιδε μετά από κάθε επιβολή......

Προκύπτει, επομένως, ότι το Σωματείο, του οποίου είναι μέλη άπαντες οι ενάγοντες αντιδρούσε κατά τρόπο απόλυτο και πανηγυρικό στο μονομερώς από την εναγόμενη επιβαλλόμενο σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο έχει συλλογικό χαρακτήρα. Μάλιστα, οι αντιδράσεις αυτές δεν αφορούσαν χρονικά μόνο το στάδιο των εκάστοτε διαβουλεύσεων, αλλά κάθε φορά γινόταν μνεία στην έντονη εναντίωση του σωματείου και των μελών του στα ήδη επιβληθέντα συστήματα εκ περιτροπής εργασίας, η οποία συνοδευόταν από ρητή και πανηγυρική δήλωση ότι οι εργαζόμενοι αντιτίθενται, δεν συναινούν και θα αγωνιστούν με κάθε νόμιμο τρόπο για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχουν υποστεί.

Άλλωστε, οι σχέσεις της εναγόμενης εταιρίας και του Σωματείου είχαν κλονισθεί εδώ και πολύ καιρό, με έντονες αντιδικίες μεταξύ τους ενώ το Σωματείο ουδέποτε έδωσε την εντύπωση στην εναγόμενη ότι δεν διεκδικεί δικαστικά δικαιώματα των εργαζόμενων μελών του, όταν πιστεύει πως αυτά θίγονται. Έτσι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η εταιρία γνώριζε καλά ότι θα υπάρξει δικαστική διεκδίκηση των αξιώσεων των μελών του Σωματείου από την μονομερή από μέρους της επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, για την οποία είχε με τόσο έντονο τρόπο και επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί.

Η εναγόμενη δε στις προτάσεις της αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι δια των εκπροσώπων τους κατά το στάδιο των διαβουλεύσεων προσπαθούσαν να θεμελιώσουν μελλοντική δικαστική διεκδίκηση ανατροπής της όποιας απόφασης (βλ. σελ. 30 προτάσεων της εναγόμενης), γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι η εναγόμενη πλευρά τελούσε εις γνώση ότι το Σωματείο δεν επρόκειτο να αποδεχθεί το επιβαλλόμενο σύστημα εκ περιτροπής εργασίας.

Επιπρόσθετα, η νομολογία που προσκομίζει η εναγόμενη εταιρεία προς νομική θεμελίωση της ένστασης της αφορά σε εντελώς διαφορετικά πραγματικά περιστατικά με τα αντίστοιχα της κρινόμενης υπόθεσης καθώς αφορά ατομικώς επιβαλλόμενα μέτρα χωρίς συλλογικό χαρακτήρα, στα οποία μόνο ατομικώς θα μπορούσαν να αντιδράσουν οι εργαζόμενοι.

Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν σιωπηρά το επιβαλλόμενο εκ περιτροπής σύστημα εργασίας, χωρίς να προβάλλουν ουδεμία αντίδραση σε αυτό και δημιουργώντας στην εναγόμενη την αναμφίβολη πεποίθηση ότι το αποδέχονται και δεν θα διεκδικήσουν δικαστικά τις αξιώσεις τους και ως εκ τούτου η προβαλλόμενη από την εναγόμενη σχετική ένσταση περί σιωπηλής αποδοχής της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Επομένως κατά τα ως άνω εκτιθέμενα δικαιούνται οι ενάγοντες να λάβουν για τα διαστήματα που εφαρμόσθηκε παρά το νόμο και καταχρηστικά η εκ περιτροπής εργασία τις αποδοχές τους που αντιστοιχούν στη πλήρη απασχόληση, τις οποίες θα ελάμβαναν εάν η εργοδότρια εταιρεία δεν προέβαινε στην ως άνω ενέργειά της, όντας διατεθειμένοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, τις οποίες η εναγόμενη αρνούνταν, καθιστάμενη δια του τρόπου αυτού υπερήμερος εργοδότης....

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 38 παρ.3 του Ν. 1892/1990, ισχυριζόμενη ότι με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι είναι μη νόμιμη και καταχρηστική η εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρησή της και ειδικότερα ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτουν για το επίδικο χρονικό διάστημα από 13.7.2015 έως 19.11.2015, όπου εφαρμόσθηκε το ως άνω σύστημα α) τα συγκεκριμένα στοιχεία του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, σε μηνιαία βάση και ιδίως ο κύκλος εργασιών που σημειώθηκε ανά τμήμα παραγωγής της επιχείρησης, β) ο αριθμός των πελατών-παικτών που εισήλθαν στην επιχείρηση σε μηνιαία βάση και γ) ο αριθμός των εισιτηρίων εισόδου που εκδόθηκαν για τους επισκέπτες που εισήλθαν στο χώρο της επιχείρησης και εξυπηρετήθηκαν από το προσωπικό της επιχείρησης, στοιχεία που είναι απαραίτητα για να κριθεί αν υπήρξε ή όχι σημαντική μείωση της εργασίας στην επιχείρησή της και συνακόλουθα αν υπήρχε ή όχι περιορισμός της δραστηριότητας της και ως εκ τούτων αν ήταν νόμιμη η επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρησή της.

Ότι επιπρόσθετα με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος περί επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρησή της, καθότι τα προαναφερθέντα στοιχεία ήταν αναγκαία για να κριθεί αν υφίσταται ή όχι δυσαναλογία μεταξύ του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης και του ποσοστού της μείωσης των αποδοχών των εναγόντων-αναιρεσίβλητων και χωρίς να προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) σε ποια τμήματα και με ποιες ειδικότητες απασχολούνταν οι εργαζόμενοι, των οποίων οι ημέρες εργασίες μειώθηκαν σε τέσσερις (4) και τρεις (3) την εβδομάδα, β)ποιες ήταν οι ανάγκες για εργασία, ανά ειδικότητα εργαζομένου και ανά τμήμα επιχείρησης στο οποίο απασχολούνταν οι ενάγοντες και γ) ποιος ήταν ο περιορισμός της δραστηριότητας σε μηνιαία βάση ανά τμήμα εκμετάλλευσης στο οποίο απασχολούνταν οι ενάγοντες κατά το χρονικό διάστημα που εφαρμόσθηκε το επίδικο σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 3 εδ. δ του Ν. 1892/1990, 7 του Ν. 2112/1920, 281, 648, 656 ΑΚ, αφού διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιβολής, μονομερώς, εκ μέρους της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους εργαζόμενούς της το επίδικο χρονικό διάστημα, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.

Ειδικότερα για να καταλήξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα , διέλαβε μεταξύ των άλλων παραδοχών ότι μέχρι την πρόσκληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο προαναφερθέν σωματείο των εργαζομένων της για διαβούλευση για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, η οποία έλαβε χώρα στις 3.7.2015, δεν υπήρχε μείωση κύκλου εργασιών ή οικονομική πτώση της επιχείρησής της σε σχέση με τα αμέσως προηγούμενα έτη που δεν εφαρμόσθηκε το ως άνω σύστημα, ότι δεν συνέτρεχε η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας της για την επιβολή του το επίδικο χρονικό διάστημα (από 13.7.2015 μέχρι 19.11.2015) δεδομένου ότι ουδεμία ουσιαστική πτώση του κύκλου εργασιών της παρουσίασε σε σχέση με το προηγούμενο χρονικό διάστημα όπου δεν επιβλήθηκε το καθεστώς αυτό, ότι κανένα τμήμα της επιχείρησης δεν έκλεισε και καμιά δραστηριότητα της δεν μεταβιβάσθηκε, ότι η αξιοσημείωτη πτώση των εσόδων της για χρονικό διάστημα μόλις δύο (2) μηνών (Ιούλιος και Αύγουστος 2015), χωρίς δηλαδή να παρουσιάζει στοιχεία μονιμότητας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή αυτού του επαχθούς για τους εργαζόμενούς της μέτρου, τη στιγμή μάλιστα που η αναιρεσείουσα εταιρεία ολοκλήρωσε τη χρονιά της με αύξηση των μικτών κερδών της τάξεως του 7,50%, η οποία ήλθε να προστεθεί στην ήδη συντελεσθείσα από το προηγούμενο έτος αύξηση που ανήλθε σε ποσοστό 53,06% και ότι με βάση αυτά τα δεδομένα η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασία στο σύνολο του προσωπικού της και όχι σε ορισμένα μόνο τμήματα, για το χρονικό διάστημα από 13.7.2015 μέχρι 19.11.2015 κρίνεται ιδιαίτερα επαχθής και καταχρηστική, τελώντας σε σχέση δυσαναλογίας μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού καθώς οι εργαζόμενοι υποχρεώθηκαν σε μειώσεις των αποδοχών τους σε ποσοστά 40% (στην εκ περιτροπής εργασία των 3 ημερών) και 20% (στην εκ περιτροπής εργασία των 4 ημερών), αιτιολογίες που είναι επαρκείς και σαφείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 38 παρ. 3 εδ.

δ του Ν. 1892/1990, 7 του Ν. 2112/1920, 281, 648, 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Οι, δε, προεκτεθείσες αιτιάσεις, της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα που αφορούν την μη αναφορά α) των στοιχείων του κύκλου εργασιών της σε μηνιαία βάση, β) του αριθμού πελατών της σε μηνιαία βάση, γ) του αριθμού των εισιτηρίων εισόδου επισκεπτών, για το χρονικό διάστημα από 13.7.2015 έως 19.11.2015, δ) των τμημάτων και των ειδικοτήτων που απασχολούνταν οι εργαζόμενοί της, ε) των αναγκών για εργασία ανά ειδικότητα εργαζομένου και ανά τμήμα της επιχείρησης, στ) του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης σε μηνιαία βάση ανά τμήμα εκμετάλλευσης, είναι αβάσιμες, καθότι ενόψει της επιβολής του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας σε όλους τους εργαζόμενους που απασχολούνταν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας (καζίνο Θράκης) και σε όλα τα τμήματα αυτής για το επίδικο χρονικό διάστημα, τα ως άνω περιστατικά δεν είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των προαναφερθεισών διατάξεων που διέπουν τη μονομερή επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας και συνεπώς η μη αναφορά, στην προσβαλλόμενη απόφαση, των στοιχείων αυτών ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, όπως στη προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία και δεν ιδρύει το λόγο αυτό.

Περαιτέρω με το δεύτερο εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επί του προβληθέντος με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά και με τις προτάσεις της ισχυρισμού της περί σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της επικαλούμενης από αυτούς μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας τους και τη σύναψη νέας τροποιητικής της αρχικής, σύμβασης κατ'άρθρο 361 του ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη της τα προβληθέντα με τον ως άνω ισχυρισμό της ουσιώδη πραγματικά περιστατικά αυτού και ειδικότερα της μη έγκαιρης και σε εύλογο χρόνο διαμαρτυρίας των αναιρεσίβλητων και της μη άσκησης των επιδίκων αξιώσεών τους εντός ευλόγου χρόνου, δεδομένου ότι άσκησαν την αγωγή τους μετά πάροδο τριών (3) ετών από την επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας.

Ο ως άνω λόγος κατά το πρώτος σκέλος του ότι οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την βλαπτική μεταβολή γιατί δεν διαμαρτυρήθηκαν μέσα σε εύλογο χρόνο από την επιβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας του συστήματος της μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο, με τις παραδοχές, μεταξύ των άλλων, ότι λόγω του συλλογικού συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, το σύνολο των εργαζομένων εκπροσωπούσε το σωματείο, μέλη του οποίου ήταν όλοι οι ενάγοντες, ότι το σωματείο αντιδρούσε κατά τρόπο απόλυτο και πανηγυρικό στο σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, οι δε αντιδράσεις του δεν αφορούσαν χρονικά μόνο το στάδιο των εκάστοτε διαβουλεύσεων αλλά και κάθε φορά γινόταν μνεία στην έντονη εναντίωση του σωματείου και των μελών του που συνοδευόταν από ρητή και πανηγυρική δήλωση ότι οι εργαζόμενοι αντιτίθενται, δεν συναινούν και θα αγωνιστούν με κάθε νόμιμο τρόπο για την αποκατάσταση της ζημιάς που έχουν υποστεί, ότι η εναγόμενη εταιρεία γνώριζε καλά ότι θα υπάρξει δικαστική διεκδίκηση των αξιώσεων των μελών του σωματείου και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δημιούργησαν στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσουν δικαστικά τις αξιώσεις τους.

Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτοντας κατ' ουσία τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της βλαπτικής μεταβολής με την εκ μέρους της μονομερή επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, απέρριψε αυτόν με επαρκή αιτιολογία και κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν διαμαρτυρήθηκαν με συγκεκριμένες ενέργειες εντός ευλόγου χρόνου.

Τέλος ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερος σκέλος του, με το οποίο, όπως προεκτέθηκε, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν αποφάνθηκε ως προς τον ισχυρισμό της ότι οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν σιωπηρά τη μονομερή βλαπτική μεταβολή με την μη άσκηση των ένδικων αξιώσεων τους σε εύλογο χρόνο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθότι η άσκηση ή μη των δικαιωμάτων του μισθωτού από παράνομη βλαπτική μεταβολή εκ μέρους του εργοδότη της σύμβασης εργασίας του, με προσφυγή στο δικαστήριο, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, ούτε αποτελεί θεμελιωτικό περιστατικό του ισχυρισμού του εργοδότη περί σιωπηρής αποδοχής αυτής εκ μέρους του μισθωτού.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), την οποία δικαιούνται κατ' ίσο μέρος (άρθρα 180 παρ.1 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ) και στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται η τριακοστή τετάρτη (34η) η τριακοστή ένατη (39η), η τεσσαρακοστή πρώτη (41η) , ο εξηκοστός όγδοος (68ος) και ο εβδομηκοστός τρίτος (73ος) των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν νόμιμα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 25η Σεπτεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 2/25.9.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 282/11.6.2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης ως προς τον ογδοηκοστό όγδοο (88ο) των αναιρεσίβλητων.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ