Legislator Case Law & Legislation
1372/2012 AI generated

1372/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1372/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1372/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, δοθέντος ότι στην αγωγή ζητείται το αναφερόμενο ποσό με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως, προϋποθέτοντας δηλαδή έγκυρη σύμβαση πωλήσεως και δεν γίνεται επίκληση ούτε επικουρικά της νομικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς αποδείχθηκε η ακυρότητα της επικαλούμενης από την ενάγουσα σύμβασης πώλησης ...".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1372 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1372/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νιόβη Πατσατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Κουρούκλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών, και της υπαγωγής αυτών στον εν λόγω κανόνα. Έτσι θεμελιώνεται ο προκείμενος λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20.

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 65/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τριπόλεως, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής οφειλομένου από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο Τριπόλεως τιμήματος πωλήσεως ιατρικών ειδών, δεχόμενο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) σε εκτέλεση σύμβασης πώλησης που συνήψε με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης στις αρχές Νοεμβρίου 2004, παρέδωσε στο τελευταίο νοσοκομειακό υλικό αξίας συνολικής 4.459,22 ευρώ, εκδίδοντας τα εξής τιμολόγια ... . Συμφωνήθηκε δε να καταβληθεί το συνολικό ποσό ενενήντα ημέρες μετά την έκδοση εκάστου τιμολογίου και για το αντίστοιχο ποσό ... χωρίς όμως έκτοτε το εναγόμενο νοσοκομείο να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά ... . Αποδεικνύεται ότι η προσήκουσα διαδικασία για την παραγγελία του νοσοκομειακού αυτού υλικού, είναι α) ... β) ... γ) ... δ) ... .

Εν προκειμένω η διαδικασία αυτή δεν ακολουθήθηκε, επομένως η ανωτέρω επικαλούμενη από την ενάγουσα σύμβαση είναι άκυρη λόγω μη τηρήσεως του απαιτουμένου εγγράφου τύπου για την σύναψη της, σύμφωνα με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80 και 85 του Ν. 2362/1995 (Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού) που προβλέπει έγγραφο τύπο των συμβάσεων Δημοσίου και ΝΠΔΔ όπως το εν λόγω νοσοκομείο, εφόσον το ποσό της σύμβασης υπερβαίνει τις 2.500 ευρώ. Στις περιπτώσεις δε, που οι συμβάσεις προμήθειας είναι άκυρες, ο προμηθευτής (εν προκειμένω η ενάγουσα) διατηρεί μόνο την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία μπορεί να προβληθεί και κατά του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Συνεπώς, δοθέντος ότι στην αγωγή ζητείται το αναφερόμενο ποσό με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως, προϋποθέτοντας δηλαδή έγκυρη σύμβαση πωλήσεως και δεν γίνεται επίκληση ούτε επικουρικά της νομικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθώς αποδείχθηκε η ακυρότητα της επικαλούμενης από την ενάγουσα σύμβασης πώλησης ...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Πρωτοδικείο, ότι με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη μία σύμβαση πωλήσεως, ενώ, κατ' αυτήν συνήφθησαν τέσσερες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, το χρηματικό αντικείμενο καθεμίας των οποίων δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, ώστε να είναι αναγκαία η τήρηση εγγράφου τύπου, εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2363/1995.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 560 παρ. 1, πλήττεται αληθώς η ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την προεκτεθείσα παραδοχή του ότι μία σύμβαση πωλήσεως νοσοκομειακού υλικού, συνολικής αξίας 4.459,22 ευρώ καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από το δικαστήριο και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτό τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις (Ολ.Α.Π. 40/1998). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο).

Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος, απαιτείται επίσης για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 150.000 δραχμών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του ν.δ. 496/1974. Η διαφοροποίηση αυτή, αναφορικά με τον απαιτούμενο τύπο των συμβάσεων, όταν συμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ.

και το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα ανωτέρω ποσά, σε σχέση με τις συναπτόμενες στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και ειδικότερα για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., στη δημιουργία και διατήρηση των οποίων συμβάλλουν και οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις, δεν αντίκεινται στις κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 20 παρ. 1 αρχές της ισότητας και της παροχής έννομης προστασίας, ούτε είναι αντίθετες με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων αλλά όχι και στη θέσπιση κανόνα που επιβάλλει την καθιέρωση εγγράφου τύπου κατά την κατάρτιση συμβάσεων.

Άλλωστε, από την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι και αυτό, όχι μόνον δεν απαγορεύει αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. (Ολ.ΑΠ 11/2003, 22/2005, 38/2005).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων και 80 και 84 του ν. 2362/1995 που ορίζουν η μεν πρώτη ότι για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, η δε δεύτερη, ότι η παραβίαση καθ' οιονδήποτε τρόπο (πλην άλλων) και της διατάξεως αυτής, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως, σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση, καταρτιζόμενη από το Δημόσιο και έχουσα το ως άνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο εκ του νόμου, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι απολύτως άκυρη.

Την ίδια απόλυτη ακυρότητα συνεπάγεται η έλλειψη ιδιωτικού εγγράφου και για τις συναπτόμενες από τα ν.π.δ.δ συμβάσεις, όπως εν προκειμένω το αναιρεσίβλητο, με αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 41 του ν.δ 496/1974, 158 και 159 ΑΚ. Επομένως ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995, οι οποίες, κατ' αυτήν εφαρμόζονται μόνον επί των διοικητικών συμβάσεων, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το Δικαστήριο, εκείνο δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια της παραπάνω φύσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό, προσδιορίζεται το εφαρμόσιμο ή όχι των παραπάνω ερμηνευτικών κανόνων.

Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο εκ του αρθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι δεν προέβη σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, στην οποία αν προέβαινε, θα οδηγείτο στην παραδοχή της αγωγής, εφόσον η αναιρεσείουσα εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις και το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα υλικά. Ο λόγος είναι απαράδεκτος κατά τα προλεχθέντα, διότι το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε ούτε και εμμέσως συναγόμενο κενό ή ασάφεια στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και έτσι ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 32/2009 του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ