Supreme Court reverses appeal court on priority of labor claims in bankruptcy auction distribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court reversed the appeal court's decision regarding the priority of creditor claims in a bankruptcy auction. The State argued that certain claims should be reclassified to its secured position, while the debtors contested the classification of their legal fees and expenses. The court found the lower court erred in applying the statutory time limits for labor claims and lacked sufficient reasoning for part of the legal fees, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 of Law 1545/1985; Art. 6§16 of Law 2479/1997; Labor claims arising within the two-year period prior to the auction or bankruptcy declaration are prioritized in the third class of general preferences, whereas legal fees must be distinguished by their specific origin and timing to determine eligibility for this preferential status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1372 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1372/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Κιλκίς, κατοίκου ομοίως, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος πάρεδρος του Ν.Σ.Κ Ευθύμιος Τσάκας.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αθανάσιος Γεωργιάδης και 2) ......., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθμ.148/2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 720/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την κατ' ουσία εκδίκασή της. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και 3237/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 01.12.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 04.04.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου και αυτοπροσώπως παραστάς δεύτερος αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ισχύουσα κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος αρχή της σύμμετρης ικανοποιήσεως των δανειστών διασπάται από εξαιρέσεις, κατά τις οποίες ορισμένες απαιτήσεις κατατάσσονται προνομιακώς έναντι άλλων χρηματικών απαιτήσεων . Μια τέτοια εξαίρεση προβλέπει και το άρθρο 31 του ν. 1545/1985, το οποίο ορίζει ότι "στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας ..., εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Στην τάξη αυτή (τρίτη) προστέθηκαν με το άρθρο 6§16 περ.
α' του ν. 2479/1997 "και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή. Προκειμένου περί εμμίσθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής". Από την τελευταία αυτή νομοθετική ρύθμιση, ερμηνευόμενη όχι μόνο στενώς λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα αλλά και συμφώνως προς τις δικαιικές αξιολογήσεις του Συντάγματος (άρθρα 4, 17 και 25§1) και των υπερνομοθετικής ισχύος κειμένων της ΕΣΔΑ (άρθρο 6), του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (άρθρο 1§1) και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (άρθρο 2§3), συνάγεται ότι οι απαιτήσεις των άμισθων δικηγόρων, υπαγόμενες πλέον σε όμοια νομοθετική μεταχείριση με εκείνη των εργατικών απαιτήσεων, καλύπτονται από το εν λόγω γενικό προνόμιο, μόνο εφόσον α) προέκυψαν εντός των τελευταίων δύο ετών πριν από τη χρονολογία ορισμού του αρχικού πλειστηριασμού ή τη χρονολογία κηρύξεως της πτωχεύσεως του οφειλέτη και β) προέρχονται από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, δηλαδή υπηρεσιών παρεχόμενων στο πλαίσιο της ασκήσεως αμιγώς δικηγορικής λειτουργίας.
Στην περίπτωση έτσι της επισπεύσεως του (αναγκαστικού) πλειστηριασμού από ενυπόθηκο δανειστή κατά του πτωχεύσαντος οφειλέτη, δεν υπάγεται στο ανωτέρω προνόμιο η λόγω αντιμισθίας απαίτηση του συνδίκου. Και τούτο, διότι η αντιμισθία αυτή, αναγόμενη στα έξοδα διαχειρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας και υπολογιζόμενη όχι με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων αλλά αναλόγως προς τις δυνάμεις της πτωχευτικής περιουσίας και το μέγεθος των εργασιών του συνδίκου, συνδέεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του συνδίκου ως οργάνου της πτωχεύσεως και όχι με την εκ μέρους του παροχή δικηγορικών υπηρεσιών στον πτωχεύσαντα οφειλέτη (ΑΠ 1083/1990).
Δεν υπάγονται επίσης στο ειρημένο προνόμιο οι δικηγορικές απαιτήσεις οι γεννηθείσες είτε σε χρόνο προγενέστερο της ως άνω διετίας είτε μετά την παρέλευσή της (ΑΠ 1585/2005).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δικάσαν επί εφέσεως των αναιρεσιβλήτων (δικηγόρων) κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει δεκτή ανακοπή του αναιρεσείοντος (Δημοσίου) και είχε μεταρρυθμισθεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατατάξεως δανειστών, δέχθηκε τα εξής:
Στον επίμαχο πίνακα έχουν καταταγεί οριστικώς αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι και ειδικότερα ο μεν πρώτος, δικηγόρος Κιλκίς και σύνδικος της πτωχεύσεως της οφειλέτριας εταιρίας "Ε.ΒΙ.ΚΑ.Μ. ΑΕΒΕ", για το ποσό των 1.500.000 δραχμών λόγω προσωρινής αντιμισθίας καθορισθείσας δικαστικώς και για το ποσό των 450.000 δραχμών λόγω εξόδων της πτωχεύσεως καθορισθέντων με σχετική πράξη του εισηγητή της πτωχεύσεως, ο δε δεύτερος, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, για το ποσό των 4.711.000 δραχμών, με τους νόμιμους τόκους από 1-6-1995, λόγω αμοιβών για παρασχεθείσες εκ μέρους του νομικές υπηρεσίες (νομικές συμβουλές ή παραστάσεις) από 1-1-1993 έως 18-5-1995 στην άνω οφειλέτρια εταιρία.
Ακολούθως, το εφετείο, κρίναν ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορθώς κατέταξε τις εν λόγω απαιτήσεις στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή, με την οποία το αναιρεσείον Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι ο πλειστηριασμός είχε ορισθεί αρχικώς για τις 7-5-1997 και ότι η πτώχευση της οφειλέτριας κηρύχθηκε στις 19-2-1997, ζητούσε τη μεταρρύθμιση του πίνακα, έτσι ώστε να αποβληθούν από αυτόν οι αναιρεσίβλητοι για τα ανωτέρω ποσά των απαιτήσεών τους και στη θέση τους να καταταγεί το ίδιο για ισόποσο μέρος αναγγελθείσας και ασφαλιζόμενης με υποθήκη απαιτήσεώς του.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 31 ν. 1545/1985 και 6§16 ν. 2479/1997), με βάση τις οποίες οι κρίσιμες απαιτήσεις, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν ήταν προνομιακώς κατατακτέες, καθόσον η μεν απαίτηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δεν είχε προέλθει από παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, η δε απαίτηση του δευτέρου από αυτού, κατά το αναγόμενο στην περίοδο από 1-1-1993 έως 18-2-1995 μέρος της, είχε προκύψει σε χρόνο προγενέστερο της ειρημένης διετίας.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζονται στο εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Ως προς το εκτεινόμενο έως τις 18-5-1995 υπόλοιπο μέρος της τελευταίας απαιτήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, αφού δεν προσδιορίζονται το χρηματικό ποσό και το συγκεκριμένο είδος που αντιστοιχούν στο μέρος αυτό της απαιτήσεως.
Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, σύμφωνα με τον εξεταζόμενο αυτεπαγγέλτως και προταθέντα από τον Εισηγητή σχετικό λόγο αναιρέσεως (άρθρο 562§4 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 3237/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει του αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ