Supreme Court allows appeal against bank's seizure of property due to violation of Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision to seize property, finding a violation of Article 281 of the Civil Code. The appellant bank argued that the defendants' refusal to negotiate a settlement, despite offers to fund debt restructuring, constituted a breach of the duty to negotiate in good faith. The court held that the defendants' conduct, including supporting one bank against another without a unified agreement, violated the statutory requirement to negotiate, thereby overturning the lower court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; The court established that a party's refusal to negotiate a settlement, despite clear offers to resolve the dispute, violates the duty to negotiate in good faith required by Article 281 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1371/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα και Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορίζει και τρίτο πληρεξούσιο δικηγόρο της ανωτέρω εταιρείας τον Κωνσταντίνο Μπάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.", με διακριτικό τίτλο "Γ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Κω και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Λ. - Μ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Καραγιάννης, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω αντικατάστασης της διαχειρίστριας. Αμέσως μετά εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βασίλειος Καρναβάς, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο ως νέα διαχειρίστρια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία μετά τη λύση της από 14-9-2021 συμβάσεως διαχείρισης και την παύση της εξουσίας διαχειρίσεως της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "QQUANT MASTER SERVICER ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ενεργεί με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεης διαδίκου του Ν. 4354/2015 και στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "TEMPUS HOLDINGS 97 S.A.R.L." και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2017 ανακοπή και τους από 21-5-2018 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2021 αίτησή της και τους από 29-8-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των πρώτης και δεύτερου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, ''αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί''.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη Λ. - Μ. Κ.
Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 140/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15-6-2020 έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 64/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που είχε απορρίψει την από 22-11-2017 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων καθώς και τους από 21-5-2018 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθ. .../2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή και τους προσθέτους λόγους αυτής, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 1376/2022, Α.Π. 154/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι από 29-8-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1-9-2023 και επιδόθηκε στις 8-9-2023 (βλ. την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης, ασκήθηκαν μεν εμπρόθεσμα, αλλά δεν επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους αλλά στην πληρεξούσια δικηγόρο αυτών Ευαγγελία Κοτσίδου, που είχε παραστεί για λογαριασμό τους κατά τη συζήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο Εφετείο, χωρίς η αναιρεσείουσα να επικαλείται αλλά ούτε και να αποδεικνύεται ότι αυτή είναι και η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι (άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
που ως ειδικότερη διάταξη υπερισχύει εκείνης του άρθρου 143 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου.
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 § 1 ν. 5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την 14-9-2021, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ως άνω ν. 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης."
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και αυτών των άρθρων 62 και 64 § 3 και 286 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της επιδικίας επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο της εταιρίας διαχείρισης, τότε την εταιρία απόκτησης απαιτήσεων εκπροσωπεί η νέα διαχειρίστρια, αντίστοιχα δε παύει χωρίς άλλο και η σχετική προς εκπροσώπηση εξουσία της προηγούμενης διαχειρίστριας, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, όπως ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα, για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Διαδικαστικές πράξεις, που έχουν γίνει από την προηγούμενη διαχειρίστρια, δεν είναι απαράδεκτες, έστω και αν κατά τη προσδιορισθείσα συζήτηση στο ακροατήριο αυτή έχει στο μεταξύ αντικατασταθεί, αφού ουσιαστικός διάδικος είναι η εταιρία απόκτησης και όχι η εταιρία διαχείρισης, η δε συζήτηση χωρεί με τη νέα διαχειρίστρια, η οποία μπορεί να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση της παλαιάς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "Qquant Master Servicer Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-7-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα και τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. ...-2022, ...-2022, ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου Σ.
Μ. και υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Τ., αντίστοιχα, ασκεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρία", επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "Tempus Holdings 97 S.A.R.L.", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας ως προς την επίδικη απαίτηση, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ, ενώ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο εμφανίστηκε παραδεκτώς στη θέση της παρεμβαίνουσας η εταιρία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", η οποία από 3-4-2023 ασκεί τη διαχείριση των απαιτήσεων της Tempus Holdings και εκπροσωπεί αυτήν ως προς τη δικαστική επιδίωξή τους, χωρίς η διαδοχή αυτή να αποτελεί καθολική διαδοχή.
Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ.
Με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 2 του ν. 4224/2013 "Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης Περιουσίας του Δημοσίου κ.λπ.", "με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών, ο οποίος τίθεται σε εφαρμογή το αργότερο στις 31.12.2014.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, τις διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών με σαφή χρονοδιαγράμματα, όρους επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, και σε αυτές θα αξιοποιούνται οι ορισμοί του "συνεργάσιμου δανειολήπτη" και των "εύλογων δαπανών διαβίωσης", των οποίων θα γίνεται χρήση κατά τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών σχετικά με παροχή λύσεων/αναδιαρθρώσεων δανείων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πληρωμής....".
Βάσει της εξουσιοδότησης αυτής, με την 116/25-8-2014 (Φ.Ε.Κ. 2289 Β'/2014) απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31-12-2014, τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής 129/2/26-2-2015 (Φ.Ε.Κ. 486 Β'/31-3-2015) και 148/10/5-10-2015 (Φ.Ε.Κ. 2219 Β'/15-10-2015), αναθεωρήθηκε και αντικαταστάθηκε με την απόφαση 195/1/29-7-2016 (Φ.Ε.Κ. 2376 Β'/02-8-2016) και τροποποιήθηκε εκ νέου με την 221/2/17-3-2017 (Φ.Ε.Κ. 971 Β'/2017) απόφαση της ίδιας Επιτροπής.
Ο Κώδικας αυτός θέτει ως κύριο και πρωταρχικό στόχο του την εξεύρεση συναινετικής λύσης μεταξύ δανειολήπτη και πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, που έχει χορηγήσει πίστωση στον πρώτο, προκειμένου να μειωθεί με συμβιβαστικό τρόπο το υπερβολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Βασική υποχρέωση, που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα, αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του πριν από την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης.
Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των εξήντα (τριάντα πριν την αναθεώρηση του Κώδικα) ημερολογιακών ημερών. Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (Δ.Ε.Κ.), στην οποία μπορούν να μετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του συνεργάσιμου δανειολήπτη, όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους στο άρθρο 73 § 2 του ν. 4389/2016 "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και άλλες διατάξεις".
Κατά τις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα, η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων περιλαμβάνει πέντε στάδια, που πρέπει να εφαρμόζονται από το πιστωτικό ίδρυμα: α) την επικοινωνία με τον δανειολήπτη, προαιρετική και συμβουλευτικού χαρακτήρα, αν αυτός καθυστερήσει την καταβολή δόσης, και υποχρεωτική, αν η καθυστέρηση υπερβεί τις 60 ημέρες, β) τη συγκέντρωση οικονομικών και άλλων πληροφοριών από τον δανειολήπτη, γ) την αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων, όπως είναι η περιουσιακή κατάσταση του δανειολήπτη, η τρέχουσα και η μελλοντική δυνατότητα αποπληρωμής και το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς, δ) την πρόταση κατάλληλων λύσεων στο δανειολήπτη, δηλαδή λύσεων ρύθμισης και, αν καμία από αυτές δεν συμφωνηθεί, λύσεων οριστικής διευθέτησης, και ε) τη διαδικασία εξέτασης ενστάσεων.
Ως λύση ρύθμισης νοείται, κατά τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του ίδιου Κώδικα, η τροποποίηση της σύμβασης με νέους όρους εξυπηρέτησης της οφειλής, ενώ ως λύση οριστικής διευθέτησης νοείται η συμφωνία ιδρύματος και δανειολήπτη, κατόπιν διερεύνησης και αποκλεισμού της λύσης ρύθμισης, για την οριστική εξόφληση των οφειλών με όρους, που μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολή της κυριότητας των εξασφαλίσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων του δανειολήπτη με συναίνεσή του.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα, που δεσμεύονται από αυτόν, την τήρηση, μεταξύ άλλων, των οριζόμενων σταδίων της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει τις διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης. Ωστόσο, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρούμενων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών. Αντιθέτως, σκοπός του είναι η επιλογή της καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων.
Δεν δύναται, όμως, να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της Δ.Ε.Κ. από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην Τράπεζα της Ελλάδος ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της Δ.Ε.Κ.
Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ...-2002 και της κανονιστικής απόφασης ...-2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της ίδιας Τράπεζας, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των σχετικών υποχρεώσεων επάγεται μόνο εποπτικής φύσεως συνέπειες, χωρίς να τίθεται ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις.
Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το περιεχόμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Δ.Ε.Κ. συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσεως κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση αυτών από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την Α.Κ. 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας.
Όμως, ο ανωτέρω Κώδικας, όπως προκύπτει από τους στόχους του, εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις, που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της Δ.Ε.Κ.
από το ίδρυμα, μπορεί να είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 Α.Κ., όταν συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής (Α.Π. 1761/2023, Α.Π. 916/2023, Α.Π. 323/2021).
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019).
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη ως καταχρηστική τόσο την άσκηση της καταγγελίας, όσο και την συνακόλουθη επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή, μόνη η μη προηγούμενη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, χωρίς η παράλειψη αυτή να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση και να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του είναι απόρροια του δικαιώματός του για ελεύθερη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του (Α.Π. 916/2023).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 8/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Με την από 22-11-2017 ανακοπή τους και τους από 21-5-2018 πρόσθετους λόγους, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να ακυρωθεί η .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσείουσα τράπεζα το ποσό των 1.042.830,59 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, για απαίτησή της από ομολογιακό δάνειο, που εξέδωσε η πρώτη ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη εταιρία και εγγυήθηκαν υπέρ αυτής οι δεύτερος και τρίτη ανακόπτοντες-αναιρεσίβλητοι.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ανέφεραν ότι η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται ξενοδοχειακές μονάδες στην Κω Δωδεκανήσου, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων των ξενοδοχείων της, συνολικής δαπάνης 182.000.000 ευρώ, από τα οποία 75.000.000 ευρώ εξασφαλίστηκαν με τραπεζικό δανεισμό, εξέδωσε το από 27-3-2008 πρόγραμμα κοινού ομολογιακού δανείου, ύψους 1.000.000 ευρώ, που καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από την καθ' ης τράπεζα, διαιρούμενο σε 1.000.000 ανώνυμες ομολογίες, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ η κάθε μία, φέρουσες αύξοντες αριθμούς 1 - 1.000.000.
Ότι κατά τους όρους του δανείου η εξόφληση αυτού θα γινόταν σε μία δόση στις 8-4-2013, κατά τη λήξη όμως αυτού η πρώτη ανακόπτουσα δεν εξόφλησε τούτο. Ότι την 31-5-2016 οι συνολικές οφειλές της πρώτης ανακόπτουσας προς την καθ' ης ανέρχονταν σε 40.850.000 ευρώ, ενώ την 31-12-2016 οι συνολικές δανειακές της υποχρεώσεις προς την καθ' ης και τις Τράπεζες Πειραιώς και Αττικής ανέρχονταν σε 113.000.000 ευρώ, ποσό από το οποίο 37,2% αφορούσε τις δανειακές της υποχρεώσεις προς την καθ' ης, και ότι τελικά η καθ' ης την 20-6-2017 κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, από την οποία κατά το χρόνο της καταγγελίας είχε απομείνει ανεξόφλητο το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό των 1.042.830,59 ευρώ.
Ότι η καθ' ης έχει εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης ύψους 55.100.000 ευρώ για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της πρώτης ανακόπτουσας από την επίδικη και άλλες δανειακές συμβάσεις, που την 31-5-2016 ανέρχονταν συνολικά σε 40.850.000 ευρώ, και ότι η πρώτη ανακόπτουσα κατά το πριν από την καταγγελία χρονικό διάστημα παρουσίαζε αύξηση των ακαθάριστων εσόδων της, κάλυπτε τις υποχρεώσεις της προς τους εργαζόμενους, το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους προμηθευτές της, και εξυπηρετούσε, βάσει γενομένων συμφωνιών ρύθμισης, τον τραπεζικό δανεισμό της, έχοντας καταβάλει κατά την τριετία 2014-2017 στην καθ' ης και τις Τράπεζες Πειραιώς και Αττικής το συνολικό ποσό των 8.497.000 ευρώ.
Ότι η πρώτη ανακόπτουσα είχε συνάψει με τις ανωτέρω τράπεζες τρεις συμφωνίες για τη ρύθμιση των δανείων της και την αποπληρωμή τους με ευμενέστερους όρους, και ειδικότερα α) την από 24-4-2012 έγγραφη συμφωνία με την καθ' ης, κατά τους όρους της οποίας της χορηγήθηκε περίοδος χάριτος έως 31-12-2012 για την εξυπηρέτηση των δανείων και ορίστηκε ότι η αποπληρωμή των κεφαλαίων, μετά την καταβολή των τόκων, θα γινόταν από την πλεονάζουσα ρευστότητα της επιχείρησης της πρώτης ανακόπτουσας, η οικονομική πορεία της οποίας θα παρακολουθείτο από ορκωτό λογιστή και ελεγκτική εταιρία της εμπιστοσύνης των τραπεζών, β) την από 24-4-2015 έγγραφη συμφωνία με την καθ' ης και τις Τράπεζες Πειραιώς και Αττικής, κατά τους όρους της οποίας της χορηγήθηκε νέα περίοδος χάριτος έως 31-12-2015 και συμφωνήθηκε η διερεύνηση εκ μέρους των συμβαλλομένων της δυνατότητας επίτευξης εντός εξαμήνου συμφωνίας για την οριστική ρύθμιση των οφειλών της πρώτης ανακόπτουσας, ενώ συμφωνήθηκε επίσης η καταβολή στις δανείστριες τράπεζες όλων των ταμειακών διαθεσίμων της πρώτης ανακόπτουσας μετ' αφαίρεση των λειτουργικών της εξόδων, και η απαγόρευση αναζήτησης κεφαλαίων από τρίτον επενδυτή, προτάθηκε δε στην πρώτη ανακόπτουσα να προβεί στην πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων επί των ενυποθήκων ακινήτων της, προκειμένου να αυξηθεί η αξία τους, η οποία (τακτοποίηση) θα χρηματοδοτείτο είτε από τις ταμειακές ροές της (πρώτης ανακόπτουσας), είτε από τις τράπεζες με νέο δάνειο 3.600.000 ευρώ, και γ) την από 30-12-2015/4-1-2016 έγγραφη συμφωνία με τις ανωτέρω τράπεζες, με την οποία παρατάθηκε η προηγούμενη μέχρι την 31-3-2016, ενόψει του ότι δεν είχε καταστεί μέχρι τότε η σύναψη της οριστικής συμφωνίας.
Ότι, παρά το γεγονός ότι οι συμφωνίες επιδείνωναν την οικονομική της θέση, επειδή δεν της επέτρεπαν την αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή ή την χρηματοδότηση από τουριστικούς πράκτορες για την ανακαίνιση των ξενοδοχείων της, ούτε την εκποίηση περιουσιακού στοιχείου της προς εξεύρεση κεφαλαίων, η πρώτη ανακόπτουσα τήρησε τους όρους τους και αποδέχτηκε την τοποθέτηση εκ μέρους των τραπεζών ορκωτού ελεγκτή και ελεγκτικής εταιρίας, για να ελέγχουν τις ταμειακές ροές της.
Όταν δε η Τράπεζα Αττικής διαφώνησε με τις υπόλοιπες τράπεζες και επιδίωξε ανεξάρτητα από αυτές την ικανοποίηση των απαιτήσεών της βάσει της 269/2014 διαταγής πληρωμής ποσού 12.896.825,76 ευρώ, η καθ' ης και η Τράπεζα Πειραιώς υποστήριξαν την πρώτη ανακόπτουσα στη σχετική δίκη, παρέχοντας έγγραφη βεβαίωση περί του ότι τα δάνειά της βρίσκονταν σε διαδικασία συνολικής ρύθμισης και προσάγοντας ως μάρτυρα υπέρ αυτής τον ελεγκτή, που είχαν τοποθετήσει στην πρώτη ανακόπτουσα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί δικαστική απόφαση περί προσωρινής αναστολής της ισχύος της διαταγής πληρωμής, ενώ έκτοτε όλες οι τράπεζες απείχαν από επιθετικές ενέργειες εις βάρος της για την είσπραξη των απαιτήσεών τους.
Ότι, παρά το γεγονός ότι η πρώτη ανακόπτουσα είχε συμμορφωθεί με τους όρους των τριών ως άνω συμφωνιών, και ενώ αυτή αναζητούσε νέους επενδυτές για την επέκταση των εγκαταστάσεών της, οι τράπεζες της απέστειλαν την από 5-8-2016 πρόταση οριστικής διευθέτησης της διαφοράς, με ιδιαίτερα δυσμενείς όρους, όπως η μεταβίβαση ποσοστού 95% των μετοχών της σε τρίτους επενδυτές και η παρακράτηση μόνο 5% από τους αρχικούς μετόχους, η παράδοση της διοίκησής της στις τράπεζες, η σύσταση ενεχύρου επί των μετοχών της υπέρ των τραπεζών και η αναγνώριση των δανειακών υπολοίπων.
Ότι, ακολούθως, η πρώτη ανακόπτουσα απέστειλε στις τράπεζες τις από 9-9-2016 και 3-11-2016 αντιπροτάσεις της για ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων, που προέβλεπαν άμεση καταβολή οφειλών ύψους 6.600.000 ευρώ και την είσοδο στρατηγικού επενδυτή με εισφορά κεφαλαίων ύψους 15.000.000 ευρώ, τις οποίες συζήτησαν οι εκπρόσωποί της σε συνάντηση που είχαν με εκπροσώπους των τραπεζών την 30-11-2016, όμως οι τελευταίες δεν τις αποδέχτηκαν, σκοπεύοντας να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρώτης ανακόπτουσας και ακολούθως να την πωλήσουν.
Ότι εν συνεχεία οι τράπεζες της απέστειλαν τη νέα από 9-12-2016 πρότασή τους με περισσότερο δυσμενείς όρους, ήτοι τη δυνατότητα περιορισμού των αρχικών μετόχων σε ποσοστό κατώτερο του 5% του μετοχικού της κεφαλαίου και τη μεταβίβαση εκ μέρους των εγγυητών στις τράπεζες των ακινήτων τους και των μετοχών τους σε άλλες εταιρίες, και η πρώτη ανακόπτουσα τους απέστειλε τη νέα από 31-1-2017 αίτησή της για ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων, που δεν έγινε δεκτή, και κατόπιν αυτού οι τράπεζες προέβησαν στην καταγγελία όλων των δανειακών συμβάσεων, κατά παράβαση του Κώδικα Δεοντολογίας, επειδή δεν υπέβαλαν αρχικά ήπια πρόταση ρύθμισης και, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, πρόταση οριστικής διευθέτησης, αλλά εξαρχής πρόταση οριστικής διευθέτησης, ενώ δεν τήρησαν ούτε την επιβαλλόμενη από τον Κώδικα εμπιστευτικότητα της διαδικασίας, διαρρέοντας στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τους όρους της δεύτερης συμφωνίας περί χορήγησης προθεσμίας χάριτος, ενόσω αυτοί βρίσκονταν υπό διαπραγμάτευση, τα οικονομικά δεδομένα της πρώτης ανακόπτουσας, την ύπαρξη ενδιαφερόμενων αγοραστών και την επικείμενη πλειστηρίαση των ξενοδοχειακών της εγκαταστάσεων, αργότερα δε η πρώτη ανακόπτουσα απέστειλε στις τράπεζες τη νεότερη από 1-8-2017 πρόταση για αναδιάρθρωση των χρεών και ρύθμιση της αποπληρωμής τους, επί της οποίας δεν έλαβε απάντηση.
Ότι, ενόψει όλων των ανωτέρω, και ιδίως της επανειλημμένης επί πενταετία σύναψης με τις τράπεζες συμφωνιών περί χορήγησης περιόδου χάριτος υπό όρους, που τήρησε η πρώτη ανακόπτουσα και είχαν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης, της αποχής τους από τη δικαστική επιδίωξη της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και της πρότασής τους περί χορήγησης σε αυτήν νέου δανείου 3.600.000 ευρώ για την πολεοδομική τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων, δημιουργήθηκε στην πρώτη ανακόπτουσα η εύλογη πεποίθηση ότι οι δανείστριες τράπεζες, μεταξύ αυτών και η καθ' ης, δεν θα ασκήσουν τα δικαιώματά τους, αλλά θα προχωρήσουν τελικά σε ρύθμιση της αποπληρωμής των δανείων της, επομένως η από 20-6-2017 καταγγελία της καθ' ης και η επιδίωξη της απαίτησής της με την έκδοση της ανακοπτόμενης .../2017 διαταγής πληρωμής, παρόλο που αυτή ασφαλίζεται με εμπράγματες ασφάλειες στην περιουσία των ανακοπτόντων και προσωπικές εγγυήσεις των δεύτερου και τρίτης από αυτούς, υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 64/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία ειδικότερα απέρριψε τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αυτής ως μη νόμιμο. Επί εφέσεως των αναιρεσίβλητων επί αυτής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 140/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία έκρινε νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, δέχτηκε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, είναι νόμιμος κατ' άρθρο 281 Α.Κ. και ουσιαστικά βάσιμος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία έτσι παραβίασε ευθέως, αφού τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση του ως άνω λόγου περιστατικά, μεμονωμένα εξεταζόμενα αλλά και αθροιστικά εκτιμώμενα, αληθή δε αυτά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της ανακοπής των αναιρεσίβλητων δεν είναι νόμιμος.
Ειδικότερα, η εκτιθέμενη στην ανακοπή συμπεριφορά της καθ' ης, που εκδηλώθηκε με τη σύναψη μεταξύ των ανακοπτόντων, της καθ' ης και των λοιπών Τραπεζών (Πειραιώς και Αττικής) των από 24-4-2012 και 24-4-2015 συμφωνιών περί παροχής περιόδου χάριτος έως 31-12-2012 και 31-12-2015, αντίστοιχα, ως προς την εξόφληση των δανείων της πρώτης ανακόπτουσας, η δεύτερη από τις οποίες (συμφωνίες) παρατάθηκε με την από 30-12-2015/4-1-2016 συμφωνία μέχρι την 31-3-2016, περί διαρκούς ελέγχου των οικονομικών της από ορκωτό λογιστή και ελεγκτική εταιρία της εμπιστοσύνης των τραπεζών και περί διερεύνησης της δυνατότητας σύναψης οριστικής συμφωνίας αναδιάρθρωσης, δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει στους ανακόπτοντες την πεποίθηση, και μάλιστα εύλογη, ότι η καθ' ης, και μετά τη λήξη ισχύος τους, δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της από τη δανειακή σύμβαση, λόγω του εξαιρετικού και προσωρινού χαρακτήρα των συμφωνιών, που ευθέως συνάγεται από την περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος τους και από τους αναφερόμενους στην ανακοπή όρους περί μη αποπληρωμής, κατά τη διάρκειά τους, των συμφωνημένων δόσεων, αλλά μόνο των τόκων και του μέρους του κεφαλαίου, που θα επέτρεπαν τα ταμειακά διαθέσιμα της πρώτης ανακόπτουσας.
Επίσης, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά, ήτοι α) ο επικαλούμενος σκοπός των τραπεζών να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρώτης ανακόπτουσας μέσω της μεταβίβασης των μετοχών της και εν συνεχεία να την πωλήσουν, αφού ο σκοπός αυτός είναι δικαιολογημένος στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την οριστική διευθέτηση της διαφοράς, που μπορεί να περιλαμβάνει και συμφωνία περί μεταβολής στα πρόσωπα των μετόχων, και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αφ' εαυτού βλαπτικός των συμφερόντων του νομικού προσώπου της δανειολήπτριας και των εγγυητών της οφειλής της, β) η επικαλούμενη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της πρώτης ανακόπτουσας λόγω της τήρησης των όρων των συμφωνιών χορήγησης περιόδου χάριτος περί απαγόρευσης εξεύρεσης τρίτου επενδυτή και χρηματοδότησης από τουριστικούς πράκτορες, αφού η πρώτη ανακόπτουσα είχε συναινέσει στους όρους αυτούς με αντάλλαγμα την προσωρινή παύση των διώξεων και την παροχή προσωρινών διευκολύνσεων στην αποπληρωμή του δανείου, γ) η αναφερόμενη εξασφάλιση της απαίτησης της καθ' ης με εμπράγματες ασφάλειες και παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των δεύτερου και τρίτης ανακοπτόντων, αφού οι ασφάλειες παρέχονται για την ικανοποίηση του δικαιώματος και δεν μπορούν να αποτελέσουν αιτία ματαίωσής της, δ) η επικαλούμενη θετική οικονομική πορεία της πρώτης ανακόπτουσας και η κάλυψη των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων (εργαζομένων, Δημοσίου, ταμείων, προμηθευτών) και των τραπεζών, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί με τις συμφωνίες χορήγησης περιόδου χάριτος, ενόψει του ότι, όπως αναφέρεται στην ανακοπή, οι συνολικές υποχρεώσεις της πρώτης ανακόπτουσας έναντι των τραπεζών, πριν από την καταγγελία και την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ήταν πολύ υψηλές και ανέρχονταν την 31-12-2016 σε 113.000.000 ευρώ, ποσό από το οποίο 37,2% αφορούσε αποκλειστικά τις οφειλές της προς την καθ' ης από την επίδικη και άλλες δανειακές συμβάσεις (οφειλές που την 31-5-2016 ανέρχονταν σε 40.850.000 ευρώ), και ε) η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες μη τήρηση εκ μέρους των τραπεζών της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας, λόγω της αποστολής της από 5-8-2016 πρότασης οριστικής διευθέτησης χωρίς να έχει προηγηθεί πρόταση ρύθμισης και μη επίτευξη συμφωνίας επ' αυτής, αφού, όπως αναφέρουν οι ανακόπτοντες, είχε προηγηθεί η σύναψη των από 24-4-2012, 24-4-2015 και 30-12-2015/4-1-2016 συμφωνιών ρύθμισης περιορισμένης χρονικής διάρκειας και διερεύνησης των δυνατοτήτων οριστικής διευθέτησης, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και μετά την από 5-8-2016 πρόταση οριστικής διευθέτησης, με την αποστολή εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας στις τράπεζες των από 9-9-2016 και 3-11-2016 αντιπροτάσεών τους, που συζητήθηκαν σε συνάντηση των μερών την 30-11-2016, την αποστολή από τις τράπεζες της νέας από 9-12-2016 πρότασης οριστικής διευθέτησης και την αποστολή από την πρώτη ανακόπτουσα της από 31-1-2017 αίτησης για ρύθμιση και της από 1-8-2017 πρότασης για αναδιάρθρωση των χρεών, ενέργειες που επίσης απέβησαν άκαρπες, δηλαδή, πριν από την καταγγελία και την έκδοση της διαταγής πληρωμής, τα μέρη είχαν συζητήσει όλες τις προτάσεις και εξαντλήσει όλες τις δυνατές προοπτικές για εξεύρεση συναινετικής διευθέτησης της διαφοράς, χωρίς αποτέλεσμα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η τράπεζα δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να προτείνει στην πρώτη ανακόπτουσα λύση με όρους ασύμφορους για την ίδια ή να δεχτεί αντιπρότασή της που είναι στο σύνολό της ζημιογόνα γι' αυτήν, ούτε αποτελεί, κατά τον Κώδικα Δεοντολογίας, προϋπόθεση της πρότασης λύσης οριστικής διευθέτησης η προηγούμενη πρόταση λύσης ρύθμισης, όταν η ρύθμιση αξιολογείται από το πιστωτικό ίδρυμα ως μη βιώσιμη, το δε συμβατικό δικαίωμα της τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση και να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της απαίτησής της είναι απόρροια του δικαιώματός της για διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει.
Αντιφατική δε συμπεριφορά της καθ' ης, δυνάμενη να καταστήσει, σε συνδυασμό με τα πιο πάνω περιστατικά, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της, δεν στοιχειοθετείται ούτε α) από την αποχή των τραπεζών, και ειδικότερα της καθ' ης, από τη δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεών τους κατά τα έτη 2012 έως 2017, αφού η αποχή αυτή, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, έγινε σε συμμόρφωση με τους όρους των συμφωνιών παροχής περιόδου χάριτος και κατά τη διάρκεια των προσπαθειών για την εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για τη διευθέτηση της διαφοράς, ενώ σε κάθε περίπτωση διήρκεσε για χρονικό διάστημα, που δεν είναι μεγάλο, β) από τον επικαλούμενο από τους ανακόπτοντες όρο της δεύτερης συμφωνίας, με τον οποίο οι τράπεζες πρότειναν να χρηματοδοτήσουν την πρώτη ανακόπτουσα με το ποσό των 3.600.000 ευρώ για να προβεί σε τακτοποίηση, βάσει της πολεοδομικής νομοθεσίας, των αυθαιρέτων εγκαταστάσεων των ενυποθήκων ακινήτων της, αφού η πρόταση αυτή εμφανώς αποσκοπούσε, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στην ανακοπή, στην επαύξηση της αξίας των ακινήτων και τη συνακόλουθη καλύτερη εξασφάλιση των απαιτήσεων των τραπεζών, και γ) από την υποστήριξη, που παρείχαν η καθ' ης και η Τράπεζα Πειραιώς στην πρώτη ανακόπτουσα κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας της με την Τράπεζα Αττικής, ενόψει του ότι η Τράπεζα Αττικής είχε αποφασίσει να ενεργήσει ανεξάρτητα από τις άλλες δανείστριες τράπεζες, διεκδικώντας τα δικαιώματά της με την έκδοση διαταγής πληρωμής, και όχι στα πλαίσια συνολικής συμφωνίας, στην οποία θα μετείχαν όλες οι τράπεζες, προκύπτει δηλαδή από τα αναφερόμενα στην ανακοπή ότι η υποστήριξη αυτή έγινε για την προστασία των συμφερόντων της καθ' ης και της Τράπεζας Πειραιώς έναντι της Τράπεζας Αττικής και δεν ενείχε παραίτηση από τα δικαιώματά τους έναντι των ανακοπτόντων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλειά του καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής (αναιρέσεως), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσαντα αυτό αναιρεσείουσα και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας και της υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176, 182 §§ 1 και 2, και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους από 29-8-2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης ως απαραδέκτους.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 140/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ