Legislator Case Law & Legislation
1371/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor dispute but rejects restitution claim due to lack of specific details.

Case Number 1371/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a labor dispute between an individual and a transport company. The appellant argued for a full reversal, while the respondent failed to appear at the hearing. The court ruled that the appeal was validly served, necessitating a hearing despite the respondent's absence, but dismissed the specific request for restitution because the appellant failed to provide detailed breakdowns of the amounts paid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 §2, 579, 178, and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with an appeal hearing ex officio if the absent party was properly summoned, but a request for restitution must specify exact amounts and causes to be feasible if the appealed decision is only partially revoked.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal hearing procedure restitution of things partially revoked decision court costs allocation labor dispute ex officio examination

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Law of 28/2/1938 on working hours of truck drivers
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 217 of the Code of Civil Procedure
Article 242 §2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1371 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1371/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)..., κατοίκου ... και 2)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΝΑΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Μενεμένη Θεσσαλονίκης Συμμαχική και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοσμίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14220/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2833/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-3-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου κατά το τρίτο, τέταρτο και έκτο μέρος και εν μέρει του δεύτερου κατά το δεύτερο μέρος λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ. 576§2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...., αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού πράξη του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως, κατ' άρθρ. 242§2 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε, πρέπει το Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία του. Επειδή κατά το αρθρ. 1 παρ. 1 του ΒΔ της 281/4-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου" (ΦΕΚ Α' 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α' Β' και Γ'), από τις οποίες η κατηγορία Α' περιλαμβάνει "τα μη εξυπηρετούντα ορισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)", στη Β' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κλπ και στην κατηγορία Γ' τα φορτηγά των λοιπών ανώνυμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων επιχειρήσεων πάσης φύσεως.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω ΒΔ η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων ( Γ' κατηγορίας δεν επιτρέπεται, να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το ΒΔ 882/61 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο.

Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συν ι στα, εφόσον δεν συντρέχουν ο ι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.85] με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α'), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργάσιμων ημερών για τους· οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.

Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84(ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράρίο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις· οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%], αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β] ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργαοία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ( ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2,75 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 αντίστοιχα ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001, μετά του Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου) Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.

Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 338/2008). Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν και η διάρκεια της ημερησίας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή τον μήνα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Αρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, για τη θεμελίωση του αιτήματός του για την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ισχυρίσθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 10-2-2004 απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ΔΧ ρυμουλκού μετά ρυμουλκουμένου, ωφελίμου φορτίου άνω των 25 τόνων, στην επιχείρηση διεθνών μεταφορών των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εργαζόμενος όλες τις ημέρες της εβδομάδας χωρίς ανάπαυση, εκτός Ελλάδος επί 22 ημέρς το μήνα και επί 15 ώρες την ημέρα και τις υπόλοιπες ημέρες στο εσωτερικό επί 9,5 ώρες την ημέρα τουλάχιστον (από 08:30 έως 18:00), δηλαδή επί πλέον του νόμιμου ωραρίου εργασίας που ήταν οκτάωρο, 7 ώρες στην πρώτη περίπτωση και 1,5 ώρες στη δεύτερη, έτσι δε πραγματοποιούσε τακτικά εντός του νόμιμου πενθήμερου 1) κατά μεν το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-3-2001 5 ώρες υπερεργασία την εβδομάδα και από 1-4-2001 μέχρι 10-2-2004 3 ώρες ιδιόρρυθμής υπερωριακής απασχόλησης την εβδομάδα και 2) παράνομη υπερωριακή εργασία 30 ωρών την εβδομάδα, όταν εργαζόταν στο εξωτερικό και 2,5 ωρών την εβδομάδα όταν εργαζόταν εντός Ελλάδος κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-3-2001 και από 1-4-2001 32 ώρες την εβδομάδα όταν εργαζόταν στο εξωτερικό (5 ημ Χ 15 ώρες - 43 ώρες) και 4,5 ώρες την εβδομάδα όταν εργαζόταν στο εσωτερικό (5ημΧ 9,5 ώρες - 43).

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι επαρκώς ορισμένη και με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων, που συνάγονται ευχερώς από την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της, καθίσταται εφικτή η έρευνα περί της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και παράνομης υπερωρίας.

Ειδικότερα δε δεν επηρεάζεται η παραπάνω κρίση εκ της τυχόν συναρίθμησης και των ωρών που ασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθενται στην αγωγή ούτε για τον ίδιο λόγο ήταν αναγκαία η ημεροχρονολογική αναφορά στις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής που αντιστοιχούσαν σε κάθε μήνα, καθώς και των μηνών που είχαν 31 ημέρες.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η επακριβής αναφορά στο καθημερινό ωράριο εργασίας του, αφού διαλαμβάνεται ότι απασχολείτο επί 7 ώρες ημερησίως πέραν του οκταώρου όταν ήταν στο εξωτερικό και επί 1,5 ώρες ημερησίως πέραν του οκταώρου όταν ήταν εντός Ελλάδος, ενώ είναι αντικείμενο αποδείξεως και όχι στοιχείο της βάσεως της αγωγής ο χρόνος μεταφοράς του αυτοκινήτου με το πλοίο στην Ιταλία.

Επομένως, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ορισμένη κατά τα άνω την αγωγή και ο από το αρθρ 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο του μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος.

Επειδή κατά το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό τω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάση όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος που έκρινε εν μέρει ως ουσία βάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για αμοιβή υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, δεχόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν επί 53 ώρες συνολικά εντός του νομίμου πενθημέρου, δηλαδή επί 11 ώρες ημερησίως τις 4 ημέρες που ήταν στο εξωτερικό και επί 9 ώρες την πέμπτη ημέρα που οδηγούσε το όχημά του στη Ελλάδα, εκ των οποίων 5 ώρες ήταν υπερεργασία και 8 ώρες υπερωριακή απασχόληση μέχρι 31-3-2001 και 3 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και 10 ώρες μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση από 1-4-2001.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της απασχόλησης του μισθωτού πέραν του νόμιμου ωραρίου του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και για την πληρότητα των οποίων δεν ήταν απαραίτητο να γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απασχόλησή του στους μήνες που είχαν 31 ημέρες και στον μήνα Φεβρουάριο εκάστου έτους, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση υπολογίσθηκαν και ορθώς κατά εβδομάδα.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε δυο δρομολόγια τον μήνα σε χώρες της Ευρώπης και συγκεκριμένα κυρίως στη Γερμανία, αλλά και στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, μεταφέροντας εμπορεύματα τόσο κατά τη μετάβασή του όσο και κατά την επιστροφή, τα οποία τα παραλάμβανε φορτωμένα στο όχημα του από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης των αναιρεσειόντων και τα μετέφερε στους αλλοδαπούς παραλήπτες στις ανωτέρω χώρες όπου και τα διένειμε.

Ακολούθως, φόρτωνε προϊόντα από τις ίδιες χώρες και τα μετέφερε στην Ελλάδα, όπου και τα διένειμε σε ημεδαπούς παραλήπτες σε διάφορες πόλεις της ημεδαπής. Κάθε δρομολόγιο του οχήματος που οδηγούσε είχε διάρκεια έντεκα (11) ημερών. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσίβλητος ξεκινούσε με φορτωμένο το όχημά του από τη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή ή το Σάββατο το πρωί, ανάλογα με το πέρας της φόρτωσης του οχήματος του με προορισμό την Ηγουμενίτσα, όπου διανυκτέρευε.

Την επομένη το πρωί στις 10.00 επιβιβαζόταν στο πλοίο και μετά από ταξίδι 24 ωρών αποβιβαζόταν στην Τεργέστη, από όπου στη συνέχεια μετέβαινε στη Γερμανία μέσω Αυστριακών συνόρων. Καθόλη τη διάρκεια της εβδομάδας διένειμε και στη συνέχεια φόρτωνε εμπορεύματα στην περιοχή της Γερμανίας κυρίως, του Βελγίου ή της Ολλανδίας και επέστρεφε πάλι στο λιμάνι της Τεργέστης ή της Αγκώνας ή της Βενετίας με προορισμό συνήθως την Ηγουμενίτσα αλλά και την Πάτρα, από όπου επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη.

Όταν ξεκινούσε από τη Γερμανία ή το Βέλγιο και την Ολλανδία ημέρα Παρασκευή έφτανε στα παραπάνω λιμάνια της Ιταλίας το Σάββατο. Επιβιβαζόταν δε στο πλοίο και ταξίδευε για την Ηγουμενίτσα ή την Πάτρα την ημέρα της Κυριακής, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη τη Δευτέρα. Όταν ξεκινούσε από τις ανωτέρω χώρες το Σάββατο, έφτανε στα παραπάνω λιμάνια της Ιταλίας ημέρα Κυριακή και ταξίδευε για την Ηγουμενίτσα ή την Πάτρα την ημέρα της Δευτέρας, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη την Τρίτη.

Μετά την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη του εχορηγούντο από τον εργοδότη του τρεις (3) ημέρες ανάπαυσης κατά τις οποίες άλλοι εργαζόμενοι στην επιχείρηση των αναιρεσειόντων προέβαιναν στη φόρτωση του οχήματός του και την επόμενη Παρασκευή ή Σάββατο, αντίστοιχα, ο αναιρεσίβλητος ξεκινούσε νέο δρομολόγιο. Κατά την απασχόληση του στο εξωτερικό ο τελευταίος, μετά από συνεχή οδήγηση οκτώ (8) ωρών, ήταν αναγκασμένος να σταθμεύσει το όχημα του και να ξεκουραστεί επί οκτάωρο, συμμορφούμενος με την εκεί ισχύουσα απαγόρευση, η οποία τηρείται απαρεγκλίτως από τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων που εκτελούν δρομολόγίο, λόγω των συχνών ελέγχων των αρμοδίων οργάνων και του πιθανού κινδύνου επιβολής προστίμου.

Επίσης, ήταν αναγκασμένος να μην οδηγεί τη νύκτα στη Γερμανία, Βέλγιο και Ολλανδία λόγω της σχετικής απαγόρευσης κίνησης φορτηγών αυτοκινήτων κατά τη νύκτα. Ενόψει όλων αυτών, συνεχίζει το Εφετείο (και αφού αφαιρεί τα 8 Σαββατοκύριακα, τις 4 ημέρες που ταξίδευε με το πλοίο και τις 6 ημέρες ανάπαυσης του), ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο επί 11 ώρες την ημέρα κατά τις 4 ημέρες που οδηγούσε το όχημά του στο εξωτερικό και επί 9 ώρες την πέμπτη ημέρα που οδηγούσε το όχημά του στην Ελλάδα, εργαζόμενος έτσι 53 ώρες την εβδομάδα συνολικά, εκ των οποίων οι 5 ώρες ήταν υπερεργασία και οι πέραν των 9 ωρών ημερησίως 8 ώρες παράνομη υπερωρία μέχρι την 31-3-2001 και από 1-4-2001 οι 3 ώρες ήταν ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και οι 10 ώρες μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση.

Ακόμη, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες χορηγούσαν στον αναιρεσίβλητο αυτούσιες τις ημέρες της ετήσιας άδειας ανάπαυσης του επίδικου χρονικού διαστήματος εντός του συγκεκριμένου έτους και για τον λόγο αυτό απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αίτημα επιδίκασης αστικής ποινής για τη μη χορήγηση αυτούσιων των ημερών της ετήσιας άδειας αναψυχής κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα.

Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο επιδίκασε ανάλογη αμοιβή τόσο για υπερεργασία και αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση όσο και για αποζημίωση (προσαύξηση 75%) για την απασχόλησή του επί 2 Κυριακές κάθε μήνα για όλους τους μήνες του επίδικου χρονικού διαστήματος (με εξαίρεση του μήνες Ιούλιο και Οκτώβριο του έτους 2000, κατά τους οποίους, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αναφέρεται η πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης ούτε ότι εργάσθηκε τις Κυριακές, βλ.

σελ 65, αρ. 5 και 6 και σελ 70 - 71 αρ. 5 και 6 της προσβαλλόμενης απόφασης). Έτσι που έκρινε το εφετείο στέρησε τη απόφασή του από νόμιμη βάση με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού α) αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος τις ημέρες που εργαζόταν στο εξωτερικό πραγματοποιούσε συνεχή οδήγηση 8 ωρών, μετά την οποία ήταν αναγκασμένος να σταθμεύει το όχημα και να ξεκουρασθεί επί οκτάωρο, συμμορφούμενος με ισχύουσα απαγόρευση, η οποία ετηρείτο απαρεγκλίτως από τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων που εκτελούν δρομολόγια και ότι ήταν αναγκασμένος να μην οδηγεί την νύκτα στη Γερμανία, Βέλγιο και Ολλανδία, δηλαδή στις χώρες προορισμού του, εν τούτοις δέχεται ότι τις ίδιες ημέρες εργαζόταν επί 11 ώρες ημερησίως (και επιδίκασε ανάλογη αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση) χωρίς να διευκρινίζεται ο τρόπος συμπλήρωσης των ωρών αυτών εργασίας παρά τους υφιστάμενους πιο πάνω περιορισμούς και απαγορεύσεις και β) αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε αυτούσιες τις άδειες αναψυχής του επίδικου χρονικού διαστήματος, δηλαδή καθένα από τα έτη 1999 - 2003 (το έτος 2004 απελύθη πριν λάβει την άδεια του), εν τούτοις για τα έτη 1999, 2001, 2002 και 2003 δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του όλους τους μήνες των ετών αυτών και επιδίκασε ανάλογη αμοιβή για υπερεργασία και αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση, καθώς και αποζημίωση (προσαύξηση) για την εργασία του κατά τις αντίστοιχες Κυριακές, δηλαδή και κατά τον μήνα (τον οποίο δεν προσδιόρισε), που ήταν σε κανονική άδεια.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος και δεύτερος κατά το οικείο σκέλος του δεύτερου μέρους λόγοι αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχετικά με την καταβολή τόκων επί των επιδικασθέντων κονδυλίων δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, α) κάθε επί μέρους μηνιαίο ποσό για την αμοιβή υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης από τη δήλη ημέρα καταβολής των, δηλαδή από την 1η του επόμενου μήνα και β) το συνολικό ποσό της αποζημίωσης για παράνομη και μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση από της οχλήσεως, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Εξάλλου, κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων για τις παραπάνω αιτίες ποσών η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει αναλυτικά αυτά κατά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, που αποτελούνται από περισσότερους από ένα μήνες, για λόγους διευκόλυνσης ανάλογα με το ύψος των αποδοχών κάθε χρονικού διαστήματος, και ειδικότερα αναφέρει για καθένα πιο πάνω χρονικό διάστημα, εκτός άλλων, τις ημέρες που εργάσθηκε κάθε μήνα, τις ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης που αντιστοιχούν σε κάθε νόμιμο πενθήμερο εργασίας, το ωρομίσθιο με τις ανάλογες προσαυξήσεις για κάθε περίπτωση, και υπό την ισχύ του Ν. 2874/2000, και το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί για την αμοιβή της υπερεργασίας και της υπερωριακής απασχόλησης.

Με τα στοιχεία αυτά και για τον προσδιορισμό των τόκων που επιδικάσθηκαν από την 1η του επόμενου μηνός για την αμοιβή της υπερεργασίας και της ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, είναι εφικτός ο καθορισμός των αντίστοιχων επί μέρους ποσών του προηγούμενου μήνα με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και δεν ήταν αναγκαίος ο επακριβής καθορισμός των ποσών αυτών κατά μήνα από το Εφετείο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πέμπτο μέρος από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται τη προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς αιτιολογίες λόγω μη καθορισμού επακριβώς των ποσών που επιδικάσθηκαν κατά μήνα για υπερεργασία και ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και της εντεύθεν αδυναμίας υπολογισμού των τόκων που αντιστοιχούν σε αυτά, δεν είναι βάσιμος.

Επειδή η επιδίκαση από το δικαστήριο απαίτησης για την οποία δεν υπάρχει αντίστοιχο αίτημα των διαδίκων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 αρ. 9 του Κ.πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση για ιδιόρρυθμη και μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση μέχρι την 10-4-2004 και ειδικότερα για 15 ώρες ιδιόρρυθμης και για 50 ώρες μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του χρονικού διαστήματος από 10-2-2004 έως 10-4-2004 (βλ.

σελ. 69 αρ. 4 προσβαλλόμενης αποφάσεως), ενώ ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ζητούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως για την αιτία αυτή μέχρι την 10-2-2004, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Επίσης, το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση (προσαύξηση αμοιβής) για εργασία κατά τις Κυριακές και για το χρονικό διάστημα από 10-2-2004 έως 10-4-2004 (βλ.

σελ. 74 αρ. 4 της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ ο αναιρεσίβλητος ζητούσε με την αγωγή του αποζημίωση για την αιτία αυτή μέχρι 10-2-2004, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Έτσι όμως το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθρ. 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το έκτο του μέρος, που αφορά την αποζημίωση για ιδιόρρυθμη και μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το έτερο σκέλος του δεύτερου μέρους, που κατ' εκτίμηση αναφέρεται στην αποζημίωση για την απασχόληση κατά τις Κυριακές, είναι βάσιμοι.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για απασχόλησή του κατά τις Κυριακές τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε δύο δρομολόγια τον μήνα σε χώρες της Ευρώπης και κυρίως στη Γερμανία αλλά και στην Ολλανδία και το Βέλγιο, μεταφέροντας εμπορεύματα τόσο κατά τη μετάβαση όσο και κατά την επιστροφή του.

Κάθε δρομολόγιο είχε διάρκεια 11 ημερών. Συγκεκριμένα, ξεκινούσε από την Θεσσαλονίκη με φορτωμένο το όχημα την Παρασκευή ή το Σάββατο το πρωί, ανάλογα με το πέρας της φορτώσεως του οχήματός του, με προορισμό την Ηγουμενίτσα, όπου διανυκτέρευσε. Την επόμενη το πρωί περί ώρα 10:00 επιβιβαζόταν στο πλοίο και μετά από ταξίδι 24 ωρών αποβιβαζόταν στη Τεργέστη και στη συνέχεια μετέβαινε στη Γερμανία μέσω των Αυστριακών συνόρων.

Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας διένειμε και στη συνέχεια φόρτωνε εμπορεύματα, κυρίως από την Γερμανία, το Βέλγιο ή την Ολλανδία και επέστρεφε πάλι στον λιμένα της Τεργέστης ή της Αγκώνας ή της Βενετίας με προορισμό συνήθως την Ηγουμενίτσα ή και την Πάτρα. Όταν ξεκινούσε από τη Γερμανία ή το Βέλγιο ή την Ολλανδία ημέρα Παρασκευή, έφθανε στα παραπάνω λιμάνια της Ιταλίας το Σάββατο.

Επιβιβαζόταν στο πλοίο και ταξίδευε για την Ηγουμενίτσα ή την Πάτρα την ημέρα της Κυριακής. Όταν ξεκινούσε από τις παραπάνω χώρες το Σάββατο, έφθανε στα λιμάνια της Ιταλίας την Κυριακή και ταξίδευε για την Ηγουμενίτσα ή την Πάτρα τη Δευτέρα. Επομένως, με τις παραπάνω παραδοχές, κατέληξε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο επί δύο (2) Κυριακές κάθε μήνα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε με την απόφασή του από νόμιμη βάση με αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε ότι η μια Κυριακή που εργαζόταν ήταν όταν αναχωρούσε από τη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή το πρωί, ταξίδευε με το πλοίο τα Σάββατα και οδηγούσε την επομένη, ημέρα Κυριακή, στην Ιταλία με προορισμό τη Γερμανία και η δεύτερη Κυριακή που εργαζόταν ήταν όταν ξεκινούσε από την Γερμανία ή το Βέλγιο ή την Ολλανδία ημέρα Σάββατο και έφθανε σε κάποιο από τα πιο πάνω λιμάνια της Ιταλίας την Κυριακή, γεγονός που σημαίνει ότι την ημέρα αυτής της Κυριακής εργαζόταν μέχρι την άφιξή του σε Ιταλικό λιμένα και για τον λόγο αυτό άλλωστε αναχωρούσε με το πλοίο για την Ελλάδα την επόμενη ημέρα, Δευτέρα.

Περαιτέρω δε ημεροχρονολογιακός προσδιορισμός των συγκεκριμένων Κυριακών δεν ήταν αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.πολ.Δ δεν είναι βάσιμος.

Επειδή για το παραδεκτό λόγου αναιρέσεως, κατά την έννοια του αρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (ΑΠ (ολ) 16/2000). Αυτό ισχύει και για τον ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο του σκέλος και κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, αφού δεν προσδιοριζόταν χρονικά πότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία, ώστε να κριθεί αν η αξίωση του αναιρεσιβλήτου είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του αρθρ. 937 του ΑΚ, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τα λοιπά κατά το αυτό σκέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση πλημμελειών από τον αρ. 19 του πιο πάνω άρθρου πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το άλλο του σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος για την ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος εξαιτίας επιβολής προστίμου σε αυτόν από την οικεία λιμενική αρχή λόγω παράνομης μεταφοράς εντός του πλοίου με το αυτοκίνητο που οδηγούσε εκρηκτικών υλών (φυσιγγίων) και της απόρριψης της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που έχει προβάλει ο πρώτος αναιρεσείων.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο κατέληξε στην παραδοχή των παραπάνω ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, στην παραπάνω παραδοχή του το Εφετείο δε ήχθη χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Καθόσον αφορά ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την 331/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρημ/κείου Ηγουμενίτσας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας της διατάραξης ασφάλειας πλοίου, που όμως είχε προσκομίσει απαραδέκτως το πρώτον με τις πρωτόδικες προτάσεις του, χωρίς να κάμει μνεία αυτής και των σχετικών γεγονότων στην αγωγή του, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ισχυρισμό αυτό αποδίδεται η πλημμέλεια από το αρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.πολ.Δ, είναι και πάλι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούσαν στοιχείο της βάσεως της αγωγής ως προς το κρινόμενο κεφάλαιο της αδικοπραξίας και μπορούσαν παραδεκτώς να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Επειδή στο άρθρ. 5§1 εδ. β' του ΑΝ 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το ΝΔ 3755/1957, ορίζεται ότι "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν σε μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται άμα τη λήξει του έτους, καθό δικαιούται αδείας ο μισθωτός και μετά προηγουμένων διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, να καταβάλει εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς, αυξημένας κατά 100%".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν ότι ο μισθωτός, ο οποίος δεν έλαβε αυτούσια την άδειά του, δικαιούται τον μισθό του για τις ημέρες τις οποίες εργάσθηκε, όπως επίσης τον μισθό της αδείας του τον οποίο θα ελάμβανε εάν επραγματοποιείτο η άδειά του, καθώς και αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές της άδειάς του, εάν η μη πραγματοποίηση αυτής οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, έστω και σε ελαφρά αμέλειά του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τις αποδοχές του επίδικου χρονικού διαστήματος (από 1-1-1999 έως 10-2-2004), δηλαδή τις διαφορές μεταξύ των νόμιμων και των καταβληθεισών αποδοχών που ζητούσε με την αγωγή. Περαιτέρω όμως το Εφετείο, αν και δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες χορήγησαν στον αναιρεσίβλητο αυτούσιες τις ημέρες της ετήσιας άδειας ανάπαυσης του επίδικου χρονικού διαστήματος, εντός του συγκεκριμένου έτους, χωρίς να κάμει διάκριση ακόμη και για το έτος 2004 που καταγγέλθηκε η σύμβαση και για τον λόγο αυτό απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, με το οποίο ο μισθωτός επιδίωκε την προσαύξηση 100% των νόμιμων αποδοχών αδείας επικαλούμενος μη χορήγηση αυτούσιων των ημερών της ετήσιας αδείας αναψυχής παρόλο που την είχε ζητήσει, επιδίκασε και αποζημίωση αδείας (διαφορές) του ίδιου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε αυτούσιες τις ημέρες της ετήσιας άδειας αναψυχής.

Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στα κεφάλαια α) της υπερεργασίας και της υπερωριακής απασχόλησης, νόμιμης και παράνομης, β) της αποζημιώσεως για την εργασία κατά τις Κυριακές και γ) των αποδοχών αδείας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του Κ.Πολ.Δ.). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατ' άρθρ. 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρ. 579 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλαδή του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατά τα άρθρ. 216 και 217 του Κ.Πολ.Δ., οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις εμπρόθεσμες κατατεθείσες προτάσεις τους υπέβαλαν αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 22.931,66 ευρώ που κατέβαλε ο πρώτο εξ αυτών σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, "όπως το ποσό αυτό αναλύεται στην προσαγόμενη και ρητά επικαλούμενη σε επικυρωμένη φωτοτυπία απόδειξη καταβολής-εισπράξεως".

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά του επίδικου χρονικού διαστήματος για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημιώσεως αδείας, για αμοιβή υπερεργασίας και νόμιμης και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές, για διαφορά αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και για αποζημίωση από αδικοπραξία.

Έτσι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται στο σύνολό της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων με το πιο πάνω περιεχόμενο και με την απαραδέκτως γενόμενη παραπομπή σε άλλα έγγραφα, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται σε αυτή αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι αιτίες για τις οποίες κατεβλήθησαν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο καθορισμός του ποσού που πρέπει να επιστραφεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2833/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ