Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late filing of enforcement objection under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ruling the enforcement objection filed by the appellants was procedurally inadmissible. The appellants argued that their property was seized and auctioned without a valid title, but the Court found they failed to file the required objections within the strict fifteen-day statutory period following the registration of the seizure warrants. Consequently, the Court held that the objection was time-barred and the lower court correctly rejected it without violating the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 933 and 934 of the Code of Civil Procedure; An objection to the validity of an enforcement title or the preliminary proceedings of compulsory execution must be filed within fifteen days of the registration of the seizure warrant, and failure to do so renders the objection inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1371/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ε. Ζ. του Ι., κατοίκου ... 3.Ε. Ζ. συζ. Ι., κατοίκου ομοίως, 4.Μ. Ζ. του Ι., κατοίκου ομοίως και 5.Τ. Ζ. του Ι., κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάνο Σιμιτό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαρτίου 2006 ανακοπή, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ της ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2007 του ιδίου δικαστηρίου το οποίο λόγω αναρμοδιότητας παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, 1/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου και 109/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Νοεμβρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1998, ΑΠ 633/2012, ΑΠ 847/2009, ΑΠ 554/2009).
Εξάλλου, με το άρθρο 934 ΚΠολΔ, καθιερώνεται υποχρεωτικά η σταδιακή προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, υπό την έννοια της ασκήσεως προσφυγής εντός των καθορισμένων προθεσμιών (ΑΠ 853/92, 94/88). Ειδικότερα, αν η ανακοπή α) αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να ασκείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, πρέπει να ασκείται μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης πρέπει να ασκείται μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.
Στην αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και η τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Περαιτέρω, αν κάποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσβληθεί μέσα στην προσήκουσα, κατά τα παραπάνω, προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της (αρθρ. 161 ΚΠολΔ), γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο που κρίνει τη σχετική ανακοπή (ΑΠ 37/2009) με αποτέλεσμα η πράξη να θεωρείται έγκυρη και ισχυρή και το - ελάττωμα της να μην μπορεί να προσβληθεί μεταγενέστερα, ούτε να μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ.
ΑΠ 853/92, ΑΠ 1183/83, ΑΠ 129/98, ΑΠ 1258/97, ΑΠ 732/94, 37/2009). Περαιτέρω, οι σχετικές με την ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως διατάξεις του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 934, εφαρμόζονται και στην εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" (ΑΠ 1469/2005, ΑΠ 93/2001, ΑΠ 1784/1998).
Στο πλαίσιο του προαναφερομένου νομοθετικού διατάγματος, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η, επέχουσα θέση κατασχέσεως, εγγραφή της επιταγής στα βιβλία κατασχέσεων του οικείου υποθηκοφυλακείου (αρ.57 παρ.Α Ν.Δ. της 17-7/13-8-23), οπότε η τυχόν ανακοπή που αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της οικείας αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να ασκείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την εγγραφή αυτή (βλ.
ΑΠ 93/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις από 27-3-2006, και με αριθμ. κατ. 52, 53, 54, 55 και 56/31-5-2006 πέντε ομοίου περιεχομένου και αιτήματος, ανακοπές τους που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαντορίνης, το οποίο κηρύχθηκε καθύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση τους, και τις παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, ισχυρίστηκαν ότι με επίσπευση της καθής η ανακοπή-εφεσίβλητης δανείστριας Αγροτικής Τράπεζας, και για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως της, ποσού 2.912,097 ευρώ, κατασχέθηκαν αναγκαστικά στις 7-11-2005 με κατασχετήρια επιταγή της καθής τα περιγραφόμενα σ'αυτές ακίνητα τους, καθώς και ότι στη συνέχεια τα κατασχεθέντα ακίνητα πλειστηριάσθηκαν στις 15-3-2006, με τη σύνταξη των αναφερομένων εκθέσεων αναγκαστικού πλειστηριασμού, και κατακυρώθηκαν στην καθής η ανακοπή, η οποία πλειοδότησε, και στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αναφερόμενες περιλήψεις κατακυρωτικής εκθέσεως, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα.
Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν, πλήν άλλων ότι η διενέργεια των παραπάνω πράξεων εκτελέσεως έγινε χωρίς την ύπαρξη νομίμου τίτλου εκτελέσεως και ζήτησαν να ακυρωθούν οι εκθέσεις πλειστηριασμού των ακινήτων τους. Ο πρώτος αυτός λόγος των ανακοπών στρέφεται κατά τη εγκυρότητας του εκτελουμένου τίτλου και της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, να ασκηθεί (προβληθεί με ανακοπή) εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από την εγγραφή των από 7-11-2005 πέντε κατασχετηρίων επιταγών της καθής στα βιβλία κατασχέσεων του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου.
Δεδομένου δε ότι οι εγγραφές αυτές έλαβαν χώρα στις 5-12-2005 στον τόμο Θ' και με αριθμούς 183, 184, 185, 186 και 187/5-12-2005, όπως αυτό βεβαιώνεται στα υπ'αριθμ. .../2008, .../2006, .../2006, .../2006 και .../2006 προγράμματα πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θήρας Ιωάννας Αντωνιάδου, ενώπιον της οποίας διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, οι ανακοπές έπρεπε να ασκηθούν, με κατάθεση και επίδοση τους στην καθής, (ΑΠ 419/1975) μέχρι την 20η Δεκεμβρίου 2005.
Ωστόσο όλες οι ανακοπές κατατέθηκαν στις 31-5-2006 και επιδόθηκαν στην καθής στις 11-7-2006, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, ώστε ο λόγος αυτός των ανακοπών ασκήθηκε εκπροθέσμως και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθηκε ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο. Επομένως ο μόνος, εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.11.2011 αίτηση αναίρεσης των Ι. Ζ. κ.λ.π., για αναίρεση της 4984/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ