Legislator Case Law & Legislation
1372/2018 AI generated

1372/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1372/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 11/10/2010 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2530/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6832/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/6/2016 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1372/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 191/2016). Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Keywords

AI generated
product sector concerned agrofood industry common flat-rate scheme for farmers common organisation of agricultural markets marketing authorisation consumer policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1372 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1372/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Πανέρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 11/10/2010 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2530/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6832/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/6/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6832/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 2530/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 4.12.2009 αγωγή τους κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης υπέρ της οποίας είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που αποτελεί δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, θεμελιούμενη στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 AK προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεώνεται να πωλεί, αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Δηλαδή ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο (ΑΠ 515/2016, ΑΠ 191/2016). Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Όμως, λόγω του εμφανιζόμενου κενού σύννομης ρύθμισης της συγκεκριμένης περίπτωσης και της ανάγκης πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, είναι δυνατή, και πριν από το ν. 3557/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον, όμως, η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, ήτοι των διανομέων, προσομοιάζει με αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ. 1 Π.Δ. 219/91) και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους.

Δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας, την οποία, με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης και με τη συνδρομή των απαιτούμενων προϋποθέσεων, δικαιούται και ο αποκλειστικός διανομέας, είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο διανομέας, δηλαδή απαιτείται α) ως τυπική προϋπόθεση η λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, β) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον αποκλειστικό διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του αποκλειστικού διανομέα νέων πελατών, δηλαδή πελατών, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του αποκλειστικού διανομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο αποκλειστικός διανομέας, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του διανομέα, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού (ΑΠ 523/2017, ΑΠ 515/2016).

Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γένεσης της απαίτησής του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο διανομέας, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών) των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 176/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν η διατύπωση της απόφασης ως προς τις παραδοχές της είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο, καθώς και όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, γιατί δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε η απόφαση.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί με τις υπ' αριθμ. 451/2012 και 4442/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που έχουν εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων της υπόθεσης, ως προδικαστικό ζήτημα και ισχύει στη δικαζόμενη διαφορά, ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, στις οποίες εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, με αντικείμενο τη διανομή και διάθεση από αυτούς των γαλακτοκομικών προϊόντων αυτής, με δικό τους φορτηγό αυτοκίνητο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, στα σημεία λιανικής πώλησης (φούρνους, mini markets, πολυκαταστήματα, super markets), όπου τα πωλούσαν στο δικό τους όνομα και για λογαριασμό τους, με την τιμή που καθόριζε η αναιρεσίβλητη, έναντι αμοιβής από την αναιρεσίβλητη, που ανέρχονταν σε ποσοστό 6,2% (6,7% κατά το έτος 2008) επί της αξίας κάθε προϊόντος και καταβολής bonus σε περίπτωση επίτευξης στόχου.

Ότι οι συμβάσεις αυτές λύθηκαν με τις από 24.5.2008 και 21.4.2008 καταγγελίες του πρώτου και δεύτερου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που έγιναν με εξώδικη καθενός δήλωση προς την εναγομένη λόγω συνταξιοδότησής τους και ότι με τα από 18.1.2008 εξώδικα γνωστοποίησαν σ' αυτήν την πρόθεσή τους να αξιώσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα της αποζημίωσης πελατείας.

Ειδικότερα, δε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος της, η προσβαλλόμενη δέχθηκε τα εξής: "Αποδεικνύεται επίσης ότι οι ενάγοντες δεν εισέφεραν σε αυτήν νέους πελάτες, δεδομένου ότι η περιοχή δράσης τους ήταν προκαθορισμένη από την εναγομένη, όπως και τα ακριβή σημεία διανομής, αλλά και το πελατολόγιο, στο οποίο η εναγομένη είχε ανά πάσα στιγμή πρόσβαση.

Αναφορικά δε με τους πελάτες που έκαναν και το μεγαλύτερο τζίρο, η εναγομένη συνήπτε απευθείας συμβάσεις με αυτούς, μερικές από τις οποίες προσκομίζονται με επίκληση. Προκύπτει, δηλ. ότι οι πελάτες απέβλεπαν στα προϊόντα της εναγομένης ανεξάρτητα από το πρόσωπο του εκάστοτε διανομέα. Σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη διέθετε το κατάλληλο προσωπικό και την κατάλληλη υποδομή, αλλά και συνεργαζόταν και με τρίτα πρόσωπα, τα οποία ήταν ακριβώς επιφορτισμένα με την προώθηση των προϊόντων της και την ανεύρεση νέων πελατών, ενώ οι ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κάτι ανάλογο, τουλάχιστον όχι πέραν του εντελώς περιστασιακού, δεδομένου ότι χρονικά ήταν πολύ περιορισμένη η επαφή τους με τα σημεία πώλησης, λόγω του ευπαθούς των προϊόντων που μετέφεραν και του χρονοδιαγράμματος που έπρεπε να τηρήσουν ώστε να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη διανομή τους.

Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται με ακρίβεια από τους ενάγοντες ποιοι ήταν πράγματι οι νέοι πελάτες που έφεραν, καθώς ο σχετικός κατάλογος που προσκομίζει ο καθένας δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι αρχικοί και ποιοι οι νέοι πελάτες, αλλά απλώς γίνεται ποσοτική αριθμητική επίκληση, ούτε πότε τους βρήκαν, ούτε το ύψος του τζίρου που εισέφεραν αυτοί οι νέοι πελάτες, αλλά ούτε και το μέγεθος της απώλειας των κερδών που θα είχαν οι ενάγοντες από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Επίσης δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη άλλαξε την περιοχή δραστηριότητας των δύο πρώτων εναγόντων κακόπιστα, προκειμένου να μειωθεί ο τζίρος τους και να τους εκτοπίσει από την αγορά με απόσπαση πελατείας, λαμβανομένων υπόψη και των προσκομιζόμενων με επίκληση από την ίδια οικονομικών στοιχείων για κάθε ενάγοντα ως προς τους τζίρους που πραγματοποίησαν τα τελευταία χρόνια πριν από τη λύση των συμβάσεων, οι οποίοι ήταν σταθεροί κατά το ποσό.

Τέλος, οι ενάγοντες προσκομίζουν με επίκληση ένα τετράδιο λήψης σημειώσεων στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού σεμιναρίου στο οποίο αναφέρεται ότι ο σωστός πωλητής και επιχειρηματίας εντοπίζει νέους πελάτες. Ωστόσο μόνον από το ως άνω έγγραφο έτους 1995 δεν μπορεί να αποδειχθεί η δραστηριοποίηση των εναγόντων ως προς τη συνεισφορά για την εξεύρεση νέων πελατών στην εναγομένη, ενώ παράλληλα στο έγγραφο αυτό γίνεται γενική αναφορά σε ευρύ πλαίσιο καθηκόντων που αφορούν εν γένει νέους επιχειρηματίες.

Εξ άλλου, η εναγομένη αναγνωρίζοντας την μακρόχρονη αρμονική συνεργασία της με τους ενάγοντες ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στους δύο πρώτους (αναιρεσείοντες) απ' αυτούς 78694,50 ευρώ και 65313,50 αντίστοιχα. Επομένως, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες μετά τη λύση των συμβάσεων δεν δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης για την πιο πάνω αιτία".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν στην αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που τους συνέδεε νέους πελάτες και απέρριψε το αίτημα επιδίκασης σ' αυτούς αποζημίωσης πελατείας.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ως αποδειχθέν το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν στην αναιρεσίβλητη νέους πελάτες, ακολούθως διαχωρίζει σχετικά με τους πελάτες που έκαναν το μεγαλύτερο τζίρο ότι η εναγομένη συνήπτε απευθείας με αυτούς συμβάσεις, χωρίς να απορρίπτει την πιθανότητα της εισφοράς τούτων των πελατών από τους αναιρεσείοντες, αφού κρίσιμο είναι το γεγονός ποιος εισέφερε τους πελάτες και όχι ποιος κατάρτισε τη σύμβαση με αυτούς.

Επιπλέον, με το διαχωρισμό αυτό και την αναφορά σε πελάτες με μεγάλο τζίρο, προκαλείται ασάφεια ως προς την παραδοχή της απόφασης σχετικά με τους πελάτες που πραγματοποιούσαν μικρότερο τζίρο, αφού δεν αναφέρεται καθόλου σε αυτούς, δεδομένου ότι σημασία έχει η εισφορά ή μη πελατών, ανεξάρτητα από το τζίρο που πραγματοποιούν.

Περαιτέρω, αντιφατική είναι, στη συνέχεια προς την ανωτέρω παραδοχή, η αιτιολογία ότι οι ενάγοντες είχαν δυνατότητα εντελώς περιστασιακά να ανεύρουν νέους πελάτες, αφού αναιρεί την ως άνω παραδοχή και αποδυναμώνει έτσι τη σχετική κρίση της απόφασης μη επιτρέποντας τον έλεγχο για το τι ακριβώς δέχεται το δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν εισέφεραν καθόλου πελάτες ή εισέφεραν εντελώς περιστασιακά και ότι τούτο δεν θεωρείται εισφορά κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991.

Επίσης, αντιφατική προς την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες, είναι και η αιτιολογία ότι δεν αποδεικνύεται με ακρίβεια από τους αναιρεσείοντες ποιοι ήταν πράγματι οι πελάτες που εισέφεραν, επειδή δεν αναφέρονται στον προσκομιζόμενο κατάλογο ποιοι ήταν οι αρχικοί και ποιοι οι νέοι πελάτες, αλλ' απλώς γίνεται ποσοτική αριθμητική επίκληση αυτών και ότι δεν αποδεικνύεται που τους βρήκαν, καθώς και επειδή δεν αποδείχθηκε το μέγεθος της απώλειας των κερδών που θα είχαν οι αναιρεσείοντες από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, καθόσον αφήνεται με τη διατύπωση αυτή να νοηθεί ότι εισέφεραν μεν νέους πελάτες, αλλά δεν αποδείχθηκε ποιους ονομαστικά εισέφεραν, ενώ μάλιστα κρίσιμο για τη συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης είναι η εισφορά νέων πελατών και όχι ποιοι ακριβώς είναι οι πελάτες αυτοί, ούτε που τους βρήκε ο διανομέας, ούτε το μέγεθος των κερδών που απώλεσαν οι διανομείς από τους πελάτες αυτούς.

Έτσι, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη αυτού, είναι βάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 49/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 4.12.2009 αγωγής, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, το αίτημα καταβολής της αποζημίωσης πελατείας, θεμελίωναν αφενός μεν στην εισφορά νέων πελατών στην αναιρεσίβλητη, αφετέρου σαφώς και στην έτερη προϋπόθεση της προώθησης σημαντικά των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης με τη σημαντική αύξηση και πολλαπλασιασμού του τζίρου της και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη μετά τη λύση των συμβάσεων διατήρησε ουσιαστικά οφέλη από την εκμετάλλευση της πελατείας αυτής, την οποία γνωρίζει καλά, έχει καταχωρημένη στο μηχανογραφικό της σύστημα, γνωρίζει τα όρια των πωλήσεων και κάθε πληροφορία σχετική με τους πελάτες και εκμεταλλεύεται πλέον αυτούς με άλλους διανομείς.

Έτσι, η αγωγή καταβολής αποζημίωσης πελατείας στηριζόταν όχι μόνο στην εισφορά νέων πελατών στην αναιρεσείουσα, αλλά και στη σωρευόμενη βάση της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης με τους υπάρχοντες πελάτες από τους αναιρεσείοντες διανομείς κατά τη διάρκεια της σύμβασης, που συνίσταται στη διανομή των προϊόντων σε περισσότερους πελάτες σε σχέση με την έναρξη των συμβάσεων και σε ιδιαιτέρως αυξημένο τζίρο, όπως ποσοτικά αναφέρονται αυτά τα κριτήρια, καθώς και η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασής τους ουσιαστικών ωφελειών για την αντιπροσωπευόμενη αναιρεσίβλητη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Τους αντίστοιχους ισχυρισμούς επανέφεραν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, η οποία επίσης παραδεκτά επισκοπείται. Το Εφετείο, όπως τούτο προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ερεύνησε μόνο τη βάση της αγωγής που στηριζόταν στην εισφορά νέων πελατών, όμως δεν έλαβε υπόψη του και δεν έκρινε τη σωρευόμενη θεμελίωση της αποζημίωσης πελατείας στην σημαντική προώθηση των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, με διατήρηση μετά τη λύση των συμβάσεων ουσιαστικών ωφελειών αυτής από τις υποθέσεις με τους πελάτες στους οποίους διένειμαν τα προϊόντων οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο περί τούτου πρώτος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια αυτή με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν έκρινε τη βάση αυτή της αγωγής τους, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 6 π.δ. 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, άρα και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται να απαιτήσει να του παρασχεθούν όλες οι πληροφορίες και κυρίως αποσπάσματα εγγραφών των εμπορικών βιβλίων που χρειάζεται για την επαλήθευση του ποσού των οφειλόμενων προμηθειών. Με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο διανομέα να ζητήσει πληροφορίες και την παράδοση εγγράφων για την επαλήθευση του ποσού των οφειλόμενων σ' αυτόν με βάση τη σύμβαση της διανομής από τον παραγωγό προμηθειών.

Εάν δεν πρόκειται για την διαπίστωση του αντικειμένου αυτού, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω διάταξη, ενόψει μάλιστα του ότι είναι ενταγμένη στο άρθρο 7 του προαναφερόμενου π.δ/τος το οποίο αναφέρεται, σε όλες τις διατάξεις του, αποκλειστικά στην αξίωση της προμήθειας του διανομέα. Ο διανομέας σε κάθε άλλη περίπτωση, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την επίδειξη των εγγράφων υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 902, 903 ΑΚ, είτε εκείνες των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, όταν ασκεί την αξίωση στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης και υπόχρεος για την επίδειξη είναι ο αντίδικός του.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015). Η ανάγκη της επίδειξης εγγράφων εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 373/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των αναιρεσειόντων περί επιδείξεως εγγράφων, ήτοι αντιγράφων της κατάστασης πελατείας που είχε παραδώσει σε καθένα από αυτούς η αναιρεσίβλητη εναγόμενη εταιρία τις αναφερόμενες ημερομηνίες, καθώς και αντιγράφων των αναλυτικών καταστάσεων πελατείας με την αναγραφή κάθε πελάτη και του τζίρου κάθε πελάτη, και των αμοιβών που έλαβε κάθε πελάτης, τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, για την επίδειξη των οποίων επικαλέστηκαν έννομο συμφέρον την απόδειξη των αγωγικών αιτημάτων και ιδίως του αιτήματος αποζημίωσης πελατείας, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο τις εκ των αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις:

α) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 6 του π.δ. 219/1991, αξιώνοντας για την εφαρμογή του περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το πραγματικό της διάταξης και επίσης παραβίασε την ενωσιακή αρχή της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και την αρχή της δίκαιης δίκης, υποπίπτοντας στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.

β) Σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη δεν έκρινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 π.δ. 219/1991, αλλά με τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη της τη ρητή θεμελίωση του αιτήματός τους στην ανωτέρω διάταξη, υποπίπτοντας στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. γ) Ότι απέρριψε το αίτημα μολονότι με τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη θα υπήρχε πλήρης απόδειξη των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα της αποζημίωσης πελατείας και ενώ κατά τις παραδοχές της τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν ήταν ικανά για την απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών της αγωγής τους, ιδρυομένου του εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

δ) Τέλος, ότι δεν έλαβε υπόψη του τις γενικές θεμελιώδεις ενωσιακές αρχές της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των επιτακτικών γενικών θεμελιωδών αρχών και θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως είναι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα στην περιουσία, με τη λήψη των οποίων θα έκανε δεκτό το αίτημα επίδειξης των εγγράφων, σε περίπτωση δε που έλαβε υπόψη του τις άνω αρχές, παραβίασε αυτές με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, υποπίπτοντας στις εκ των αρ. 8 και 1, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το αίτημα επίδειξης των εγγράφων που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν ενώπιόν του με λόγο έφεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, το υποβληθέν με τις προτάσεις αίτημα επίδειξης εγγράφων από την εναγομένη που προτείνεται και στο δεύτερο βαθμό ως λόγος έφεσης κατ' άρθρα 450, 451 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα καταστάσεις πελατών που η εναγομένη κατέχει αλλά και είχε παραδώσει σε καθένα των εναγόντων καθώς και τον τζίρο κάθε πελάτη και των προμηθειών που λάμβανε καθένας απ' αυτούς, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ εννόμου επιρροής, καθόσον τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα κρίνονται ικανά για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης για τα ένδικα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και επιπλέον αποδεικνύεται ότι αυτά βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων ή όφειλαν να βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων οι οποίοι συναλλάσσονταν με τους πελάτες και εξέδιδαν τα σχετικά παραστατικά".

Με όσα κατά τα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, είναι αληθές ότι έκρινε και εξέτασε το αίτημα επίδειξης εγγράφων των αναιρεσειόντων, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ. Οι διατάξεις αυτές ήταν πράγματι εφαρμοστέες, ενώ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν είχε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 του π.δ. 219/1991, εφόσον με την αγωγή δεν ασκούνταν αξιώσεις από προμήθεια.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το μέρος που θεμελιώνεται σε αιτιάσεις από τη μη εφαρμογή ή εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 6 π.δ. 219/1991, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε για το πόρισμά του την ανωτέρω διάταξη και δεν έσφαλε από τη μη εφαρμογή της.

Εξάλλου, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τη στήριξη του αιτήματος επίδειξης στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 π.δ. 219/1991, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν ήταν νόμιμη η θεμελίωση του αιτήματος στη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια της απόφασης εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον η απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα επίδειξης και δεν έκρινε ακυρότητα ή απαράδεκτο αναφορικά με αυτό.

Κατά το μέρος δε που διατυπώνεται αιτίαση ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα επίδειξης των συγκεκριμένων εγγράφων, μολονότι με τα έγγραφα αυτά θα υπήρχε πλήρης απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα αποζημίωσης πελατείας, ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς το αναγκαίο της επίδειξης.

Τέλος, ενόψει της εκτίμησης περί θεμελίωσης της αίτησης επίδειξης των εγγράφων στις διατάξεις των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος των αιτιάσεων περί παράβασης των γενικών θεμελιωδών ενωσιακών αρχών και των κατοχυρωμένων με αυτές δικαιωμάτων της δίκαιης δίκης και της περιουσίας, εκτιμώμενος στο σύνολό του ως αποδιδόμενη πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αυτές συνάπτονται με τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 6 π.δ. 219/1991, είναι αβάσιμες για το λόγο που αναπτύχθηκε ανωτέρω. Αναφορικά δε με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 450 και 451 ΚΠολΔ, διότι ο κοινός νομοθέτης παρέχει με τη ρύθμιση αυτή τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας στην άσκηση του δικαιώματος επίδειξης των αποδεικτικών στοιχείων που κατέχει ο αντίδικος, με τις κατά την κρίση του προϋποθέσεις, χωρίς να καταλύει (άμεσα ή έμμεσα), ούτε να περιστέλλει κατά τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε να προσβάλλεται αυτό στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006) και συνεπώς, οι ανωτέρω διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο, είναι συμβατές με την αρχή της δίκαιης δίκης που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ.

α' της ΕΣΔΑ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορούν οι γενόμενοι δεκτοί ως άνω λόγοι αναίρεσης, ήτοι της κύριας αγωγής περί καταβολής της αποζημίωσης πελατείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 509/2016 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 6832/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιο της κύριας αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ