Supreme Court dismisses appeal against insurance company judgments due to inadmissible factual review arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second and third defendants' judgments, finding the appeal arguments inadmissible. The appellant claimed a diagnostic error in the lower court's document interpretation, but the court determined this was merely an evaluative error regarding evidence assessment, which falls outside appellate review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 561, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if it challenges the lower court's evaluation of evidence or its interpretation of documents as a matter of fact, rather than a legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1370 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1370/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Διανελλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η από 14-11-2016 αίτηση για αναίρεση της 512/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Π. του Ε..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 23-4-2008 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 22-9-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση τόσο γι' αυτόν, όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσότερους διαδίκους.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του ή με δήλωση στις προτάσεις, οπότε η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Οι αμέσως ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και στα ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 299 του ΚΠολΔ. Η γινόμενη, όμως, από το δικηγόρο, πληρεξούσιο καλούντος διαδίκου, δήλωση ότι δεν εισάγεται ως προς κάποιο διάδικο η υπόθεση, μη προβλεπόμενη ειδικά από τον ΚΠολΔ, δεν έχει την έννοια παραίτησης από ασκηθείσα αγωγή, ένδικο μέσο κλπ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραίτησης του διαδίκου από το δικαίωμα της κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον πληρούται ο τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, καταχώρηση δηλαδή στα πρακτικά, ή αναφορά στις προτάσεις, ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει ως αποτέλεσμα, εάν έχει γίνει κλήση να θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 παρ.1 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξης. Ενόψει του περιεχομένου αυτού της παραπάνω δήλωσης, ήτοι ότι το ένδικο μέσο δεν εισάγεται για συζήτηση, δεν αποκλείεται η επανεισαγωγή του για συζήτηση σε νέα δικάσιμο. Σε περίπτωση τέτοιας δήλωσης δεν ερευνάται αν το ένδικο μέσο είναι βάσιμο ως προς εκείνον που αφορά η δήλωση, ενώ αν ο τελευταίος είναι απών, η συζήτηση κηρύσσεται ως προς αυτόν ματαιωμένη (ΑΠ 89/2021, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 673/2013, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 1080/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ι. Π. του Ε.. Ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κλήσης προς συζήτηση προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Ε. Δ., από τον οποίο εκπροσωπήθηκε ο τελευταίος στο ακροατήριο κατά την προκειμένη ορισθείσα δικάσιμο της 21-10-2022, με δήλωσή του που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά περιέχεται και στις νόμιμα κατατεθείσες από 21-10-2022 έγγραφες προτάσεις του, ανέφερε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται προς συζήτηση ως προς τον ανωτέρω πρώτο αναιρεσίβλητο.
Η δήλωσή του αυτή δεν ενέχει παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης, ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτό, αλλά έχει την έννοια παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα της κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τον ανωτέρω (πρώτο αναιρεσιβλήτο), ο οποίος συνδέεται με το δεσμό της απλής ομοδικίας με τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, νόμιμα εκπροσωπούμενες.
Επομένως, αφού δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπομένο πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και, μετά την ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, να κηρυχθεί, ως προς αυτόν, ματαιωμένη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Η κρινόμενη από 14-11-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/14-11-2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 512/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, σύμφωνα με το οποίο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/ 2018).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και 71 Κ.Ποιν.Δ., τυποποιείται μεν το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης, πλην όμως με τις διατάξεις αυτές δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση ή μη του ποινικού αδικήματος.
Επιβάλλεται όμως, σε περίπτωση τυχόν προηγηθείσας σχετικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, αθωωτικής ή καταδικαστικής, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο τη σχετική ποινική κρίση και μπορεί να υφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 4/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 512/2014 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος - εναγομένου Β.
Π., σε συνδυασμό με τη χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος - εναγομένου Ι. Π. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.... από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και τα αντίγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια, και οι φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των συγκρουσθέντων οχημάτων, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ειδικά (άρθρα 444 αριθ.3, 448 παρ. 2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 27.6.2007 και ώρα 23.05 περίπου, ο ενάγων -εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) I.. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στην κυριότητά του και ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) κινούνταν στην πόλη της Λάρισας και συγκεκριμένα επί της οδού Καρδίτσης, με κατεύθυνση προς Καρδίτσα.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων - εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Β. Π., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της Α. Π., κινούνταν στην οδό Παπανδρέου, με κατεύθυνση προς νοτιοδυτικά της πόλης, στο σημείο που η ως άνω οδός διασταυρώνεται με την οδό Καρδίτσης. Ενώ ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου I..
Π., είχε φθάσει στη διασταύρωση και είχε εισέλθει σ' αυτή, επειδή ο φωτεινός σηματοδότης που ήταν στην πορεία του είχε πράσινο χρώμα, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Β.. Π., εισήλθε αυθαίρετα στη διασταύρωση, παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, διασχίζοντας κάθετα την οδό Καρδίτσης, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του I..
Π.. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από την έκθεση αυτοψίας του τμήματος τροχαίας Λάρισας, σε συνδυασμό και με τις προανακριτικές καταθέσεις των δυο εμπλακέντων οδηγών, καθώς και του αυτόπτη μάρτυρα Γ. Μ.. Ειδικότερα, ο Β.. Π., ενώ βρισκόταν έμπροσθεν της διασταυρώσεως της οδού Παπανδρέου με την οδό Καρδίτσας, όπου υπάρχει φωτεινός σηματοδότης, που εκείνη τη χρονική στιγμή έδειχνε κόκκινη ένδειξη, δεν ακινητοποίησε το όχημά του, ως όφειλε κατά τις διατάξεις του ΚΟΚ και να αναμένει να ανάψει για την πορεία του πράσινο φως του σηματοδότη, ώστε να διέλθει της διασταύρωσης ακώλυτα και ακίνδυνα, αλλά προσπερνώντας δύο ακινητοποιημένα έμπροσθεν αυτού αυτοκίνητα, εισήλθε ανεξέλεγκτα στην ανωτέρω διασταύρωση, στην οποία κινούνταν ο προαναφερόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου I..
Π., ο οποίος κινούνταν τελευταίος από μία σειρά αυτοκινήτων, που είχαν εισέλθει στην ανωτέρω διασταύρωση, έχοντας πράσινο το σηματοδότη της πορείας τους. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο οδηγός του επιβατηγού οχήματος, εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση, χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του έμπροσθεν του φωτεινού σηματοδότη στην πορεία του, που είχε ένδειξη ερυθρού φωτός, με αποτέλεσμα να επιπέσει στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών Β..
Π., είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο... Ούτε βέβαια από το "Πρόγραμμα λειτουργίας σηματοδοτούμενου κόμβου Καρδίτσης - Παπανδρέου - Θεοφράστου", αποδεικνύεται κάτι τέτοιο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο οδηγός της μοτοσικλέτας και η συνεναγόμενή του ασφαλιστική εταιρία, αφού με βάση τα σηματοδοτικά προγράμματα λειτουργίας του κόμβου, όπου απεικονίζονται οι χρόνοι των φάσεων, τη στιγμή που ο προαναφερόμενος μάρτυρας Γ.
Μ. ανέμενε επί της οδού Καρδίτσης να ανάψει το πράσινο φανάρι για να εισέλθει αριστερά στην οδό Παπανδρέου, τα δύο φανάρια επί της Καρδίτσας και επί της Παπανδρέου είχαν διαδοχικά πράσινο το πρώτο και ακολούθως το δεύτερο. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση τυγχάνει ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Β..
Π.. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος Ι. Π., δεν αποδείχθηκαν. Επομένως, η προτεινόμενη, επικουρικά, από τους εναγόμενους ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος I.. Π. κατά ποσοστό 90% στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή του Β.. Π., ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα παράπονα που προβάλλονται με την έφεση του Β.. Π., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Λάρισας:
α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-05-2011 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 94/2009 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 13-01-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων [με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ιστορούμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα], δεχόμενο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως και το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 03-07-2009 έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 19-04-2010 έφεση του τρίτου αναιρεσίβλητου (ως καθολικού διαδόχου της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Ένωση ΑΕΕΓΑ") και αφού εξαφάνισε την ανωτέρω πρωτόδικη υπ' αριθμ. 94/2009 απόφαση ως προς τις συνεκδικασθείσες από 23-04-2008 και 22-09-2008 αγωγές του πρώτου και του τρίτου των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, στρεφόμενες, πλην άλλων και κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμες τις αγωγές αυτές και υποχρέωσε και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, να τους καταβάλει τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε νόμιμα με επίκληση και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του:
α) την υπ' αριθμ. 229/2014 απόφαση και πρακτικά συνεδρίασης του ποινικού Δικαστηρίου και δη του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, β) την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., που περιέχεται στην ανωτέρω υπ' αριθμ. 229/2014 ποινική απόφαση και πρακτικά συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όπου αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, με κατηγορούμενο τον πρώτο αναιρεσίβλητο για τη σωματική βλάβη που προκάλεσε σε αυτόν (αναιρεσείοντα) κατά το ένδικο ατύχημα και γ) την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Ζ.
Π., που περιέχεται στα ταυτάριθμα, με την υπ' αριθμ. 94/2009 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού. Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του και στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος - εναγομένου Β.
Π. (ήτοι του μάρτυρα Ζ. Π.), στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα αντίγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, και "όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και τα αντίγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης, δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και την επικαλούμενη ως άνω υπ' αριθμ. 229/2014 απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου [ με την οποία κρίθηκε υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο πρώτος αναιρεσίβλητος και κηρύχθηκε ένοχος για τη σωματική βλάβη από αμέλεια που προκλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατά το ατύχημα αυτό ] και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από την ανωτέρω ποινική κρίση, διαλαμβάνοντας απολύτως εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το προεκτιθέμενο αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να δεσμεύεται, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, από την προηγηθείσα σχετική απόφαση του ανωτέρω ποινικού Δικαστηρίου, για την οποία άλλωστε δεν γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι έχει καταστεί αμετάκλητη.
Επίσης, από την προαναφερόμενη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με όλες τις παραδοχές αυτής, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αποδείξεων και η περιεχόμενη στην ανωτέρω υπ' αριθμ. 229/2014 ποινική απόφαση και πρακτικά συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ.
Μ., καθώς και η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ζ. Π., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 94/2009 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, γίνεται ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη ως μαρτυρική κατάθεση για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.
Κατόπιν αυτών, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά στην πραγματικότητα παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο ίδιος θεωρεί ορθό.
Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην πραγματικότητα, σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Η άποψη δηλαδή του αναιρεσείοντος, ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Ειδικότερα, δεν περιλαμβάνεται στο λόγο αυτό η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του (ΑΠ 1581/2014, ΑΠ 1641/2008, ΑΠ 1957/2006).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολ. 2/2008, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό (ακριβές) περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 585/2020, ΑΠ 1099/2019). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και, ειδικότερα ότι, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, με τίτλο "Πρόγραμμα λειτουργίας σηματοδοτούμενου κόμβου Καρδίτσης - Παπανδρέου - Θεοφράστου", για το οποίο υποστηρίζει ότι, από τις περιεχόμενες σε αυτό ενδείξεις και τους χρόνους που αναφέρονται, αλλά και από τη διαδοχή της πράσινης ένδειξης των σηματοδοτών, αποδεικνύεται ότι πράγματι ο Ι..
Π. (πρώτος αναιρεσίβλητος) πέρασε με κόκκινο φως το σηματοδότη στην πορεία του, αργοπορημένα σε σχέση με τα έμπροσθεν αυτού, κατά 3-4 μέτρα κινούμενα οχήματα και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων), που ήταν σταματημένος, ξεκίνησε με την πράσινη ένδειξη του δικού του σηματοδότη, διαδοχική εκείνης του Ι.. Π.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου, απορριπτέος.
Τούτο διότι, προεχόντως, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το ακριβές, κατά λέξη, περιεχόμενο του ανωτέρου εγγράφου, ήτοι του Προγράμματος λειτουργίας σηματοδοτούμενου κόμβου Καρδίτσης - Παπανδρέου - Θεοφράστου, ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου του ίδιου εγγράφου, όπως το προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό λάθος της.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος προσθέτως και για το λόγο ότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό του, δεν αφορά σε διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά σε εκτιμητικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση από το Εφετείο στο εν λόγω έγγραφο αποδεικτικό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα λόγο αναίρεσης.
Πρόκειται, δηλαδή, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε και το ερμήνευσε ορθά, συνεκτίμησε το περιεχόμενό του με τα άλλα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων υποστηρίζει και, επομένως, πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τη δεύτερη και το τρίτο των αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης και του τρίτου των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., από διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και από τους οποίους το τρίτο αναιρεσίβλητο κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. -
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 14-11-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/14-11-2016) αίτησης αναίρεσης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. -
Απορρίπτει την ανωτέρω από 14-11-2016 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/14-11-2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 512/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, όσον αφορά τη δεύτερη και το τρίτο των αναιρεσίβλητων.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τη δεύτερη και των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για το τρίτο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ