1372/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1372/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, οι δικηγόροι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 (ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 1619/2011, 229/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1372 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1372/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα όπως μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." που απορρόφησε την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. - Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κούρεντα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4526/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 23/6/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιός της ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ισχύουν, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου.
Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τέτοια υπό προθεσμία σύμβαση και προ του Κώδικα γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και 2) η σύμβαση έργου, καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο.
Εξάλλου, η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από τα άρθρα 9 Ν. 1232/1982, 9 παρ. 6 Ν. 1256/1982, 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", που συνεστήθη με το Ν. 973/1979 και λειτουργούσε υπό την μορφή ανωνύμου εταιρείας, με μοναδικό μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, οι δε προσλήψεις που γίνονται μετά την 10- 10-1989, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του άνω Ν. 1868/1989, χωρίς τη διατύπωση αυτή είναι άκυρες.
Εξαίρεση, όμως, ισχύει για τους νομικούς συμβούλους, δηλαδή τους δικηγόρους, οι οποίοι, άσχετα από τον τίτλο που κατέχουν και τον χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή και μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους, με την δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ' αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεως.
Στις περιπτώσεις αυτές, επομένως, οι δικηγόροι μπορούν να προσλαμβάνονται χωρίς τη διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 (ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 1619/2011, 229/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένη στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την από 3-3-2008 γραπτή "σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών" που συνήψε με το αρχικά εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου" (Κ.Ε.Δ.), στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", ήδη εκκαλούσα, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ΚΕΔ, υπό την εποπτεία του Διευθύνοντος Συμβούλου της τελευταίας, υπηρεσίες υποστήριξης σε νομικά θέματα που αφορούσαν τις διευθύνσεις Οικονομικού, Διοικητικού, Διοίκησης έργων και Τεχνικής Διαχείρισης και του τμήματος δικαστικών υποθέσεων.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε για 12 μήνες, δηλαδή μέχρι τις 2-3-2009 και η συνολική αμοιβή της (ενάγουσας) στο ποσό των 14.400 ευρώ, καταβαλλόμενο και σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Μετά τη λήξη της παραπάνω σύμβασης η ενάγουσα συνήψε με την ΚΕΔ την από 12-3-2009, "σύμβαση έργου" διάρκειας 12 μηνών, λήγουσα στις 11-3-2010, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να εκτελέσει, αντί της ίδιας παραπάνω συνολικής αμοιβής, το έργο της υποστήριξης των Διευθύνσεων Διοικητικού και Οικονομικού σε παροχή νομικών συμβουλών σε ζητήματα που αφορούσαν την κατάρτιση πάσης φύσεως συμβάσεων και την ταυτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τις υποκείμενες διοικητικές- εργατικές αρχές, καθώς και τη διενέργεια νομοπαρασκευαστικού ελέγχου των εισηγήσεων προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και την ενημέρωση του νομικού αρχείου των δύο διευθύνσεων.
Η διάρκεια της αμέσως παραπάνω σύμβασης παρατάθηκε μέχρι τις 11-6-2010, με την από 31-8-2009 γραπτή συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της ΚΕΔ, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε επιπλέον και το έργο του νομικού ελέγχου των προκηρύξεων και των συμβάσεων του τμήματος προμηθειών, συμφωνήθηκε δε ότι θα της καταβάλλεται επιπλέον ποσό 500 ευρώ μηνιαίως.
Μετά τη λήξη της αμέσως παραπάνω σύμβασης δεν καταρτίστηκαν άλλες συμβάσεις οποιασδήποτε μορφής μεταξύ των διαδίκων και το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Η τελευταία καθόλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της, με τις ως άνω συμβάσεις, στην ΚΕΔ, δηλαδή από τις 3-3-2008 μέχρι 11-6-2010, προσέφερε σ' αυτήν τις νομικές της υπηρεσίες συνιστάμενες στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σε θέματα που αφορούσαν στη λειτουργία των Διευθύνσεων Διοικητικού-Οικονομικού.
Ειδικότερα, όσον αφορά τη Δ/νση Διοικητικού αντικείμενο των νομικών της υπηρεσιών ήταν η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων σε ζητήματα που αφορούσαν την κατάρτιση πάσης φύσεων συμβάσεων (προσωπικού, δανείων, παροχής υπηρεσιών και προμήθειας υλικών), το νομικό έλεγχο και τη σύνταξη των προκηρύξεων, καθώς και την επίβλεψη της διαδικασίας του διαγωνισμού, τη διαχείριση θεμάτων σχετικών με την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας στο προσωπικό της εταιρείας, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις λοιπές ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, την ταυτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τις υπερκείμενες διοικητικές- εργατικές αρχές, τη διαχείριση θεμάτων σχετικών με τις επιβαλλόμενες από τα ασφαλιστικά ταμεία υποχρεώσεις της εταιρείας, τις ενέργειες και τις διαδικασίες που σχετίζονταν με την επιλογή, πρόσληψη, συνταξιοδότηση, αξιολόγηση, εξέλιξη και γενικά κάθε μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού, την έκδοση αποφάσεων για τη χορήγηση των αμοιβών, αποζημιώσεων και κάθε άλλης μορφής παροχών που προβλέπονται από το νόμο, τις συλλογικές ή ατομικές συμβάσεις και λοιπές ισχύουσες διατάξεις, την εφαρμογή των πειθαρχικών διαδικασιών και την εκτέλεση των πειθαρχικών ποινών, την προετοιμασία σχεδίων νομοθετικών ρυθμίσεων, απαντήσεων σε ερωτήσεις, επερωτήσεις της Βουλής, τη διενέργεια νομοπαρασκευαστικού ελέγχου των εισηγήσεων προς το Δ.Σ.
της εταιρείας και την ενημέρωση του νομικού αρχείου αυτής, τη διαμόρφωση/διατύπωση προτάσεων τροπολογιών για τη διευκόλυνση του έργου της, την άμεση ενημέρωση των υπηρεσιακών μονάδων της ΚΕΔ εκ του ελέγχου των δημοσιευόμενων νόμων, διαταγμάτων ή υπουργικών αποφάσεων ή εγκυκλίων επί της εξελίξεως της νομοθεσίας που άμεσα ή έμμεσα ενδιέφεραν τη λειτουργία της εταιρείας και την κατάρτιση του σχετικού αρχείου.
Όσον αφορά τη Δ/νση Οικονομικού, αντικείμενο των νομικών υπηρεσιών της ενάγουσας ήταν η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων για όλα τα νομικά θέματα σχετικά με τα οικονομικά ζητήματα της εταιρείας, και συγκεκριμένα για την κατάρτιση, έλεγχο και υπογραφή των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (ισολογισμό, προσάρτημα, ανάλυση ισολογισμού και αποτελεσμάτων χρήσης), την τήρηση των λογιστικών βιβλίων σύμφωνα με το διέπον την εταιρεία νομικό και φορολογικό πλαίσιο, το ενιαίο λογιστικό σχέδιο, τον κώδικα βιβλίων και στοιχείων και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, τη διενέργεια απογραφής παγίων και περιοδικό έλεγχο των αποθεμάτων, την παροχή αξιόπιστης και έγκυρης οικονομικής πληροφόρησης στη διοίκηση της εταιρείας σχετικά με την τήρηση του προϋπολογισμού, την αιτιολόγηση των αποκλίσεων και την υποβολή περιοδικών αναλυτικών εκθέσεων.
Προκειμένου δε η ενάγουσα να εκτελέσει τα άνω καθήκοντά της, η γραμματεία της νομικής υπηρεσίας της προωθούσε τον φάκελο με το συγκεκριμένο ερώτημα για νομοτυπικό έλεγχο, για σύνταξη σχετικής γνωμοδότησης ή εισήγησης προς το Δ.Σ. της εταιρείας ή για κατάρτιση της σχετικής σύμβασης. Ακολούθως ο προϊστάμενος της, νομικός σύμβουλος Διοικητικού-Οικονομικού, της έδινε οδηγίες και εντολές, καθώς και το χρονοδιάγραμμα μέσα στο οποίο θα έπρεπε να γνωμοδοτήσει για το συγκεκριμένο θέμα/ερώτημα και να συντάξει την εισήγηση ή τη σύμβαση, μετά δε την ολοκλήρωση της άνω διαδικασίας, παρέδιδε αυτή το φάκελο για χο στον προϊστάμενο της και στη συνέχεια στη γραμματεία της νομικής υπηρεσίας, προκειμένου να διαβιβαστεί στη Δ/νση Διοικητικού ή Οικονομικού και κατόπιν στο Δ.Σ.
της ΚΕΔ για λήψη της σχετικής απόφασης. Για την παροχή από την ενάγουσα των παραπάνω υπηρεσιών σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των Γ. Σ. (νομικού συμβούλου Διοικητικού-Οικονομικού στην ΚΕΔ και προϊσταμένου της ενάγουσας) και Α. Μ. (υπεύθυνης διοικητικής μέριμνας στην ΚΕΔ), που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις αυτών, δεν αναιρούνται δε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αφού και ο εξετασθείς πρωτοδίκως μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι η ενάγουσα απασχολείτο κυρίως με θέματα εισηγήσεων σε άμεση συνεργασία με τον προαναφερόμενο νομικό σύμβουλο της ΚΕΔ.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα παρείχε στο εναγόμενο υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, κατά τα άνω λεπτομερώς εκτεθέντα, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τον εντολέα της (εναγόμενο), με τη δικαστική εκπροσώπησή του και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεών του, με την παράστασή της ενώπιον των δικαστηρίων (σημειώνεται ότι ούτε η εκκαλούσα υποστηρίζει το αντίθετο), και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι συμβάσεις της έφεραν το χαρακτήρα μίας ενιαίας σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, χωρίς το κύρος της να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989) διαδικασία.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το εναγόμενο απασχόλησε την ενάγουσα, έως τις 11-6-2010, οπότε και κατάγγειλε την ως άνω σύμβαση της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες της. Η εν λόγω όμως καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας είναι άκυρη, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν της καταβλήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 94 του κώδικα περί δικηγόρων, ως ίσχυε τότε, αποζημίωση, με αποτέλεσμα να περιέλθει η εναγομένη σε υπερημερία προς την αποδοχή των προσηκόντων προσφερομένων υπηρεσιών της ενάγουσας και να οφείλει σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας.
Περαιτέρω, το συνολικό ποσό που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας του αιτούμενου με την αγωγή χρονικού διαστήματος (από 12-6-2010 έως 28-2-2012), λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με το αρχικά εναγόμενο, ανέρχεται σε 35.700 ευρώ (1.700 ευρώ μηνιαίως Χ 21 μήνες), το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται ειδικά από την εκκαλούσα".
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 3, 4 και 5 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και 11 του Ν. 1649/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, ούτε καμία άλλη διάταξη, επί πλέον δε έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της εναγομένης, τους οποίους εκ των πραγμάτων απέρριψε, αφού, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη παρείχε στην εναγομένη υπηρεσίες νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, απασχολούμενη αποκλειστικά με την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων και με το νομοτυπικό έλεγχο των εισηγήσεων των παραπάνω Διευθύνσεων της εναγομένης, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τον εντολέα της (εναγομένη), με την δικαστική εκπροσώπησή της και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεών της, διά της παραστάσεώς της ενώπιον των δικαστηρίων, και ως εκ τούτου οι συμβάσεις της έφεραν τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, χωρίς το κύρος τους να επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά την κατάρτισή της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Ν. 1649/1986 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989) διαδικασία.
Πρέπει, λοιπόν, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τις σχετικές του αιτιάσεις περί παραβίασης των ως άνω διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 1649/1986 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989 και του άρθρου 94 του προϋσχύσαντος Κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και ήδη του άρθρου 46 του ν 4194/2013, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολο της, η δε αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4526/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ