Legislator Case Law & Legislation
1371/2007 AI generated

1371/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1371/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1371/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα όμως του δικηγόρου να απαιτήσει αμοιβές κατά τους ορισμούς του εν λόγω Κώδικα περί Δικηγόρων προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή, διότι μόνο μετά την τελείωση της ενέργειας εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1371 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1371/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπάρδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 25-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα 3878/24-5-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως ..... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954) συνάγεται, ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη που κατέβαλε, και αμοιβή η οποία, αν δεν έχει κανονισθεί με συμφωνία με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όριά της.

Το δικαίωμα όμως του δικηγόρου να απαιτήσει αμοιβές κατά τους ορισμούς του εν λόγω Κώδικα περί Δικηγόρων προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή, διότι μόνο μετά την τελείωση της ενέργειας εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή.

Ειδικότερα, η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη αγωγής, της οποίας το αντικείμενο αποτιμάται σε χρήμα, ανέρχεται, κατ' ελάχιστο όριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ.1 του ως άνω Κώδικα, σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, ως κρίσιμος δε χρόνος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του δικηγόρου για την αμοιβή του για σύνταξη αγωγής που ασκήθηκε λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής της σχετικής υπηρεσίας του, αφότου και παράγεται η σχετική απαίτησή του, ανεξαρτήτως εάν μετά τη σύνταξη και την άσκηση της αγωγής ο εντολέας ανακάλεσε την προς τον δικηγόρο εντολή ή αν ματαιωθεί οριστικώς η εκδίκαση της.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ.1 ΚΠολΔ. η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η κατάθεση του δικογράφου εφόσον δεν επακολουθήσει η επίδοση της αγωγής δεν επιφέρει καμία συνέπεια από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ., διότι οι τελευταίες αυτές επέρχονται μόνον εφόσον ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής με την επίδοσή της.

Επομένως, η σύνταξη της αγωγής και η μη άσκησή της με τον παραπάνω τρόπο, ως μη αποτελούσα ολοκληρωμένη δικηγορική ενέργεια, εξασφαλιστική των συμφερόντων του εντολέα, δεν αμείβεται με ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ.1 του κώδικα περί δικηγόρων, αλλά κατά το άρθρο 162 του ίδιου Κώδικα, που προβλέπει τις αμοιβές των δικηγόρων για τις εξώδικες εργασίες τους.

Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, με την από 5-5-2000 αγωγή του, ιστορώντας ότι, υπό την ιδιότητα του αυτή και κατ' εντολή και για λογαριασμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, συνέταξε και κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως την από 7-3-2000 εκ συμβάσεως μισθώσεως έργου αγωγή κατά των ....., με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα εντολέα του ως αποζημίωση συνολικό ποσό 199.391.997 δραχμών, την οποία (αγωγή) όμως δεν επέδωσε στους ανωτέρω εναγομένους, για το λόγο ότι ο (τότε ενάγων) αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την προς αυτόν εντολή του μετά την κατάθεση και πριν την επίδοσή της, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει για τη σύνταξη και κατάθεση της εν λόγω αγωγής το κατά το άρθρο 100 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων ελάχιστο όριο της, κατ' αυτόν, νόμιμης αμοιβής του από (199.391.997 χ 2%) 3.987.839 δραχμές.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, είναι νομικά αβάσιμη, διότι εφόσον για την ολοκλήρωση της ανωτέρω από 7-3-2000 αγωγής του αναιρεσιβλήτου δεν επακολούθησε επίδοση αυτής, δεν οφείλεται στον αναιρεσείοντα δικηγορική αμοιβή, υπολογιζόμενη κατά τον υπό του άρθρου 100 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων προβλεπόμενο τρόπο.

Επομένως, σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα γνώμη, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις εκτεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και συνακόλουθα ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ. λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, των Στεφάνου Γαβρά, Αντιπροέδρου, και Αλεξάνδρου Νικάκη, Αρεοπαγίτη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1 και 173 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954), που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής", το δε δεύτερο ότι "η υπογραφή εγγράφου παρά δικηγόρου χορηγεί σ΄ αυτόν το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμο πλήρους για τη σύνταξη του εγγράφου αμοιβής", προκύπτει ότι για να γεννηθεί αξίωση του δικηγόρου για λήψη δικηγορικής αμοιβής από σύνταξη αγωγής προς υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα πελάτη του, αρκεί η σύνταξη (διατύπωση και υπογραφή της αγωγής) και η κατάθεσή της, ως διαδικαστικού εγγράφου στο αρμόδιο δικαστήριο διότι έτσι ολοκληρώνεται η ανατεθείσα στο δικηγόρο εντολή κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση και δεν απαιτείται επιπλέον και επίδοσή της στον εναγόμενο, άσκησή της δηλαδή κατά το διαγραφόμενο από το άρθρο 215 παρ. 1 εδ.

α΄ Κ.Πολ.Δ τρόπο, ήτοι και επίδοσή της, δοθέντος ότι την "άσκηση" αυτή ο νόμος (άρθρ. 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) συνδέει αποκλειστικά με την επέλευση άλλων αποτελεσμάτων (εκκρεμοδικία κλπ), τα οποία δεν συνδέονται και με την αμοιβή του "συντάξαντος" την αγωγή δικηγόρου. Τέτοια δε προϋπόθεση (επίδοση δηλαδή της αγωγής) δεν τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε ο εντολέας να προβαίνει σε ανάκληση της προς το δικηγόρο εντολής αμέσως μετά την κατάθεση αυτής και πριν την επίδοσή της και να ματαιώνει έτσι την αξίωση του τελευταίου προς απόληψη της νόμιμης αμοιβής του, παρότι αυτός κατέβαλε την επιστημονική προσπάθεια που απαιτείτο, συνέταξε δηλαδή και κατέθεσε την αγωγή στο δικαστήριο, από το οποίο ευχερώς ο εντολέας μπορεί να λάβει αντίγραφο και να αναθέσει περαιτέρω την "άσκησή" της σε άλλο δικηγόρο.

Κατά την άποψη αυτή, λοιπόν, η κρινόμενη αγωγή είναι νόμω βάσιμη και κατά συνέπεια ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως έπρεπε να γίνει δεκτός. Εφόσον όμως η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιάς ψήφου, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει τον παραπάνω μοναδικό λόγο αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδαφ.

β΄ Κ.Πολ.Δ).

Για τους λόγους αυτούς

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο της από 23-9-2005 αιτήσεώς του .... για αναίρεση της 337/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ