Supreme Court allows partial appeal regarding inheritance share calculation and costs in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a First Instance Court decision in a property inheritance dispute. The appellants argued the lower court erred in accepting the plaintiff's claim for one-third of the property, violating substantive law regarding ownership and inheritance shares. Consequently, the Court annulled the specific portions of the appellate judgment concerning the acceptance of the claim and the award of costs, remanding the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul an appellate judgment when a lower court violates substantive law regarding property ownership or inheritance shares, thereby permitting the appeal on those specific grounds while rejecting others.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1372 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1372/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 συζ Χ2, κατοίκου ...., ως καθολικής διαδόχου του ήδη αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου συζύγου της ......, 2) Χ3 συζύγου Χ4, το γένος Χ2, κατοίκου ....., για τον εαυτό της ως εξ αρχής διαδίκου καθώς και ως καθολικής διαδόχου του ήδη αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Χ2, 3) Χ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπανικολάου, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-1-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 χήρας Ζ1 , το γένος Ψ, κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανοτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Απριλίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/1989 μη οριστική, 49/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/1999, 56/2002 μη οριστικές,176/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της 176/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 14 περ. β΄ και γ΄, 11 περ. α΄ και 8 περ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, με το που έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η διεκδικητική, ως προς το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων 8 ακινήτων, αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (Ψ1) κατά του τρίτου ήδη αναιρεσείοντος (τέταρτου εναγόμενου Χ4), κατά της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας (τρίτης εναγόμενης Χ3), κατά του Χ2 (πρώτου εναγομένου), θανόντος κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομηθέντος εξ αδιαθέτου από τις συνεχίζουσες τη δίκη αφενός θυγατέρα εκείνου και προαναφερόμενη δεύτερη αναιρεσείουσα και αφετέρου σύζυγο εκείνου και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα (Χ1), και κατ' άλλης ήδη μη διαδίκου (ήτοι της δεύτερης εναγόμενης Ψ2), και με το που κατέληξε στην ως άνω κρίση, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Ψ3 παρά τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος μέρους, ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε γνωστοποιηθεί από την ενάγουσα πριν αρχίσει η εξέταση των λοιπών μαρτύρων των διαδίκων, τον οποίο ισχυρισμό τον είχε προβάλει νομίμως το ίδιο διάδικο μέρος, με τις προτάσεις του της δεύτερης και τελευταίας δευτεροβάθμιας συζήτησης της υπόθεσης, υπέπεσε (εκείνο το δικαστήριο) στις πλημμέλειες α) του ότι παρά το νόμο, αφενός, δεν κήρυξε την έκπτωση της ενάγουσας από το δικαίωμα γνωστοποίησης και εξέτασης του μάρτυρα και αφετέρου δεν κήρυξε απαράδεκτη την εξέταση αυτού του μάρτυρα, β) του ότι έλαβε υπόψη απόδειξη, ήτοι την κατάθεση αυτού του μάρτυρα, που ο νόμος δεν επιτρέπει και γ) του ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα που του προτάθηκε και που συνίστατο στον προεκτιθέμενο ισχυρισμό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις από 29-11-2004 προτάσεις των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν απ΄ αυτούς ενόψει της δεύτερης (μετ΄ απόδειξη) συζήτησης (της 1-12-2004) της έφεσής τους στο Εφετείο, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (κατά τα σε εκείνη σχετικώς αναφερόμενα), δεν προτάθηκε από τους ίδιους ο προεκτιθέμενος ισχυρισμός τους (περί έκπτωσης της αντιδίκου τους από το δικαίωμα της εξέτασης του πιο πάνω μάρτυρα απόδειξης, εξαιτίας του ότι αυτός δεν γνωστοποιήθηκε εμπρόθεσμα κλπ).
ΙΙ. Από την προεκτιθέμενη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο λόγο ότι προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτόν το λόγο ή ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στην ως ανωτέρω πρώτη διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις απαλλαγής από την υποχρέωση πρότασης του ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 1/1987, 43/1990).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 περίπτ.. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω βραδείας προβολής της στην πρωτοβάθμια δίκη την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, που προτάθηκε από τους πρώτο, τρίτη και τέταρτο, των εναγομένων, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού οι ήδη αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται σ΄ αυτόν το λόγο, ότι ο ισχυρισμός περί αυτού του απαραδέκτου είχε προταθεί στο Εφετείο και μάλιστα νόμιμα με λόγο της έφεσής τους ή ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση απαλλαγής αυτών των διαδίκων από την υποχρέωση πρότασης του ως άνω ισχυρισμού.
ΙΙΙ. Από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία συγκροτείται από τα κατά τις παραδοχές εκείνου του δικαστηρίου αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα και η οποία αφορά σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα.
Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, αν η έλλειψη αιτιολογίας ή οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες αφορούν την ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση, γενικότερα δε, την εκτίμηση, των αποδείξεων, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εφόσον από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Παρέπεται δε από τα προεκτιθέμενα ότι δεν ιδρύεται ο υπό συζήτηση λόγος αναίρεσης σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας όχι ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, αλλά ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα:
Την 1.2.1951 πέθανε στο ... Αργολίδας ο κοινός απώτατος δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Ψ χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ψ4 και τα τέκνα του ενάγουσα, πρώτο εναγόμενο και δεύτερη εναγομένη, η δε κληρονομική μερίδα καθενός από αυτούς ανέρχεται στο 1/4 εξ αδιαιρέτου εφ΄ όλης της περιουσίας εκείνου.
Εκείνος, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος των πιο κάτω οκτώ ακινήτων, ήτοι: 1) ενός ελαιοκτήματος, εκτάσεως ενός στρέμματος, ή όσης και αν είναι, κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου .... Αργολίδας και στη θέση ...., το οποίο συνορεύει ανατολικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων ...., δυτικά με αγροτική οδό και νότια με αγρό κληρονόμων ...., 2) ενός αγροκτήματος, .....
κειμένου στην ίδια περιφέρεια και στη θέση "...."....., 3) ενός αγρού, .... κειμένου στην ίδια περιφέρεια και στη θέση "...."....., 4) ενός αγρού, ..... κειμένου στην ίδια περιφέρεια και στη θέση "...."......, 5) ενός αγρού, εκτάσεως ενός στρέμματος ή όσης και αν είναι, προφανώς κειμένου στην ίδια περιφέρεια, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με αγροτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία ...., δυτικά με αγρό .....και νότια με ιδιοκτησία Χ1, 6) ενός οικοπέδου και του συνεχόμενου προαύλειου χώρου, συνολικής εκτάσεως 200 τ.μ., με την επ΄ αυτού διόροφη οικία, κειμένου στην κτηματική έδρα του ίδιου Δήμου και στη θέση που βρίσκεται μέσα στην πόλη του ....
Αργολίδας Ενορίας ........, 7) μιας αμπέλου....., κειμένης στην ίδια περιφέρεια και στη θέση "....."....... και 8) ενός ελαιοκτήματος, εκτάσεως 150 στρεμμάτων, ή όσης και αν είναι, με 500 ελαιόδενδρα, ή όσα και αν είναι, και λοιπά δέντρα μέσα σ' αυτό, ....κειμένου στην ίδια περιφέρεια, το οποίο συνόρευε αρχικά ανατολικά με βουνό, δυτικά και βόρεια με ρεύματα και δυτικά με ιδιοκτησίες...., ....
και .... και ήδη με ιδιοκτησίες αγνώστων. Η Ψ4, αποδέχθηκε την πιο πάνω επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του συζύγου της σιωπηρά, δηλαδή, με την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση αυτής από το θάνατο εκείνου, η δε ενάγουσα μετέγραψε νόμιμα το ..... πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας αυτής.
Επομένως, με τη μεταγραφή αυτή η συγκυριότητα στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου θεωρείται ότι περιήλθε στην παραπάνω κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου συζύγου της αναδρομικά. Ακολούθως, στις 29-10-1967 πέθανε χωρίς διαθήκη η Ψ4 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της, ήτοι την ενάγουσα, τον πρώτον εναγόμενο και τη δεύτερη εναγομένη, η δε κληρονομική μερίδα καθενός από αυτούς ανέρχεται στο 1/3 εξ αδιαιρέτου εφ΄ όλης της περιουσίας της παραπάνω κληρονομουμένης.
Μετά ταύτα η ενάγουσα αποδέχθηκε νόμιμα, την πιο πάνω επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του πατέρα της με τις πιο κάτω δηλώσεις και ειδικότερα: α) Τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική .... δήλωση περί αποδοχής κληρονομίας, και β) τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική ... συμπληρωματική δήλωση περί της πιο πάνω αποδοχής.
Επίσης, η ενάγουσα αποδέχθηκε νόμιμα την πιο πάνω επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία της μητέρας της με τις πιο κάτω δηλώσεις και ειδικότερα: α) Τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική ..... δήλωση περί αποδοχής κληρονομίας και β) τη νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική .... συμπληρωματική δήλωση περί της πιο πάνω αποδοχής.
΄Ετσι, με τον παράγωγο αυτόν τρόπο η ενάγουσα κατέστη συγκύρια των επίδικων ακινήτων κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτά. Επιπλέον, οι παραπάνω δικαιοπάροχοι, πατέρας και μητέρα, αντίστοιχα, της ενάγουσας και η ίδια είχαν στην νομή τους τα παραπάνω επίδικα ακίνητα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου συνεχώς τουλάχιστον από τις 23-2-1946 και μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής (Ιούλιος 1987), διενεργώντας σ' αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πιο κάτω περιγραφόμενες διακατοχικές πράξεις.
Συγκεκριμένα, ο πατέρας της, ως αποκλειστικός κύριος από τις 23-2-1946 και μέχρι το θάνατό του την 1-2-1951, η πιο πάνω μητέρα της ως συγκυρία κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από την 1-2-1951 και μέχρι το θάνατό της την 29-10-1967 και η ίδια η ενάγουσα δια του πρώτου εναγομένου, αδελφού της, (προφανώς ως αντιπροσώπου της στην οικεία νομή) ως συγκυρία κατά 1/4 (3/12) εξ αδιαιρέτου και 1/12 εξ αδιαιρέτου από τις 1-2-1951 και 29-10-1967, αντίστοιχα, και, άρα, συνολικά για τη δεύτερη χρονική περίοδο κατά (3/12 και 1/12 =) 1/3 εξ αδιαιρέτου μέχρι και την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος 1987, από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή αναφέρεται το έτος 1997) διενεργούσαν στα επίδικα ακίνητα τις πιο κάτω διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα καλλιέργεια των ελαιοκτημάτων και συλλογή των καρπών, ήτοι προφανώς, καλλιέργεια των ελαιοκτημάτων, των αγρών και της αμπέλου και συλλογή των καρπών τους, ήτοι των ελαιών, των προϊόντων των αγρών και των σταφυλιών, αντίστοιχα, επίβλεψη των ορίων τους και διαμονή στην πιο πάνω κληρονομιαία διόροφη οικία κατά τις επισκέψεις της στο .....
Επομένως, η ενάγουσα είναι κυρία των πιο πάνω επίδικων ακινήτων κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου για καθένα από αυτά και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα συνεπεία υπερεικοσαετούς νομής αυτών με σχετική προσμέτρηση και του χρόνου νομής των παραπάνω δικαιοπαρόχων της. Περαιτέρω, οι τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι, προφανώς μόνοι εκ των διαδίκων, παράνομα και χωρίς τη θέληση της ενάγουσας στις 30-12-1981 κατέλαβαν τα επίδικα ακίνητα κατά το πιο πάνω ιδανικό ποσοστό του 1/3 και έκτοτε κατείχαν αυτά έως και την έγερση της αγωγής (Ιούλιος 1987), προσβάλλοντας με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα συγκυριότητάς της επί των επιδίκων, ενώ ο πρώτος εναγόμενος, προφανώς κατά την έγερση της αγωγής, αμφισβητούσε το πιο πάνω δικαίωμα αυτής.
Μάλιστα ο τελευταίος κατά τα έτη 1981 και 1985 μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στους τρίτη και τέταρτο εναγομένους (θυγατέρα του και σύζυγο αυτής, αντίστοιχα) και, ειδικότερα: α) Δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαιογραφικού ......συμβολαίου, συνέστησε ως προίκα υπέρ της θυγατέρας του τα πιο πάνω επίδικα ακίνητα με αριθμούς 6 και 7, β) δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαιογραφικού .....
συμβολαίου, δώρησε στη θυγατέρα του τα πιο πάνω επίδικα ακίνητα με αριθμούς 1, 2, 3, 4 και 5 και γ) δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαιογραφικού ......συμβολαίου, πώλησε στο γαμπρό του το πιο πάνω επίδικο ακίνητο με αριθμό 8. Οι εναγόμενοι (πλην της δεύτερης, ως προς την οποία, μετά το θάνατό της στις 7-8-1987, την επανάληψη της δίκης από το γιο της και μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της ...., και της οικεία ερημοδικία τούτου, εκδόθηκε η 59/1989 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή), ισχυρίστηκαν, ότι οι τρίτη και τέταρτος από αυτούς είναι αποκλειστικοί κύριοι των επίδικων ακινήτων (ο τέταρτος του με αριθμό 8 και η τρίτη των λοιπών) κατά τον ως άνω αναφερόμενο παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις αυτών από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος πριν τις μεταβιβάσεις αυτές είχε γίνει αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος τούτων συνεπεία έκτακτης χρησικτησίας του.
Επιπλέον, οι ως άνω τρεις εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίστηκαν, ότι έχουν γίνει αποκλειστικοί κύριοι των επίδικων ακινήτων και με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα συνεπεία έκτακτης χρησικτησίας τους με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής του πιο πάνω δικαιοπαρόχου τους, αφού είχαν αυτά στη νομή τους, πριν δε από αυτούς ο δικαιοπάροχός τους αυτός, από το έτος 1951 συνέχεια και μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούλιος 1987), διενεργώντας σ' αυτά όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις.
Συγκεκριμένα, αυτοί οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν, ότι ο πρώτος από αυτούς είχε στη νομή του: α) Το ιδανικό μερίδιο του 1/4 της ενάγουσας, αδελφής του, από την πατρική κληρονομία (αυτής) λόγω άτυπης πώλησής του από αυτήν (ενάγουσα) το έτος 1956 αντί τιμήματος 167 χρυσών λιρών και 2.000 ανταλλάξιμων ομολόγων του έτους 1914 (αξίας 30 χρυσών λιρών), β) το ιδανικό μερίδιο του 1/4 της μητέρας του Ψ4 από τη συζυγική κληρονομία αυτής λόγω άτυπης εκ μέρους της παραχώρησης τούτου την 1-2-1951 και γ) το ιδανικό μερίδιο του 1/4 της δεύτερης εναγόμενης, επίσης, αδελφής του, από την πατρική κληρονομία αυτής λόγω άτυπης πώλησής του από αυτήν.
Επιπλέον, οι αυτοί εναγόμενοι προέβαλαν και τον ισχυρισμό περί άτυπης παραχώρησης (μεταβίβασης) των επίδικων ακινήτων το έτος 1936 από τον πιο πάνω Ψ αποκλειστικά προς τον πρώτο εναγόμενο. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της αντιφατικότητάς του προς τον αμέσως προηγούμενο ισχυρισμό τους περί άτυπης εξαγοράς από τον πρώτο εναγόμενο των κληρονομικών μεριδίων των δύο αδελφών του και περί παραχώρησης (μεταβίβασης) από τη μητέρα του προς αυτόν του κληρονομικού μεριδίου της, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα περίπτωση.
Τούτο δε διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί κανένα δικαίωμα κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων του πιο πάνω πρώτου εναγομένου είτε με παράγωγο τρόπο (προφανώς εξαιτίας μη τήρησης του οικείου νόμιμου τύπου) είτε με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι το χρόνο θανάτου του πατέρα του (1-2-1951) (προφανώς εξαιτίας ιδίως μη παρεμβολής σχετικής αν όχι τριακονταετούς οπωσδήποτε εικοσαετούς νομής) και συνεπώς αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο της κληρονομίας του τελευταίου.
Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης αυτών των εναγομένων περί ίδιας αποκλειστικής κυριότητας της τρίτης και του τέταρτου από αυτούς στα επίδικα ακίνητα. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε η κατάρτιση άτυπης σύμβασης πώλησης, άρα και καταβολής του οικείου τιμήματος, μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου αδελφού της περί μεταβίβασης από την πρώτη στον τελευταίο του ιδανικού της μεριδίου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομία του πατέρα της επί των επίδικων ακινήτων.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ούτε η άτυπη παραχώρηση από την παραπάνω Ψ4 προς τον πρώτο εναγόμενο, τέκνο της, του ιδανικού της μεριδίου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομία του συζύγου της επί των επίδικων ακινήτων. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι δεν επιβεβαιώθηκε ούτε και η κατάρτιση σύμβασης άτυπης πώλησης, άρα, και καταβολής του οικείου τιμήματος, μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του πρώτου εναγομένου, αδελφού εκείνης, περί μεταβίβασης από εκείνη σ΄αυτόν του ιδανικού της μεριδίου 1/4 από την κληρονομία του πατέρα της επί των επίδικων ακινήτων.
Κατά συνέπεια τούτων η άσκηση από τον πρώτο εναγόμενο των επικαλούμενων πράξεων νομής επί των επίδικων ακινήτων έγινε και για λογαριασμό της ενάγουσας αδελφής του, εναντίον της οποίας δεν μπορεί να αντιτάξει έκτακτη χρησικτησία αυτών, αφού ουδέποτε είχε εκδηλώσει βούληση να νέμεται αυτά αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε ρητά, είτε με πράξεις που να φανερώνουν την απόφασή του αυτή, ενώ αυτή ουδέποτε έλαβε γνώση τέτοιας απόφασής του παρά μόνο μετά τις πιο πάνω μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων της 30.1.1981 και της 10.6.1985, δηλαδή, προφανώς, αμέσως μετά τη δεύτερη εξ αυτών των μεταβιβάσεων (Ιούνιος 1985).
Επιπλέον, ο ισχυρισμός των εναγομένων, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης τους, ότι τα πιο πάνω επίδικα ακίνητα με αριθμούς 5 και 7 στις θέσεις "...." και "....", αντίστοιχα, δεν περιλαμβάνονταν στην κληρονομιαία περιουσία του Ψ, αλλά ανήκαν στην ατομική περιουσία του πρώτου εναγομένου, ανεξαρτήτως της αντιφατικότητάς του προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς των ίδιων, δεν επιβεβαιώθηκε από τα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, όσον αφορά στο με αριθμό 8 επίδικο ακίνητο αποδεικνύεται, ότι και τούτο περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του Ψ, αφού το ....συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά Γεωργίου Σπυράκη, με το οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε αυτό λόγω προίκας προς τη δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του, δεν είχε μεταγραφεί μέχρι το θάνατό του (1-2-1951).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, επειδή η κατάρτιση του παραπάνω συμβολαίου έγινε προς εξασφάλιση του συζύγου της δεύτερης εναγομένης για την καταβολή σ' αυτόν μετρητών χρημάτων, τα οποία στη συνέχεια καταβλήθηκαν, τέτοια μεταγραφή δεν έγινε ούτε και μεταγενέστερα από την τελευταία ή το σύζυγό της. Βέβαια, οι τρεις εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι στις 14-4-1986 έγινε μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου, προσκομίζουν δε προς τούτο σχετικό πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα .....
Η μεταγραφή αυτή, όμως, η οποία έγινε με την επιμέλεια του πρώτου από αυτούς, δεν έχει καμιά έννομη επιρροή, ενόψει και του ότι είχε προηγηθεί η μεταγραφή των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας της ενάγουσας (αρχικών και συμπληρωματικών). Χαρακτηριστικό στοιχείο που υποδηλώνει τη μη κατάρτιση των προαναφερόμενων συμβάσεων άτυπης πώλησης και παραχώρησης και επομένως τη μη παραίτηση της ενάγουσας από την πατρική και μητρική κληρονομία είναι και το γεγονός, ότι κατά το έτος 1977 για την υλοποίηση της πώλησης σε τρίτον ενός άλλου κληρονομιαίου ακινήτου, έκτασης 46 στρεμμάτων, στη θέση "....." του Δήμου ..... (μη επίδικο) ήλθαν σε συνεννόηση και τα τρία πιο πάνω τέκνα του αποβιώσαντος Ψ, δηλαδή, η ενάγουσα, η δεύτερη εναγομένη και ο πρώτος εναγόμενος.
΄Ετσι, οι δύο πρώτες έδωσαν σχετική εντολή στον τελευταίο με το υπ' αριθ..... ειδικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου, με βάση το οποίο αυτός προέβη στις υπ' αριθ. .... και ..... δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβ/φου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου. Με τις δηλώσεις αυτές ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας για τον εαυτό του αλλά και για λογαριασμό των πιο πάνω αδελφών του, αποδέχθηκε για όλους τις επαχθείσες σ' αυτούς κληρονομίες του πατέρα τους και της μητέρας τους "εξ οιωνδήποτε στοιχείων και αν αποτελείται αύτη" και ειδικότερα ενός ελαιοτεμαχίου έκτασης 46 στρεμμάτων στη θέση "..." και ενός άλλου αγρού έκτασης 6 στρεμμάτων στην ίδια θέση και συνεχόμενου του πρώτου.
Προηγουμένως όμως είχε καταρτιστεί ενώπιον του ίδιου πιο πάνω συμβ/φου μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου των αρχικώς εναγομένων αδελφού της το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να δώσει στην πρώτη άλλο ακίνητο ανάλογης έκτασης και αξίας για τη συμπλήρωση του κληρονομικού της μεριδίου, επειδή το τίμημα από την πώληση των πιο πάνω ακινήτων θα ελάμβανε αυτός (πρώτος εναγόμενος) για την κάλυψη των εξόδων από τον επικείμενο γάμο της θυγατέρας του.
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι η ενάγουσα ουδέποτε είχε παραιτηθεί του κληρονομικού της μεριδίου από την πατρική και μητρική κληρονομία και συνεπώς οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί εξαγοράς του μεριδίου της ενάγουσας και παραχώρησης του μεριδίου της μητέρας τους προς τον πρώτο απ' αυτούς δεν ευσταθούν και είναι αβάσιμοι.
Βέβαια οι τελευταίοι ισχυρίζονται, ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέστη εκβιασμό από την ενάγουσα αδελφή του και αναγκάστηκε να υποκύψει σ' αυτόν και να αναγνωρίσει το κληρονομικό μερίδιο της αδελφής του, αν και αυτή του το είχε πωλήσει άτυπα, γιατί είχε να παντρέψει την κόρη του. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο πρώτος των αρχικώς εναγομένων προέβη στις πιο πάνω ενέργειες χωρίς την ελεύθερη βούλησή του, αλλά υποκύπτοντας σε εκβιασμό της ενάγουσας αδελφής του.
Εξάλλου, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος της ενάγουσας υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, ενόψει και του ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι αυτή δημιούργησε στους τρεις εναγομένους την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά της περί διεκδίκησης του μεριδίου της από την πατρική και μητρική κληρονομία.
Επομένως, η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του πιο πάνω δικαιώματος της ενάγουσας είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως, το Εφετείο, ως προς την έρευνα της υπόθεσης κατ΄ ουσίαν, έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή τόσο κατά τη βάση της περί παράγωγου τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας της ενάγουσας όσο και κατά τη βάση της περί κτήσεως της συγκυριότητος της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ έπρεπε να απορριφθεί α) η ένσταση ίδιας κυριότητας, ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, β) η ένσταση παραγραφής, επικουρικά, ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν και γ) η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ως αβάσιμη κατ΄ ουσία.
Παρέπονται τα εξής: αα) Ο δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, κρίνοντας απορριπτέα κυρίως ως απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι, ενόψει των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ββ) Ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο μέρος του και κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, κρίνοντας επικουρικά απορριπτέά ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση παραγραφής, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση για τις ίδιες αιτίες, είναι, ενόψει του ότι η ως άνω (υπό αα΄) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης δεν πλήττεται επιτυχώς από την αναίρεση και στηρίζει επαρκώς το διατακτικό εκείνης της απόφασης, απορριπτέος ως αλυσιτελής (πρβλ.
άρθρ. 578 ΚΠολΔ), γγ) Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και θεμελιωτικά της βάσεως της αγωγής περί παράγωγου τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας της ενάγουσας, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σε εκείνη σχετικές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και διατύπωσε το από τις αποδείξεις σχετικό πόρισμα με σαφήνεια και γι΄ αυτό ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο μέρος του και κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο στο αντίστοιχο ζήτημα και στην εκτίμηση των οικείων αποδείξεων περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
δδ) Ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο μέρος του και κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο στο ζήτημα που αφορούσε στην επάλληλη βάση της αγωγής περί πρωτότυπου (με έκτακτη χρησικτησία) τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας της ενάγουσας και στην εκτίμηση των οικείων αποδείξεων περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι, ενόψει του ότι η ως άνω (υπό γγ) επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση και στηρίζει επαρκώς το διατακτικό εκείνης της απόφασης, απορριπτέος ως αλυσιτελής.
εε) Ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος οι αιτιολογίες της εναγομένης είναι εν μέρει αντιφατικές μεταξύ τους, αφού το Εφετείο, με αυτές, σε ένα μεν σημείο, δέχεται, ότι τον Ιούνιο 1985 η ενάγουσα έλαβε γνώση της απόφασης του πρώτου εναγομένου, αντιπροσώπου εκείνης στη νομή των επιδίκων κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, να νέμεται αυτά κατά το ως άνω ιδανικό ποσοστό αποκλειστικά για τον εαυτό του και, άρα, έτσι να αντιποιείται την αντίστοιχη συννομή εκείνης, με έννομη συνέπεια να χάσει εκείνη αυτήν τη συννομή για το εφεξής χρονικό διάστημα έως την άσκηση της αγωγής τον Ιούλιο 1987, προς όφελος του εναγόμενου μέρους, καθιστάμενου νομέα των επιδίκων κατά το ως ανωτέρω ιδανικό ποσοστό (άρθρο 982 ΑΚ), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 974 και 981 εδάφ. 1 Αστικού Κώδικα), σε άλλο δε σημείο, το ίδιο δικαστήριο δέχεται, ότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (Ιούνιος 1985 - Ιούλιο 1987), η ενάγουσα είχε στη νομή της τα επίδικα ακίνητα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Ενόψει όμως του ότι με την άλλωστε μόνη δικαιολογούμενη από το οικείο έννομο συμφέρον, προτίμηση της άρσεως της αντίστοιχης αντιφατικότητας δια της παραδοχής ότι στο ως άνω χρονικό διάστημα (Ιούνιος 1985 - Ιούλιος 1987) νομέας των επιδίκων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ήταν το εναγόμενο μέρος, δεν άγονται σε κατ΄ ουσίαν αποδοχή οι υπό συζήτηση ενστάσεις, τούτο δε, ως προς μεν την πρώτη ένσταση, διότι το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα νομής του εναγόμενου μέρους δεν καλύπτει το από το νόμο απαιτούμενο για την έκτακτη χρησικτησία εικοσαετές διάστημα νομής (άρθρ. 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό προς άρθρο 1051 ΑΚ), ως προς δε τη δεύτερη ένσταση, διότι το προμνημονευόμενο χρονικό διάστημα, νομής του εναγόμενου μέρους επί των επιδίκων και, βέβαια, έλλειψης νομής της ενάγουσας επ΄ αυτών, δεν επιδρά στην παραδοχή του Εφετείου, ότι παρέμεινε αναπόδεικτο κάποιο περιστατικό, που, σημειωτέον, αποτελεί μία των κατά νόμο αναγκαίων για τη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεων θεμελίωσης της καταχρηστικότητας του αγωγικού δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), και συγκεκριμένα παρέμεινε αναπόδεικτο το ότι η ενάγουσα (προφανώς παρά τη γνωστή στους πρώτο, τρίτη και τέταρτο εναγομένους συμπεριφορά της, που συνίστατο στην εκ μέρους εκείνης μη άσκηση κατ΄ αυτών αγωγής, στηριζομένης στο δικαίωμα συγκυριότητας εκείνης επί των επιδίκων, κατά το διάστημα από την έναρξη της εκ μέρους του πρώτου εναγομένου μεταβιβάσεως της κυριότητας των επιδίκων στους τρίτη και τέταρτο εναγομένους το Δεκέμβριο 1981 έως την άσκηση της αγωγής τον Ιούλιο 1987), δημιούργησε στους τρεις εναγομένους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά της περί διεκδίκησης του μεριδίου της από την πατρική και μητρική κληρονομία, παρέπεται ότι η υπό συζήτηση αντιφατικότητα των αιτιολογιών αφορά σε μη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα και γι΄ αυτό ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το ίδιο μέρος του και κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται η έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης εξαιτίας της προπαρατιθέμενης αντιφατικότητας των αιτιολογιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το υπόλοιπο μέρος των σχετικών με τις ως ανωτέρω δύο ενστάσεις αιτιολογιών το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και με το που, βάσει αυτών, έκρινε απορριπτέες τις υπό συζήτηση δύο ενστάσεις, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σε εκείνη σχετικές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και διατύπωσε το από τις αποδείξεις σχετικό πόρισμα με σαφήνεια και γι΄ αυτό ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο μέρος του και κατά το τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο στα αντίστοιχα ζητήματα και στην εκτίμηση των οικείων αποδείξεων περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι, ως προς τις ως ανωτέρω δύο ενστάσεις, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ κλπ., που εφάρμοσε, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει, όπως έπρεπε, για το ορισμένο του (άρθρο 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 1 και 566 περ. 1 ΚΠολΔ, Ολ.
ΑΠ 32/1996), ιδίως ποιες ήταν οι λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και ποιο ήταν το σφάλμα εκείνου του δικαστηρίου που επέφερε την αντίστοιχη παραβίαση όλων αυτών των διατάξεων.
IV. Πλημμέλεια που δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ αποτελεί η από το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, των οποίων έγινε επίκληση με τις προτάσεις για τη συζήτηση από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και σχετική νόμιμη προσκομιδή.
Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα των οποίων έγινε επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη σε όλες τις προτάσεις της ενάγουσας της πάνω στην ένδικη αγωγή δίκης δικαστικές ομολογίες αυτής, ότι αυτή το 1956 έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 167 χρυσών λιρών, την οποία ομολογία οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν ενώπιον εκείνου του δικαστηρίου κατά τη δεύτερη και τελευταία οικεία συζήτηση, προσκομίζοντάς του τις ως άνω προτάσεις της αντιδίκους τους.
Ενόψει του ότι η προβαλλόμενη ομολογία δεν τείνει στην ανταπόδειξη των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών της βάσεως της αγωγής ή στην απόδειξη των ουσιωδών πραγματικών ισχυρισμών των βάσεων των από το Εφετείο, εξετασθεισών κατ΄ ουσίαν ενστάσεων του εναγόμενου μέρους, όπως όλες αυτές οι αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας προεκτέθηκαν, είναι ο λόγος αυτός, κατ΄ αυτό το μέρος του, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι του προσκόμισαν με επίκληση και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης έγγραφα απόδειξης και γι΄ αυτό ο λόγος αυτός, κατ΄ αυτό το μέρος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 974 και 980 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται να απαιτήσει με αγωγή είτε από τον κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής νομέα του ακινήτου, ήτοι από το πρόσωπο που με διάνοια κυρίου κατέχει το ακίνητο αυτοπροσώπως ή μέσω οικείου αντιπροσώπου, είτε από τον κατά τον ίδιο χρόνο κάτοχο του ακινήτου, ο οποίος βέβαια δεν έχει διάνοια κυρίου, να αποδώσει αυτός σε εκείνον το ακίνητο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά τα σχετικώς προεκτιθέμενα, δέχθηκε άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς, ότι, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα ήταν κυρία των επίδικων ακινήτων κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν κατείχε τα ακίνητα αυτά, τα οποία κατείχαν τότε οι τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι, όχι όμως ως αντιπρόσωποι του πρώτου εναγομένου στη νομή τους, το ίδιο δε δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή και γι΄ αυτό να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος, από κοινού με τους τρίτη και τέταρτο εναγομένους, να αποδώσει στην ενάγουσα τα επίδικα, καθένα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την προεκτιθέμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1094 ΑΚ (σε συνδυασμό προς τις, επίσης, προεκτιθέμενες λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου) και γι΄ αυτό ο επί της αντίστοιχης παραβίασης στηριζόμενος πέμπτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα κατά τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση των Χ1 και Χ3, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, κατ΄ ιδανικό ποσοστό 1/4 και 3/4, αντίστοιχα, του προς αυτές συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, πρώτου εναγομένου, θανόντος κατά τη διάρκεια της δίκης, την οποία συνέχισαν νόμιμα αυτές, μόνο όμως ως προς τον αναφερόμενο στην έλλειψη νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένα με την εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα τα επίδικα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου (με διαταγή αποβολής αυτού εκ του επιδίκου κατά το παραπάνω ιδανικό ποσοστό και την εγκατάσταση της ενάγουσας σ΄ αυτά κατά το ποσοστό τούτο), καθώς και κατά την παρεπόμενη διάταξή της, με την οποία καταδικάστηκαν οι εκκαλούντες, λόγω ήττας, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη τα δικαστικά της έξοδα για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίστηκαν σε 800 ευρώ, ως προς το μέρος αυτής της διάταξης που αφορά τους διαδόχους του πρώτου εναγομένου αφενός και στην ενάγουσα αφετέρου και, άρα, που αφορά στο 1/3 του ως άνω ποσού των 800 ευρώ, στη δε συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, αφού τέτοια σύνθεσή του κρίνεται δυνατή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 176/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης ως αναιρετέο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δεύτερης από τους αναιρεσείοντες, ως καθολικών διαδόχων του πρώτου εναγομένου, την οποία δαπάνη ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της ίδιας εφετειακής απόφασης κατά το μέρος αυτής της αίτησης που αφορά στους λόγους αναίρεσης που κρίθηκαν στο σκεπτικό της παρούσας ως απορριπτέοι. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ