Legislator Case Law & Legislation
1372/2010 AI generated

1372/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1372/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1372/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δ/τος 321/1969, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία (με αφετηρία το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε), ενώ ο χρόνος αυτός θα κινδύνευε να επεκταθεί σε εικοσαετία, αν η αφετηρία μετακινείτο στο χρόνο γνώσης από τον παθόντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, όπως ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ (σχετ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1372 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1372/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 συζ. Ζ το γένος Π, κατοίκου ... και 2. Χ2 χήρας Ω, το γένος Π, κατοίκου .... Η πρώτη παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Καλογεροπούλου και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο της.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και οικονομικών, κατοίκου ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον ..., πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2003 αγωγή της Αικατερίνης Πλιάκατα, αρχικής διαδίκου, και των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2651/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 390/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 19-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ το Eφετείο όταν εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση κατ' αποδοχή βασίμου λόγου έφεσης και διακρατεί την υπόθεση και δικάζει την ουσία, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως και είναι προς τούτο αναγκαία.

Σε περίπτωση δε που κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με έφεση, αλλά επεκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή, η δε έρευνα των βάσεων που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οίκοθεν, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβάθμιου.

Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος (ΑΠ 1316/2008, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1677/2007, ΑΠ 1774/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2651/2005 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο αυτό, που δίκασε επί της από 18-12-2003 αγωγής των αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητείται η καταψήφιση αυτού (αναιρεσιβλήτου) στην καταβολή του αναφερόμενου σε αυτή χρηματικού ποσού, κατά την κύρια βάση της με τις περί αδικοπραξίας διατάξεις, κατά δε την επικουρική της βάση με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προς εκδίκαση της και ανέστειλε τη δίκη, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής μέχρι την τελεσίδικη κρίση των διοικητικών δικαστηρίων για την κύρια βάση αυτής.

Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά παραδοχή της από 8-9-2005 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση, κράτησε την υπόθεση και αφού δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, απέρριψε αυτήν λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειουσών, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της, όπως τούτο προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της και ειδικότερα εκ της αναφοράς στο σκεπτικό της ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών έχουν υποπέσει σε παραγραφή και της σχετικής διάταξης του διατακτικού της περί απόρριψης της αγωγής, Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ερειδόμενη επί των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το άρθρο 90 του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής. 2. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής" και με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι " επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες εφαρμόζονται εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου (2362/1995), ήτοι από την 1-1-1996 (ανάλογη ρύθμιση προέβλεπε άλλωστε στα άρθρα 91 και 93 και το ν.δ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού"), προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ ο οποίος έχει γενική εφαρμογή, ανεξάρτητα από το χρόνο, κατά τον οποίο, αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία, αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Ειδικώς δε η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, που εισάγονται με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, είναι ειδικές ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό) με βάση τις οποίες, είτε πρόκειται γι' αυτές του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, είτε γι' αυτές του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.

δ/τος 321/1969, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράστηκε σαφώς, δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία (με αφετηρία το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε), ενώ ο χρόνος αυτός θα κινδύνευε να επεκταθεί σε εικοσαετία, αν η αφετηρία μετακινείτο στο χρόνο γνώσης από τον παθόντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, όπως ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ (σχετ.

ΟλΑΠ 33/1988, ΑΠ 878/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπ. αριθ. 2692/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νικης, με την οποία αναγνωρίσθηκε η κυριότητα των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών επί του επιδίκου ακινήτου, δημοσιεύθηκε το έτος 1997, οπότε και γεννήθηκε η αξίωση για επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών δόσεων εξαγοράς του ακινήτου, καθώς και των αξιώσεων τους για περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη και ότι η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε την 30-12-2003 και επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ως νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, την 20-1-2004.

Έκρινε δε ότι οι ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειουσών έχουν υποπέσει σε παραγραφή σύμφωνα με τη βάσιμη και στη ουσία της σχετικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου, γιατί από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις των αναιρεσειουσών (1997) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (20-1-2004) έχει μεσολαβήσει "υπερπενταετής διάρκεια".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει την αγωγή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων ταύτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1, και 269 Κ.Πολ.Δ και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το τελευταίο άρθρο ενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στο πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον ενιστάμενο και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της εκ των περιστατικών αυτών προκυπτούσης καταχρήσεως και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής ή της ενστάσεως (ΟλΑΠ 472/1983, Απ 1799/2006, ΑΠ 966/2004).

Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 255 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι ο ενάγων, δικαιούχος της απαίτησης, προς αντίκρουση της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεώς του, δύναται να προτείνει τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί αναστολής της παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της απετράπη από την άσκηση της αξιώσεως του με δόλο του υποχρέου.

Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ για πληρότητα της αντένστασης αυτής και το παραδεκτό της πρέπει κατά την πρώτη, σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, να προταθούν από τον αντενιστάμενο ενάγοντα τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά, επιφέρουν την αναστολή της παραγραφής και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα περί απορρίψεως για την αιτίαση αυτή της ενστάσεως περί παραγραφής (ΑΠ 624/2003).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι οι ενστάσεις ή αντενστάσεις του εκκαλούντος, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 Κ.πολ.Δ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των πρόσθετων λόγων (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.

Διαφορετικά, όμως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων ή αντενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά προς απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.

Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.πολ.Δ παραδεκτώς προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του (ΑΠ 821/1998).

Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ. Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, απαράδεκτος ή αλυσιτελής, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση αναφέρεται μεν στον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι "τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, οι αναιρεσείουσες πρόβαλαν, κατά της ένστασης του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή της αγωγικής τους αξίωσης, αντένσταση καταχρηστικότητας".

Όμως δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους της πρωτόδικης δίκης προς θεμελίωση της αντενστάσεως αυτής και ότι διατυπώθηκε με τις προτάσεις τους αυτές αίτημα απόρριψης της ένστασης παραγραφής λόγω καταχρηστικής άσκησης της.

Ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεων των αναριεσειουσών ότι προέβαλλαν με σαφήνεια και πληρότητα τέτοια αντένσταση. Ειδικότερα τα αναφερόμενα α)στην αγωγή τους ότι "η αιτιολογία που καταγράφεται στην 4559/14-11-2003 απόφαση της επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσ/νίκης ότι δήθεν η αξίωση μας υπέκυψε στην τριετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.2 Ν.2362/1995 είναι νομικά εσφαλμένη και θα ξένιζε για την θεωρητική στειρότητα της αν δεν αξιολογούνταν ως συνέχεια και προέκταση της καταχρηστικής και άδικης συμπεριφοράς με την οποία η υπηρεσία που την επικαλέσθηκε παγίως αντιμετωπίζει τις νόμιμες αξιώσεις μας ...." και β)στις προτάσεις τους ότι "το αναιρεσίβλητο αβάσιμα και κακόπιστα αρνείται να εκπληρώσει την υποχρέωση επιστροφής των καταβληθεισών δόσεων του τμήματος, αφού έχει υποχρέωση με βάση τις μνημονευθείσες αποφάσεις να τις αποδώσει και δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι δεν του εζητήθη αυτό εντός τριετίας από εκδόσεως της 2692/97 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ότι ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου προβάλλεται καταχρηστικά και προσχηματικά, αφού η εμμονή του αναιρεσιβλήτου να αξιώνει καταβολή ανεξόφλητων δόσεων τιμήματος και μετά την εφετειτακή απόφαση, προδήλως εξυποδηλές άρνηση και απόρριψη του δικαιώματος να ζητήσουμε επιστροφή των ήδη καταβληθέντων και επομένως με την δεδομένη αυτή τοποθέτηση θα ήταν περιττή και ατελέσφορος οποιαδήποτε τελική όχλωση μας....." δεν συνιστούν προβολή, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αντένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, εφ'οσον μάλιστα δεν διατυπώνεται (ούτε στις προτάσεις τους, ούτε στην αγωγή) αίτημα απόρριψης της ένστασης παραγραφής για την αιτία αυτή.

Ούτε επίσης αρκούν τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά για να καταστήσουν καταχρηστική την προβολή από το αναιρεσίβλητο της ένστασης παραγραφής. Δεν είναι δηλαδή αρκετά από μόνα τους για την κατάφαση πρόδηλης αντιθέσεως της ενστάσεως παραγραφής στα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ.

Ενώ τον πιο πάνω ισχυρισμό (αντένσταση) περί καταχρηστικότητας πρότειναν οι αναιρεσείουσες στο Εφετείο με τις σχετικές προτάσεις τους (και όχι με το δικόγραφο της έφεσης), χωρίς όμως να επικαλεσθούν κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ για την παραδεκτή όψιμη προβολή του ισχυρισμού αυτού (αντενστάσεως) ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης διακράτησε την υπόθεση.

Επίσης, όπως προκύπτει από την έφεση και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αντένσταση εκ του άρθρου 255 ΑΚ περί αναστολής της προταθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης παραγραφής λόγω δόλιας συμπεριφοράς των οργάνων του, αφού δεν επικαλέσθηκαν ότι μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής τα όργανα του αναιρεσιβλήτου απέτρεψαν αυτές (αναιρεσείουσες) με δόλο να ασκήσουν την αξίωση τους, ούτε διατύπωσαν αίτημα απόρριψης για την αιτία αυτή (αναστολή) της ένστασης παραγραφής.

Επίσης δεν επικαλέσθηκαν ενώπιον του Εφετείου κάποια από εξαιρέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ για την παραδεκτή προβολή της αντένστασης αυτής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ενώ εξάλλου δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν και ποια περιστατικά επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους στο πρώτο βαθμό προς στήριξη της αντένστασης αυτής (εκ του άρθρου 255 ΑΚ) και ότι διατυπώθηκε με τις προτάσεις τους αυτές αίτημα απόρριψης της ένστασης παραγραφής του αναιρεσιβλήτου λόγω αναστολής.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν συνιστούν δόλια συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου τα επικαλεσθέντα με τα δικόγραφα της έφεσης και των προτάσεων των αναιρεσειουσών περιστατικά και στην περίπτωση που είχαν προβληθεί παραδεκτά με τις προτάσεις τους (αναιρεσειουσών) της πρώτης στο πρώτο βαθμό συζήτησης, ότι δηλαδή το αναιρεσίβλητο μετά την επίδοση σε αυτό την 7-7-1997 της με αριθ. 2692/1997 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίσθηκε η κυριότητα των αναιρεσειουσών στο επίδικο ακίνητο, δεν προσδιόρισε χρόνο συζήτησης της ασκηθείσας από αυτό (αναιρεσίβλητο) από 10-3-1998 αίτησης αναίρεσης του κατά της απόφασης αυτής (2629/1997) και απέρριψε τα διαβήματα των αναιρεσειουσών προς την Κτηματική Υπηρεσία του Νομού ...

και ΔΟΥ Γενικών Εσόδων Θεσσαλονικής για αναστολή των ληξιπρόθεσμων δόσεων του Τμήματος εξαγοράς του επιδίκου ακινήτου τους και επιστροφή των καταβληθεισών δόσεων, αλλά και απέστειλε στις αναιρεσείουσες την υπ' αριθ. 77/20-12-1999 ατομική ειδοποίηση, με την οποία αξίωνε με την ποινή της κατάσχεσης την καταβολή του ποσού των δραχ. 1.854.165.

Τούτο δε γιατί τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν δόλια συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσιβλήτου κατά την έννοια του άρθρου 255 εδαφ.β ΑΚ.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις αντενστάσεις των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης της ένστασης του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή της ένδικης αξιώσεώς τους και περί αναστολής της παραγραφής αυτής λόγω δόλιας συμπεριφοράς των οργάνων του αναιρεσιβλήτου και β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενη απόφασης καθίσταται βέβαιο και δεν καταλείπεται η αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και 1) το υπ' αριθ. ... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσ/νικης 2) την υπ' αριθ. ... ατομική ειδοποίηση της ΔΟΥ Γενικών Εσόδων Θεσ/νικης 3) την υπ' αριθ. ... ατομική ειδοποίηση της ΔΟΥ ...) την υπ' αριθ. 142/8-8-2002 απόφαση του Διοικ. Πρωτοδικείου Θεσ/νικης και 5) την υπ' αριθ. 1062/2003 απόφαση του Δ. Πρωτοδικείου Θεσ/νικης. Επομένως η προβαλλόμενη με τον τέταρτο και δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα προς τα προαναφερόμενα και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενης, της έλλειψης, στο ότι δεν διερευνά και παραπέμπει όσους ισχυρισμούς προέβαλλαν οι αναιρεσείουσες προς αντίκρουση της ένστασης του αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων τους, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί τους αυτοί. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2007 αίτηση των 1)Χ1 συζύγου Ζ, το γένος Π και 2)Χ2 χήρας Ω, το γένος Π για αναίρεση της υπ'αριθ.390/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ