1372/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1372/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, που είναι αδέλφια, κατήρτισαν μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία ο αναιρεσείων εναγόμενος προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ως υπάλληλο στην ατομική επιχείρηση ναυτιλιακών εργασιών που διατηρούσε στον Πειραιά, αρχικά στην οδό ........
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1372 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1372/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζατζάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6096/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1111/2002 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 20-11-2002 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 131/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1111/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Εκδόθηκε η 209/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Για την ίδρυση όμως του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο εφετείο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση των αριθμών 11 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες, ότι αφενός δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο και συγκεκριμένα τη φορολογική δήλωση του έτους 1994 του αναιρεσιβλήτου, την οποία αυτός (αναιρεσείων) επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον αυτού και αφετέρου ότι, με τη μη λήψη υπόψη του εν λόγω εγγράφου, αυτό (Εφετείο) ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την 131/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η επί της προκειμένης υποθέσεως εκδοθείσα 1111/2002 προηγούμενη απόφαση του ίδιου Εφετείου, για το λόγο της μη λήψεως υπόψη των επικληθεισών και προσκομισθεισών απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) φορολογικών δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου των ετών 1994-1998.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών στην, επί της παραπομπής, ενώπιον του Εφετείου, συζήτηση, προτάσεων του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε (σελίδες 5 και 6 των προτάσεών του) ως σχετικά με αριθμούς 4, 4α, 4β, 4γ, και 4δ μόνον τις φορολογικές δηλώσεις του αναιρεσιβλήτου των ετών 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999, τις οποίες το Εφετείο ρητά και ειδικά βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τις έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τη μερική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, όχι όμως και τη φορολογική δήλωση του τελευταίου αυτού του έτους 1994.
Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αιτίασή του, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί το πιο πάνω, φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη, αποδεικτικό έγγραφο. Ο ίδιος λόγος, κατά την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ αιτίασή του, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά τα νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως για τα οποία απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση δεν συμβαίνει.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, που είναι αδέλφια, κατήρτισαν μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία ο αναιρεσείων εναγόμενος προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ως υπάλληλο στην ατομική επιχείρηση ναυτιλιακών εργασιών που διατηρούσε στον Πειραιά, αρχικά στην οδό ........
και αργότερα στην ..... ... Ειδικότερα, κατά το έτος 1978, ο ενάγων προσλήφθηκε στον Πειραιά, δυνάμει σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε, ατύπως, μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να παρέχει στον εναγόμενο την εργασία του για τις επιθεωρήσεις πλοίων και φορτίων αυτών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά και τις εισαγωγές και εξαγωγές αυτών.
Λόγω της συγγενικής σχέσης των διαδίκων και συνακόλουθα της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, αλλά και της υπερδεκαετούς προϋπηρεσίας του ενάγοντος στη ναυτιλιακή εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ Α.Ε.", προσλήφθηκε μάλιστα με την ιδιότητα του ανωτέρου υπαλλήλου. Σύμφωνα με τη σύμβαση τελούσε σε νομική εξάρτηση από τον εναγόμενο αδελφό του, που εκδηλώνονταν με το δικαίωμα του τελευταίου στην άσκηση ελέγχου και εποπτείας και την παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών από αυτόν προς εκείνον (ενάγοντα), ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του.
Ο χρόνος της εργασίας του ορίστηκε καθημερινά από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή και από 09.00 έως 17.00 ώρας. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι στον ενάγοντα, έναντι της παροχής της εργασίας του, θα καταβαλλόταν μισθός στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, ο οποίος αρχικά ορίστηκε στο ποσό των 40.000 δραχμών. Εντός των πλαισίων της παραπάνω σύμβασης ο ενάγων παρείχε συνεχώς την εργασία του, με το ωράριο που προαναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι την 12-12-1999, κατά την οποία ο εναγόμενος αδελφός του τον απέλυσε.
Μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν από 1/1/1995 και εφεξής στο ποσό των 750.000 δραχμών. Από την παροχή της παραπάνω εργασίας του ο ενάγων δικαιούται να λάβει: Α) για υπόλοιπο δεδουλευμένων μισθών από 1/1/1998 μέχρι 12-12-1999 δρχ. 6.410.000, όπως αναλυτικά εκτίθενται οι μηνιαίες μισθολογικές διαφορές στο υπό Α΄ κονδύλιο της αγωγής, Β) για μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών των ετών 1995-1999 δρχ. 5.535.000, όπως αναλύονται στο υπό Β΄ κονδύλιο της αγωγής, Γ) για μη καταβληθέντα επιδόματα αδειών των ετών 1995-1999 1.875.000 δρχ., όπως υπολογίζονται στο Γ΄ κονδύλιο της αγωγής, Δ) για αποζημίωση αδείας των ετών 1995-1999 το ποσό των δρχ. 3.750.000, όπως στο Δ΄ κονδύλιο της αγωγής και Ε) τέλος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση του εναγομένου ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος, που να δικαιολογεί την απόλυσή του δίχως αποζημίωση, δικαιούται το ποσόν των δρχ. 14.875.000, ως αποζημίωση απόλυσης.
Τα παραπάνω ποσά, συνεχίζει το Εφετείο, επιδικάσθηκαν και με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν υποβλήθηκε δε ειδικό παράπονο από τον εναγόμενο ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων και τον υπολογισμό τους, αλλά μόνο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της σχέσης, που συνέδεε τους διαδίκους. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του, είχε επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 32.445.000 δραχμών.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, και ως προς το ζήτημα της κατά τις ανωτέρω διατάξεις απρόθεσμης καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, με τη χρήση από την προσβαλλόμενη απόφαση της ταυτόσημης και ισοδύναμης εκφράσεως περί "απολύσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά την 12-12-1999, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση του αναιρεσείοντος ή ότι υπάρχει κάποιος άλλος λόγος που να δικαιολογεί την απόλυσή του δίχως αποζημίωση".
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδαφ. β΄ Κ.Πολ.Δ που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συνάγεται το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε πως απεδείχθη ότι μεταξύ των διαδίκων αδελφών συνήφθη από το έτος 1978 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε μέχρι της κατά την 12-12-1999 απολύσεώς του στην ατομική επιχείρηση ναυτιλιακών εργασιών του αναιρεσείοντος στον Πειραιά, και στη συνέχεια, με την επισήμανση ότι με την έφεση δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο από τον αναιρεσείοντα ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων και τον υπολογισμό τους, αλλά μόνο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει το πρωτοδίκως επιδικασθέν συνολικό ποσό των 32.445.000 δραχμών.
Με την τελευταία αυτή κρίση, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο είναι σαφές ότι το Εφετείο στήριξε την απόδειξη του ύψους των δικαιουμένων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου σε σιωπηρά, κατ΄ άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ, ομολογία του αναιρεσείοντος, μολονότι από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των κατά την πρωτόδικη αλλά και κατά την εφετειακή δίκη προτάσεών του προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων αρνήθηκε γενικώς την αγωγή, αμφισβητώντας έτσι, τόσο την ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, όσο και την έκταση των αγωγικών απαιτήσεων του τελευταίου.
Έτσι όμως, πατά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και επομένως, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος τη αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο ως προς το ζήτημα του ύψους των επιδικαστέων στον αναιρεσιβλήτου απαιτήσεων.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο ως προς το ανωτέρω ζήτημα του ύψους των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου δεν συνήγαγε ομολογία του αναιρεσείοντος κατά την έννοια του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ., αφού κάτι τέτοιο ούτε ρητά βεβαιώνεται ούτε έμμεσα συνάγεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απλώς διαπιστωτικά διέλαβε ότι ως προς το ως άνω ύψος των επιμέρους κονδυλίων του αναιρεσιβλήτου και τον υπολογισμό τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που τα είχε επιδικάσει, ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε κανένα ειδικό παράπονο, δεδομένου ότι με την έφεσή του ο τελευταίος αυτός μοναδικό παράπονο διατύπωνε ως προς την πρωτοβάθμια κρίση περί υπάρξεως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και αυτού, και επομένως, μη υπαρχόντων σχετικών λόγων εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποσημείωσε πως δεν υπήρχε ανάγκη να ασχοληθεί με το ζήτημα της εκτάσεως των ανωτέρω αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 209/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ