Supreme Court dismisses appeal on labor contract validity and wage calculation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding labor disputes. The appellant argued that employment contracts were invalid due to a lack of health insurance, while the lower court found them valid and ordered wage payments. The court rejected this claim, ruling that the contracts were valid and the lower court correctly applied the law on wage calculations regardless of contract validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 904 of the Civil Code; The validity of employment contracts is not negated by the absence of a health insurance booklet, and wage calculations apply to all labor relations irrespective of the contract's validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 1371/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θωμά Μάγγου του Γεωργίου, κατοίκου Σοφάδων Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πασχάλη Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ηρακλή Κουκόσια του Αθανασίου, κατοίκου Σοφάδων Καρδίτσας και 2)Χριστίνας Αρβανίτη του Λάμπρου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/10/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς 7335/10.2.2021 και 7379/22.2.2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας, Γεώργιου Κων/νου Πολύζου, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.10.2020 και με αριθ.
κατάθ. 3/8.10.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης (δηλαδή την 28.9.2021) καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, με παράδοση του οικείου δικογράφου στη σύνοικο μητέρα του και προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως αντίκλητο αυτής, με παράδοση του οικείου δικογράφου στον ίδιο (άρθρα 126 παρ. 1 περ.
α, 128 παρ. 1 και 3 και 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015). Κατά την ως άνω δικάσιμο (δηλαδή την 28.9.2021), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε παραστάθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και δεν κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ότι δεν θα παρασταθούν κατά την εκφώνηση.
Επομένως, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την από 8.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3/8.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 147/23.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (δικάσαντος ως Εφετείου), που εκδόθηκε κατόπιν της από 28.4.2015 και με αριθμό κατάθεσης 186/28.4.2015 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 86/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση, την οποία είχε ασκήσει ο εναγόμενος -εκκαλών και ήδη αναιρεσείων κατά των εναγόντων -εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος τη με ημερομηνία 6.6.2014 και με αριθμό κατάθεσης 163/6.6.2014 αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 3.973,49 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 3.399,94 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις σε αυτή διακρίσεις.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Καρδίτσας στις 8.10.2020 και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 23.7.2020. Η αίτηση αναίρεσης, επομένως, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556,558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων Μονομελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6)αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 13/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, καθώς και με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαίως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσαχθέντα ενώπιόν του από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα έγγραφα, τα οποία παρατίθενται στην αίτηση αναίρεσης, και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι ουδέποτε οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας.
Με αυτό το περιεχόμενο, το πρώτο και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, καθώς και το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτα, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη σκέψη που προηγήθηκε, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, τέτοιος λόγος αναίρεσης (αντίστοιχος του προβλεπόμενου στον αριθμό 11 του άρθρου 559 το ΚΠολΔ) δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.
Το κατά το άρθρο 250 του ΚΠολΔ δικαίωμα του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση κάποιου διαδίκου την αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, όταν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που έχει επιρροή επί της διάγνωσης της διαφοράς, απόκειται στην ελεύθερη κρίση του, που δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, προκειμένου περί αποφάσεων Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης ούτε από τις διατάξεις του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εάν το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε παρόμοιο αίτημα διαδίκου, το οποίο δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2012) Κατ' ακολουθία αυτού, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης), ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για την αναβολή της δίκης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία επί της 1032/18.5.2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία ο πρώτος ενάγων- εφεσίβλητος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, κρίνεται απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 358/2020, 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 147/23.7.2020, απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "... Αν και εργάσθηκαν (εννοείται οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι) σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος και μάλιστα η δεύτερη από αυτούς και ενίοτε ο πρώτος παρείχαν υπηρεσίες προς το κοινό και έρχονταν έτσι σε άμεση επαφή με τα τρόφιμα ή ποτά ή με τον καταναλωτή τούτων ή με τον χρήση των υπηρεσιών, δεν ήταν εφοδιασμένοι με βιβλιάρια υγείας, αφού δεν τα επικαλούνται, ούτε τα προσκομίζουν και αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η σύμβαση εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη και δεν μπορούν να έχουν αξιώσεις από αυτή και μάλιστα για δεδουλευμένες αποδοχές. Έχουν, όμως, όσες αξιώσεις παρέχονται σε αυτούς ευθέως από το νόμο και ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής τους σύμβασης, όπως είναι οι αξιώσεις για την καταβολή προσαύξησης 75% και 25% για την παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και κατά τη διάρκεια της νύκτας αντίστοιχα.
Το ημερομίσθιο των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητων) κατά το χρόνο πρόσληψής τους από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) σύμφωνα με τον πίνακα κατάταξης σε ασφαλιστικές κλάσεις των αμειβόμενων με κυμαινόμενες αποδοχές μισθωτών όλης της χώρας για το έτος 2013 ανερχόταν για μεν τον πρώτο ενάγοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο) στο ποσό των 47,82 ευρώ για δε τη δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη)στο ποσό των 40,45 ευρώ.
Για όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εργάστηκαν στην καφετέρια του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), (εννοείται στην καφετέρια-μπαρ με τον τίτλο "ΚΙΕΡΙΟΝ" στους Σοφάδες Καρδίτσας) ήτοι από 08-06-2013 έως 15-08-2013 (58 καθημερινές και Κυριακές), ο τελευταίος κατέβαλε στο μεν πρώτο απ' αυτούς μόνο το ποσό των 401,00 ευρώ, στη δε δεύτερη μόνο το ποσό των 301,00 ευρώ, που καταλογίζονται στα δεδουλευμένα ημερομίσθια του μηνός Ιουνίου 2013, ενώ έπρεπε να τους καταβάλει για τις 58 καθημερινές του ως άνω χρονικού διαστήματος, τα εξής ποσά:
Στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.773,56 (47,82 ευρώ X 58 ημέρες) ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.346,1 (40,45ευρώ X 58 ημέρες) ευρώ. Έτσι οφείλει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 2.372,56 (2.773,56 € - 401,00 Ε) ευρώ, στη δε δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 2.045,1 (2.346,1 € - 300,00) ευρώ. Κατά τα ποσά αυτά ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων (που απασχολήθηκαν στην επιχείρησή του με άκυρη σύμβαση), τα οποία αποτελούν την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία τους και συνίστανται στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλους εργαζόμενους (μαιτρ και σερβιτόρα) που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Επίσης ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους): Α) Για προσαύξηση για τη νυχτερινή εργασία τους: Οι ενάγοντες ενόψει του προαναφερομένου ημερησίου ωραρίου τους (19:30-3:30) παρείχαν νυχτερινή εργασία τις 58 καθημερινές επί 5,5 ώρες καθημερινά (22:00-3:30). Επομένως δικαιούνται σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18310/1946, κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών προσαύξησης 25% επί του ωρομισθίου των.
Το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα, απασχόλησης του πρώτου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 47,82 ευρώ, ημερομίσθιο Χ6 ημέρες= 286,92 ευρώ την εβδομάδα : 40 ώρες = 7,17 ευρών ωρομίσθιο.
Συνεπώς, ο εναγόμενος οφείλει στον πρώτο ενάγοντα 7,17 ευρώ ωρομίσθιο X 5,5 ώρες= 39,44 ευρώΧ25%=9,86 ευρώ την ημέρα για προσαύξηση Χ58 ημέρες=571,88 ευρώ. Το ωρομίσθιο για το χρονικό διάστημα απασχόλησης της δεύτερης ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 40,45 ευρώ ημερομίσθιο X 6 ημέρες = 242,7 ευρώ την εβδομάδα : 40 ώρες = 6,07 ευρώ ωρομίσθιο.
Συνεπώς, ο εναγόμενος οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα: 6,07 ευρώ ωρομίσθιο Χ5,5 ώρες =33,39 ευρώΧ25% =8,35 ευρώ την ημέρα για προσαύξηση Χ58 ημέρες = 484,3 ευρώ. Τα ποσά αυτά της προσαύξησης για τη νυχτερινή εργασία οφείλονται από το νόμο ανεξάρτητα από του αν η σύμβαση, είναι σύμφωνα με τα παραπάνω, άκυρη. Β) Για εργασία που εκτέλεσαν τις 11 Κυριακές στις οποίες συμπίπτει και νυχτερινή εργασία 5,5 ωρών:
Στον πρώτο ενάγοντα: 47,82 ημερομίσθιο + 9,86 (προσαύξηση 25%) [7,17 € (47,82X6-286,92:40) ωρομίσθιο X 5,5 ώρες 39,44 ευρώΧ25% 9,86 ευρώ] + 35,87 € (προσαύξηση 75%, ήτοι 47,82 ημερομίσθιοΧ75%) = 93,55 ευρώ την κάθε Κυριακή X 11 Κυριακές = 1.029,05 ευρώ. Τα ποσά των προσαυξήσεων 108,46 (9,86X1) ευρώ και 394,57 (35,87X11) ευρώ οφείλονται από το νόμο ανεξάρτητα από του αν η σύμβαση είναι άκυρη, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 526,02 (47,82X11) ευρώ, ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του πρώτου ενάγοντος (που απασχολήθηκε στην επιχείρησή του με άκυρη σύμβαση), το οποίο αποτελεί την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του και συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο μαιτρ που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας. ..Στη δεύτερη ενάγουσα: 40,45 ημερομίσθιο + 8,35 (προσαύξηση 25%) [6,07 € (40,45X6 242,7:40) ωρομίσθιο X 5,5 ώρες= 33,39 ευρώΧ25% =8,35 ευρώ) + 30,34 € (προσαύξηση 75%, ήτοι 40,45 ημερομίσθιοΧ75%) = 79,14 ευρώ την κάθε Κυριακή X 11 Κυριακές = 870,54 ευρώ.
Τα ποσά των προσαυξήσεων 91,85 (8,35X11) ευρώ και 333,74 (30,34X11) ευρώ οφείλονται από το νόμο ανεξάρτητα από του αν η σύμβαση είναι άκυρη, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 444,95 (40,45X11) ευρώ, ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της δεύτερης ενάγουσας (που απασχολήθηκε στην επιχείρησή του με άκυρη σύμβαση), το οποίο αποτελεί την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία της και συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε σε άλλη εργαζόμενη σερβιτόρα που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) οφείλει στον πρώτο ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) το συνολικό ποσό των 3.973,49 (2.372,56 + 571,88 + 1.029,05) ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 3.399,94 (2.045,1+484,3 + 870,54) ευρώ, τα οποία αρνείται να τους τα καταβάλει, παρά τις συνεχείς οχλήσεις τους".
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την υπαγωγή των παραπάνω περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, δεν εφήρμοσε το άρθρο 648 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο: "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό.
Σύμβαση εργασίας υπάρχει και όταν ο μισθός υπολογίζεται κατά μονάδα παρεχόμενης εργασίας ή κατ' αποκοπή, αρκεί ο εργαζόμενος να προσλαμβάνεται ή να απασχολείται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο". Αντίθετα, δεχόμενο ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες για τον λόγο ότι οι αναιρεσίβλητοι στερούνταν βιβλιαρίου υγείας, παρότι εργάζονταν σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια-μπαρ), επιδίκασε στους ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους:
α) τα ημερομίσθια με βάση το άρθρο 904 παρ. 1 του ΑΚ σύμφωνα με το οποίο: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη", (και όχι με βάση το άρθρο 648 του ΑΚ), β) τις προσαυξήσεις για τη νυκτερινή τους απασχόληση σύμφωνα με την ΚΥΑ 18310/1946 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και γ) τις προσαυξήσεις της εργασίας τους σε Κυριακές σύμφωνα με την ΚΥΑ 8900/1946 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, δεδομένου ότι οι ως άνω ΚΥΑ εφαρμόζονται σε κάθε εργασιακή σχέση ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη αυτής.
Επομένως, το από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) του ΚΠολΔ δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 648 ΑΚ, εφ' όσον οι αναιρεσίβλητοι εστερούντο βιβλιαρίου υγείας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 8.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3/8.10.2020 αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3/8.10.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 147/23.7.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της με αριθμό 86/13.3.2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 1371/2021 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου