1371/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1371/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κ.λ.π.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ των σχέσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1371/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο-Εισηγητή, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.966/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ’ Π.Κ.) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από αυτή τη διάταξη προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κ.λ.π.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ των σχέσεων.
Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης [ΑΠ 665/2015, ΑΠ 265/2013]. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [Ολ ΑΠ 1/2005].
Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν, το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα στην περίπτωση δε της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στη πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο [Απ 669/2016]. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 966/2016 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, το εν λόγω Δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται σε αυτή, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Τον Μάιο του 2008 ο Γ.
Γ. του Β., κάτοικος ... και γεωργοκτηνοτρόφος στο επάγγελμα (κατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση, που αθωώθηκε στον πρώτο βαθμό δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1273/2014 εκκαλούμενης απόφασης), χάριν καταβολής για το τίμημα πώλησης προβάτων, τα οποία αγόρασε από την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία είχε ως αντικείμενο δραστηριότητάς της το χονδρικό εμπόριο ζώντων ζώων και της οποίας ομόρρυθμα μέλη και συνδιαχειριστές ήταν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι και αδελφοί Μ.
Τ. και Γ. Τ., εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ. Τ. την υπ’ αριθμ. ... τραπεζική επιταγή, με πληρώτρια την .... Η εν λόγω επιταγή παραδόθηκε λευκή ως προς τα στοιχεία της και έφερε μόνο την υπογραφή του άνω εκδότη. Η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, εκπροσωπούμενη από τον ομόρρυθμο εταίρο Μ. Τ., ο οποίος ασχολούνταν αποκλειστικά με τις υποθέσεις και την εκπροσώπηση της εταιρείας στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τον άλλο ομόρρυθμο εταίρο-κατηγορούμενο Γ.
Τ., που εκπροσωπούσε την εταιρεία στη Ρουμανία, είχε (η ΟΕ) συναλλαγές με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) Α. Ζ., ο οποίος εκμεταλλεύεται πρατήριο υγρών καυσίμων στο 8° χιλιόμετρο Λάρισας-Συκουρίου, και συγκεκριμένα η ομόρρυθμη εταιρεία αγόραζε ποσότητες καυσίμων από την επιχείρηση του Α.
Ζ.. Η εταιρεία ... αντιμετώπιζε ήδη από το 2008 πρόβλημα ακάλυπτων επιταγών πελατών της και, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότησή της, χρειαζόταν επιταγή αξιόχρεου οφειλέτη για να την προεξοφλήσει και να χρηματοδοτηθεί. Προς τον σκοπό αυτόν ο Α. Ζ., που είχε συναλλαγές με τον Β. Μ., ο οποίος διατηρεί επιχείρηση διεθνών μεταφορών με ψυγεία φορτηγά, και λόγω των συναλλαγών αυτών είχε γνώση της γραφής και υπογραφής και του αριθμού φορολογικού μητρώου του Β.
Μ., με προτροπές και φορτικές παραινέσεις έπεισε στις 9.10.2008 άγνωστο άτομο να παρέμβει στην επιταγή χωρίς δικαίωμα ή τη συναίνεση του εκδότη και του Β. Μ. και να συμπληρώσει, όπως και έπραξε, τα ελλείποντα στοιχεία και συγκεκριμένα να συμπληρώσει τον τόπο έκδοσης (Λάρισα), την ημερομηνία έκδοσης (10/4/09), το ποσό της επιταγής (10.000€, αριθμητικώς και ολογράφως), το όνομα ["Μ.
Β." (sic)], την απομίμηση της υπογραφής του Β. Μ. στο πίσω μέρος του αξιογράφου και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου, τον οποίον γνώριζε από τις μεταξύ τους συναλλαγές. Η πλαστογραφία αυτή έλαβε χώρα στις 9.10.2008 και την ίδια ημέρα η επιταγή, ως μεταχρονολογημένη επιταγή, οπισθογραφήθηκε λόγω ενεχύρου στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (Υποκατάστημα ...), από τον Μ.
Τ., ο οποίος γνώριζε την προπεριγραφόμενη πλαστογραφία. Προς το συμπέρασμα ότι ο Α. Ζ. δεν ήταν ο φυσικός αυτουργός της πλαστογράφησης της επιταγής, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σαφώς συνηγορεί το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το οποίο η κατ’ απομίμηση του Β. Μ. υπογραφή δεν μπορεί να αποδοθεί στον Α.
Ζ.. Επίσης, ούτε από την πραγματογνωμοσύνη ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η υπογραφή τέθηκε από κάποιον άλλον από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους ή κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο (με γνωστά στοιχεία). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Μ. Τ., κάνοντας χρήση της πλαστογραφημένης επιταγής και γνωρίζοντας ότι αυτή είναι πλαστογραφημένη, εμφάνισε τούτη προς πληρωμή κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής της (10.4.2009), πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε και σφραγίσθηκε ως ακάλυπτη, λόγω έλλειψης υπολοίπου.
Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθμ. …/2009 διαταγής πληρωμής, με βάση την άνω τραπεζική επιταγή, μετά από αίτηση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ κατά του εκδότη Γ. Γ., ο οποίος αθωώθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το αδίκημα της πλαστογραφίας (της άνω επιταγή), και του φερομένου ως πρώτου εις διαταγήν κομιστή της επιταγής Β.
Μ., ως συνοφειλετών εις ολόκληρον. Κατά της διαταγής πληρωμής άσκησε ανακοπή ο δεύτερος υπόχρεος, προβάλλοντας την πλαστότητα του τίτλου, και υπέβαλε την έγκληση βάσει της οποίας κινήθηκε η παρούσα ποινική διαδικασία. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπόθεση του τρίτου εκκαλούντος-κατηγορουμένου Γ.
Τ., ο οποίος δεν γνώριζε για την έκδοση και χρήση της άνω πλαστογραφημένης επιταγής και, όπως προαναφέρθηκε, δεν ασχολούνταν με τα εταιρικά θέματα στην Ελλάδα. Σύμφωνες με το συμπέρασμα ότι ο Γ. Τ. αγνοούσε την ύπαρξη της άνω επιταγής είναι η απολογία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αθωωθέντος Γ. Γ., ο οποίος δεν γνώριζε τον Γ.
Τ. και η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης των εκκαλούντων Μ. και Γ. Τ., Σ. Μ. του Γ., λογιστή της πιο πάνω ΟΕ, που βεβαίωσε την άγνοια του Γ. Τ. και την αποκλειστική απασχόληση του Μ. Τ. με τα εταιρικά θέματα στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με τη μορφή κατάρτισης πλαστού [πρωτοδίκως καταδικάστηκε ως φυσικός αυτουργός πλαστογραφίας με τη μορφή κατάρτισης πλαστού (χωρίς τη χρήση του πλαστού, όπως του αποδιδόταν με το κατηγορητήριο, με το αιτιολογικό ότι δεν κυκλοφόρησε την επιταγή στις συναλλαγές)] και ο δεύτερος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, που εν γνώσει χρησιμοποίησε την πλαστή επιταγή, προσκομίζοντάς την στο υποκατάστημα της τράπεζας Πειραιώς για να χρηματοδοτηθεί η ΟΕ, ένοχος για χρήση πλαστού, ενώ ο τρίτος των εκκαλούντων πρέπει να κηρυχθεί αθώος.
Όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, χρόνος τέλεσης της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστού από τους ενόχους κατηγορουμένους είναι η 9.10.2008, που είναι ο χρόνος ενεχυρίασης της επιταγής, και όχι ο αναφερόμενος στο κατηγορητήριο (10.4.2009) που είναι απλώς ο χρόνος εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και δη του ότι "με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση σε άλλο πρόσωπο να διαπράξει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό πλημμελήματος που τέλεσε και συγκεκριμένα στη Λάρισα στις 9.10.2008 με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις έπεισε άγνωστο άτομο να καταρτίσει πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Ειδικότερα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος έπεισε το προαναφερόμενο άγνωστο άτομο να θέσει στο σώμα της υπ’ αριθμ. ... τραπεζικής επιταγής της τράπεζας με την επωνυμία "..." και στα αντίστοιχα σημεία ως τόπο έκδοσης "...", ως όνομα του δήθεν εις διαταγήν κομιστή "Μ. Β.", ως πληρωτέο ποσό 10.000 ευρώ (και ολογράφως), ως ημερομηνία λήξης την 10.4.2009 και, επίσης, να θέσει στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης κατ’ απομίμηση υπογραφή του εγκαλούντος Β.
Μ. και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου εκείνου, χωρίς τη συναίνεση ή εντολή του, ώστε να φανεί ότι ο εγκαλών ήταν ο οπισθογράφος του τίτλου με το ως άνω περιεχόμενο" και τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά [7] μηνών, την οποία, στη συνέχεια, ανέστειλε επί διετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27, 46 παρ. 1 α, 216 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, α) αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.
β) οι παραπάνω αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στον [άγνωστο] φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη είναι επαρκείς, καθόσον δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πέραν της αναφοράς στην απόφαση του τρόπου και των μέσων με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τι συνίσταται η πειθώ, οι παραινέσεις, η προτροπή και η φορτικότητα, αλλά αρκεί, ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στην λήψη της απόφασης, αιτιωδώς, ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε η φυσική αυτουργός.
Η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στη πράξη της πλαστογραφίας, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού το στοιχείο του δόλου, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του και διαλαμβάνεται, περί του στοιχείου αυτού, αιτιολογία στην κύρια περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή.
Ακόμη διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι α) ο αναιρεσείων έπεισε τον άγνωστο δράστη και αυτός συμπλήρωσε την επιταγή ως προς τα ελλείποντα στοιχεία και έθεσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του Β. Μ., β) στην πράξη αυτή προέβη με σκοπό η εταιρία "..." να παραπλανήσει με την χρήση της επιταγής την Εμπορική Τράπεζα, προσκομίζοντας αυτήν ως γνήσια επιταγή πελάτη της, γ) επήλθαν οι έννομες της πλαστογραφίας, αφού η Τράπεζα παραπλανήθηκε, υπολαμβάνοντας ως γνήσια την επιταγή και την προεξόφλησε στην ως άνω "...".
Δεν απαιτείται δε αιτιολογία για περιουσιακό όφελος είτε του ηθικού είτε του φυσικού αυτουργού και της αντίστοιχης βλάβης των παθόντων, γιατί τα εν λόγω στοιχεία δεν διαλαμβάνονται στην αντικειμενική υπόσταση της πράξης [πλημμέλημα] για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2016 αίτηση του Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 966/2016 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ