1371/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/3/2009 και 19/1/2010 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2974/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/5/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1371/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632, παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση χρόνο, προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1371/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εγγλέζο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/3/2009 και 19/1/2010 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2974/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/5/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 6796Γ/5-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π. Ψ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση της υπό κρίση από 6-5-2016 αιτήσεως για αναίρεση της 2974/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής και της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή της κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτή στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 576 § 2). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 2974/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 10-10-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 276/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19-1-2010 ανακοπή του τελευταίου κατά της 2547/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικόγραφο της οποίας θεωρήθηκε ότι περιείχε πρόσθετο λόγο ανακοπής, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-3-2009 ανακοπή του και ακυρώθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, όσον αφορά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης και για το πέραν των 2.047,78 ευρώ ποσό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632, παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση χρόνο, προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της εκδόσεως της τελευταίας.
Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και άρα, δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της.
Έτσι, τα επιγενόμενα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η παραγραφή της απαίτησης εν επιδικία, μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης, αφού ο συγκεκριμένος οψιγενής ισχυρισμός δεν μπορούσε αντικειμενικά να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1366/2008).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο (ΑΠ 2001/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση μόνο,14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο απαραδέκτως απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής εν επιδικία της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως τελευταίας κομίστριας των τραπεζικών επιταγών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη 2547/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 εξάμηνη παραγραφή, καθόσον από τη ματαίωση της συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά τη δικάσιμο της 6-11-2012 μέχρι την επαναφορά της προς συζήτηση με την από 17-6-2013 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Το εκκαλούν με τις έγγραφες και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις του....προέβαλε περαιτέρω το πρώτον στην παρούσα δίκη, την ένσταση της εν επιδικία παραγραφής της αξίωσης των εφεσιβλήτων εκ των τραπεζικών επιταγών, ισχυριζόμενο ότι από την ματαίωση της συζήτησης της έφεσης στις 6-11-2012 μέχρι την επαναφορά αυτής προς συζήτηση με την παραπάνω κλήση στις 27-6-2013, παρήλθε η εξάμηνη παραγραφή της αξίωσης από επιταγή.
Η ένσταση αυτή απαραδέκτως προβάλλεται για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου που δικάζει ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με βάση πιστωτικούς τίτλους καθόσον πρόκειται για νέο λόγο, μη περιεχόμενο στο δικόγραφο της ανακοπής και έναντι των γενικών διατάξεων (527 ΚΠολΔ) κατισχύει η ειδική διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι νέοι δε λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη".
Συνακόλουθα, το Εφετείο, που έκρινε ότι απαραδέκτως προβλήθηκε με την ανακοπή το ως άνω επιγενόμενο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικό (παραγραφή εν επιδικία), έστω και με διαφορετική αιτιολογία δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος (ΚΠολΔ 578).
Το άρθρο 623 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (4-3-2009), όριζε ότι "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο".
Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων, εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 751/2017, ΑΠ 432/2015, ΑΠ 2347/2009).
Άλλωστε, το κρινόμενο ζήτημα, κατά τον έλεγχο για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν έχει να κάνει με την υποκείμενη σχέση, αλλά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 623 ΚΠολΔ. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι με το άρθρο 1 του Ν. 4329/2015, προστέθηκε στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μετά το άρθρο 272, Τρίτο Τμήμα "Διαδικασία Έκδοσης Διαταγής Πληρωμής" και συγκεκριμένα τα άρθρα 272 Α έως 272 Ι, σχετικά με τις προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητικές συμβάσεις, ενώ με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, τροποποιήθηκε το άρθρο 623 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, στην τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται πλέον ότι "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 624 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και η απαίτηση, καθώς και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης του οφειλέτη".
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό, κατ' ορθή εκτίμηση, 14 και όχι 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν συνέτρεχε η νόμιμη προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης από ιδιωτική διαφορά. Τούτο δε διότι οι δίγραμμες επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έχουν "...ως υποκείμενη αιτία την συναφθείσα στις 6.12.2007 … με αριθμό ...
έγγραφη Σύμβαση Προμήθειας ..., ανάμεσα στο Διοικητή του ... .., Κ. Δ., ως εκπρόσωπο της ..., ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε με την διαταγή ΠΔ 0-2/2001/ΑΔΤΕ/ΔΕΜ, και τον Π. Α., εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία αναδείχθηκε προμηθεύτρια του ......". Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176 και 183), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ