Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation and misinterpretation of evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction dispute. The appellants argued that the lower court violated substantive law and misinterpreted documents, but the court found the appeal inadmissible because it failed to clearly specify the violated substantive rule and the specific error of law. Furthermore, the court determined that the lower court's evaluation of evidence and document interpretation was not subject to appellate review absent a clear violation of legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 CPolD; Art. 561 para. 1 CPolD: An appeal for violation of substantive law must clearly specify the rule violated and the specific error, while the appellate court cannot review the factual evaluation of evidence unless legal rules were breached.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1371 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1371/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ........ και 2) ........, που, παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατηνιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: 1) ........, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 7950/2000 μη οριστική,6623/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 3-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το σχετικό υπαγωγικό σφάλμα. Είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.
Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η εκτίμηση των πραγμάτων, έτσι και η εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών εγγράφων, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, κατά την εκτίμηση αυτή, παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 και 20 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε στα πλαίσια της 1135/2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο αναίρεσε εν μέρει την 7950/2000 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα : Με το ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ....
που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η Χ1 μητέρα του πρώτου και γιαγιά της δεύτερης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), και η Χ2, μητέρα της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), συγκύριες εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 2/3 η πρώτη και 1/3 η δεύτερη ενός οικοπέδου κειμένου στη συνοικία ......., επί της οδού ......, εμβαδού 401,32 τ.μ., υπήγαγαν την υφιστάμενη επ' αυτού οικοδομή, αποτελούμενη τότε από ημιτελές ισόγειο και πρώτο όροφο και μέλλουσα να αποτελεστεί από τρεις συνολικά ορόφους (ισόγειο, πρώτο και δεύτερο), στις περί οριζοντίας ιδιοκτησίας διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζοντας ότι κάθε όροφος θα αποτελεί χωριστή, ανεξάρτητη και αυτοτελή ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του κοινού οικοπέδου 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Με το ίδιο συμβόλαιο διένειμαν στη συνέχεια τις συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, και η μεν Χ1 έλαβε στην κυριότητά της τον ημιτελή ισόγειο όροφο, αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, με το δικαίωμα επεκτάσεώς του εφ' όλης της υπό των πολεοδομικών διατάξεων επιτρεπομένης οικοδομήσιμης επιφάνειας του οικοπέδου και το δικαίωμα ανέγερσης του δεύτερου υπέρ το ισόγειο ορόφου της οικοδομής, η δε Χ2 έλαβε στην κυριότητά της τον ημιτελή πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, αποτελούμενο από δύο δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, με το δικαίωμα επεκτάσεως αυτού εφ' όλης της επιφανείας του δώματος του ισογείου ορόφου.
Στην ως άνω πράξη ορίστηκε περαιτέρω ότι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής είναι άπαντα τα υπό του άρθρ. 2 του Ν. 3741/1929 και του άρθρ. 1117 ΑΚ χαρακτηριζόμενα ενδεικτικώς ως τοιαύτα και εν γένει τα χρησιμεύοντα για κοινή των ιδιοκτητών χρήση, ενώ συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ήθελε επιτραπεί από το Πολεοδομικό γραφείο Αθηνών η προσθήκη ορόφων πάνω από το δεύτερο όροφο το δικαίωμα ανέγερσης τούτων θα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην Χ1.
Η τελευταία (Χ1), που απεβίωσε το έτος 1968, με την ,,,,,,, δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών συγκατέστησε κληρονόμους της τον πρώτο των εναγόντων στον ως άνω ισόγειο όροφο μετά του αντιστοιχούντος σ'αυτό 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και στο δικαίωμα ανέγερσης του τρίτου ορόφου όταν αυτό θα επιτρεπόταν από τις πολεοδομικές διατάξεις και τις εγγονές της ....και .......
στο δικαίωμα ανέγερσης του δεύτερου υπέρ το ισόγειο ορόφου μετά του αντιστοιχούντος σ'αυτόν 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου. Οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομία εκείνης και μετέγραψαν τις περί αποδοχής δηλώσεις τους. Στη συνέχεια ο πρώτος των εναγόντων με το ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ....., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη μεν δεύτερη των εναγόντων, .......
κόρη του, 1) την ψιλή κυριότητα του υπάρχοντος ισογείου της οικοδομής, που έχει επιφάνεια 82,59 τ.μ. μετά του ποσοστού συνιδιοκτησίας αυτού επί του οικοπέδου το οποίο προσδιόρισε σε 66/1000 εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας ισοβίως υπέρ αυτού και σε περίπτωση θανάτου υπέρ της συζύγου του την επικαρπία αυτού, και 2) το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος ανέγερσης τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της οικοδομής, επιφανείας 120 τ.μ., ή όσης επιφανείας επιτραπεί να κτιστεί κατά το χρόνο έκδοσης της σχετικής οικοδομικής αδείας, και του αντιστοιχούντος σ' αυτόν (όροφο) ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, το οποίο (ποσοστό) προσδιόρισε σε 207,33/1000 εξ αδιαιρέτου, στη δε άλλη κόρη του ........, το έτερο ήμισυ εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος ανέγερσης του ως άνω τρίτου ορόφου και του ανήκοντος σ' αυτόν κατά τα ως άνω ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου.
Περαιτέρω, με το ..... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η δεύτερη των εναγόντων μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στην αδελφή της ........ το πιο πάνω ½ εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος ανέγερσης του τρίτου ορόφου της επίδικης οικοδομής και έτσι η τελευταία κατέστη αποκλειστική δικαιούχος του δικαιώματος αυτού και κυρία των αντιστοιχούντων σ' αυτόν 207,33/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, στη συνέχεια δε αυτή προέβη στην έκδοση της ......
αδείας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών περί ανεγέρσεως του ως άνω τρίτου ορόφου, επιφανείας 128,36 τ.μ. Εξάλλου, η Χ2 με το ....... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ...... , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε με δωρεά εν ζωή στην εναγομένη, κόρη της, τον πρώτο όροφο της οικοδομής με το αντιστοιχούν σ'αυτόν 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που είχε περιέλθει σ' αυτή με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, στη συνέχεια δε η εναγομένη με το ........
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ........., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε εξ αγοράς από τις προαναφερθείσες .......και ..... το δικαίωμα ανέγερσης του δεύτερου ορόφου της άνω οικοδομής επιφανείας 154 τ.μ. μετά του αναλογούντος σ' αυτόν 1/3 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου. Περαιτέρω, η εναγομένη, αφού έλαβε την ......
οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Αθηναίων για «προσθήκη καθ' ύψος δύο ορόφων με υπόγειο σε υπάρχουσα υπόγεια οικοδομή», εμβαδού 160 τ.μ. για καθένα όροφο, προέβη από αρχές Μαρτίου 1996 σε κατεδάφιση της παλιάς οικίας του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, που αναφέρεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, και στη συνέχεια στην ανοικοδόμηση του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 160 τ.μ., σύμφωνα με την άνω άδεια, αφού προηγουμένως για τη θεμελίωση της οικοδομής της προέβη σε εκσκαφή τμήματος του οικοπέδου προς βορράν του ισογείου ορόφου των εναγόντων, εμβαδού 46,20 τ.μ.
περίπου, τον υπόγειο δε αυτό χώρο διαμόρφωσε στη συνέχεια σε τρεις αποθήκες, διάδρομο και λεβητοστάσιο προς αποκλειστική χρήση τους από την ίδια. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την κατασκευή του παραπάνω υπογείου η εναγομένη παραβίασε το από την πράξη της οροφοκτησίας δικαίωμά τους για επέκταση του ισογείου ορόφου τους εφ΄ όλης της υπό των πολεοδομικών διατάξεων επιτρεπομένης οικοδομήσιμης επιφανείας του οικοπέδου, ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι βάσιμος για τους εξής λόγους:
Α) Ενόψει του εμβαδού του οικοπέδου, που, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται σε 401,32 τ.μ., και του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, που, όπως εκατέρωθεν ομολογείται, είναι 1,2, η ικανότητα δόμησης του εν λόγω οικοπέδου είναι 481,58 τ.μ. β) Η επιφάνεια του ισογείου ορόφου των εναγόντων είναι 82,59 τ.μ., του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (οικοδομημένου) και του δεύτερου υπέρ το ισόγειο ορόφου (μέλλοντος να κατασκευαστεί) της εναγομένης 320 τ.μ. (ήτοι 160 τ.μ.
έκαστος όροφος) και του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου (μέλλοντος να κατασκευαστεί) της ......... 128,36 τ.μ., ήτοι η συνολική επιφάνεια (νομίμως δομημένη και μέλλουσα να κατασκευαστεί) του ισογείου και των τριών υπέρ το ισόγειο ορόφων ανέρχεται σε 530,95 τ.μ., που υπερκαλύπτει την ικανότητα δόμησης του οικοπέδου, γ) Ολόκληρη η επιφάνεια του ισογείου ορόφου των εναγόντων προσμετράται για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο, μολονότι ο όροφος αυτός είναι εν μέρει ισόγειος και εν μέρει υπόγειος λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους (άρθρο 7 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 1577/1985). Και. δ) Λόγω της υπερκαλύψεως της ικανότητας δόμησης του οικοπέδου δεν υφίσταται πλέον επιτρεπόμενη, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, οικοδομήσιμη επιφάνεια του οικοπέδου για περαιτέρω επέκταση του ισογείου ορόφου των εναγόντων και ως εκ τούτου αυτοί δεν έχουν δικαίωμα περαιτέρω επέκτασης του ορόφου τους, γι' αυτό η ένδικη αγωγή κατά το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη δεν δικαιούται να καταλάβει και διαμορφώσει τον προς βορρά του διαμερίσματός τους ως άνω υπόγειο χώρο και ότι οι ίδιοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα επέκτασης του ισογείου ορόφου τους επί του χώρου αυτού είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Εξυπακούεται βεβαίως ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι και έχουν δικαίωμα σύγχρησης των επί του ως άνω τμήματος του οικοπέδου κατασκευασθέντων από την εναγομένη υπογείων χώρων κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί του όλου οικοπέδου, δεδομένου ότι με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη δεν προβλέφθηκε η δημιουργία υπογείου ορόφου, ως αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανήκουσας στην αποκλειστική ιδιοκτησία της οικοδομής και ως εκ τούτου είναι μέρος του εδάφους και σαν τέτοια είναι αντικείμενα της αναγκαίας συγκυριότητας όλων των συνιδιοκτητών (βλ.
ΑΠ 58/1957). Σημειώνεται δε ότι οι επίδικοι υπόγειοι χώροι, ως προοριζόμενοι αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις, δεν προσμετρώνται, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 εδ. Β β' του Ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ. 1985), για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης του οικοπέδου, πλην όμως τούτο ουδόλως παρέχει στους ενάγοντες το δικαίωμα της επέκτασης του διαμερίσματός τους υπογείως προς βορρά τούτου, διότι με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη τέτοιο δικαίωμα επέκτασης του διαμερίσματός τους παρασχέσθηκε μόνο επί της επιφανείας του οικοπέδου και όχι κάτω απ' αυτήν».
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως κατ΄ ουσία αβάσιμη την αγωγή, κατά το προαναφερόμενο αίτημά της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε εκείνο το δικαστήριο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 24 και 25 και 7 παρ. εδ. Αα' και Ββ' του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), όπως ισχύουν μετά το π.δ. 14/27-7-1999 (Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), που ορίζουν:
α) Υπόγειο είναι όροφος, ή τμήμα ορόφου, του οποίου η οροφή βρίσκεται έως 1,50 μ. ψηλότερα από την οριστική στάθμη του εδάφους (άρθρ. 2 παρ.24), β) κάλυψη του οικοπέδου είναι η επιφάνεια που περιβάλλεται από τις προβολές των περιγραμμάτων όλων των κτιρίων του οικοπέδου πάνω σε οριζόντιο επίπεδο (άρθρ.2 παρ.25), γ) για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται σε οικόπεδο προσμετρώνται οι επιφάνειες των στεγασμένων και κλειστών από όλες τις πλευρές χώρων του κτιρίου οποιασδήποτε χρήσης σε όλους τους ορόφους καθώς και τα υπόγεια, με την επιφύλαξη της επόμενης περίπτωσης Ββ (άρθρ. 7 παρ.1 περ.
Αα') και δ) για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης δεν προσμετρώνται ένας υπόγειος όροφος επιφάνειας ίσης με εκείνη, που καταλαμβάνει το κτίριο, προοριζόμενος αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις, εφόσον η οροφή του σε κανένα σημείο δεν υπερβαίνει το 1,50 μ. από την οριστική στάθμη του εδάφους και το ύψος του δεν υπερβαίνει τα 3 μ.
μετρούμενο μεταξύ του δαπέδου και της οροφής, εκτός αν έχει καθορισθεί μεγαλύτερο ύψος για τη χρήση τους συγκεκριμένου χώρου κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 444 (άρθρ. 7 παρ.1 περ. Ββ').
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 'Οσο αφορά τα υπόλοιπα μέρη του ίδιου αυτού λόγου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση των διατάξεων περί κυριότητας ή εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς αυτά, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το μεν οι συγκεκριμένες διατάξεις (περί κυριότητας) που παραβιάσθηκαν, το δε ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε ρητά ή σιωπηρά την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου, προφανώς στη πράξη συστάσεως των οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν προσέφυγε στους αναφερόμενους στις άνω διατάξεις του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για κάλυψη ή άρση, αντίστοιχα, αυτού του σημείου.
ΙΙ. Όπως και παραπάνω αναφέρεται, το Εφετείο κατέληξε στην ουσιαστική απόρριψη του κρινομένου (μετά την παραπομπή από τον ΄Αρειο Πάγο) αιτήματος της αγωγής με τη ρητή και σαφή αιτιολογία ότι «η συστατική της οροφοκτησίας πράξη δεν παρέχει στους αναιρεσείοντες το δικαίωμα επεκτάσεως του διαμερίσματός τους υπογείως προς βορρά τούτου, διότι τέτοιο δικαίωμα παρασχέθηκε σ΄ αυτούς μόνο επί της επιφανείας του οικοπέδου και όχι κάτω από αυτήν». Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο «η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι ενώ δέχεται ότι λόγω υπερκαλύψεως της ικανότητας δόμησης του οικοπέδου δεν υφίσταται πλέον επιτρεπομένη, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 εδ Α΄ του ν. 1577/1985, οικοδομήσιμη επιφάνεια του οικοπέδου για περαιτέρω επέκταση του ισογείου ορόφου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει δικαίωμα περαιτέρω επέκτασης του ορόφου αυτού, παραλλήλως και όλως αντιφατικά δέχθηκε ότι οι επίδικοι υπόγειοι χώροι, ως προοριζόμενοι αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις, δεν προσμετρώνται για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης του οικοπέδου», ερείδεται σε αναληθή προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από την υπάρχουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη «και όλα τα έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι» και από το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα και συγκεκριμένως «το από Απριλίου 1960 σχεδιάγραμμα του ........, το από Δεκεμβρίου 1995 διάγραμμα κάλυψης της ...... και της σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας» και μάλιστα για το τρίτο από τα έγγραφα αυτά («σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας») γίνεται ρητή μνεία στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Επομένως, και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, προκύπτουν τα εξής: α) «παραμόρφωση» υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, Ολ.ΑΠ 1/1999).
β) ο δε υπό συζήτηση λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Αντίθετα δε ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, επικουρικά, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων στην αμέσως προηγούμενη σκέψη εγγράφων. Από την επισκόπηση, όμως, της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι τα μεν σχεδιαγράμματα συνεκτιμήθηκαν, από το Εφετείο, μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρονται ιδιαιτέρως, της δε συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας το περιεχόμενο δεν «παραμορφώθηκε», κατά την ανωτέρω έννοια, αλλ΄ εκτιμήθηκε, κατά τον στην αναιρεσιβαλλομένη τρόπο, η ουσιαστική δε αυτή εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-2-2005 αίτηση των ......... και ......... για αναίρεση της 6623/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ