Legislator Case Law & Legislation
1370/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on contract termination and company merger. Appeal rejected for lack of substantive law violation.

Case Number 1370/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a contract dispute between two companies. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documents proving the appellant's intent to merge, but the court found these documents were already taken into account in the original decision. Consequently, the court ruled that no substantive legal error occurred to justify the appeal, leading to the rejection of the request and the imposition of legal costs on the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive legal rule has been violated, and the appellate court's consideration of evidence does not constitute such a violation if the evidence was duly evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation appellate court review contract termination merger agreement legal costs evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1370/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ... ΕΛΛΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ατομικά και ως καθολικής διαδόχου δι' απορροφήσεως της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", και το διακριτικό τίτλο "... INKS", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστείδη Χιωτέλλη και Χαράλαμπο Παμπούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "…", 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύουν στην … και εκπροσωπούνται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιάκωβο Βενιέρη και Μιχαήλ Μαρίνο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5110/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/9/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 318/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα ατομικά και ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", κατά της 5110/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 21.12.2009 αγωγή αυτών κατά των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ' ουσίαν δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.τ.λ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και η υπαγωγή αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Δηλαδή ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις του εμπορίου. Στη σύμβαση αυτή, εφόσον συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία, με βάση τα οποία η διαμεσολαβητική λειτουργία του διανομέα να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, όπως, όταν αυτός αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991, και ειδικότερα:

α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα του πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα του στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες και ε) να γνωστοποιεί στον εντολέα του το πελατολόγιο του, ήτοι αναλαμβάνει υποχρεώσεις που καθιστούν το διανομέα αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα του-παραγωγού, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα του, εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.

Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να την επικαλεσθεί και να την αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ δικαίωμα του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία και ούτε συνεπάγεται γι' αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη εξ αιτίας της καταγγελίας ζημία ή και ηθική βλάβη.

Αντίθετα μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί ωστόσο για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004).

Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 1933/2009).

Η υποχρέωση αποζημίωσης για άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής δεν αποκλείεται από τη χορήγηση αποζημίωσης για απώλεια πελατείας, αλλά μπορεί με αυτή να συρρέει και η, κατά το άρθρο 9 παρ. 1(γ) του π.δ/τος 219/1991, προβλεπόμενη αποζημίωση του κοινού δικαίου για ανόρθωση της τυχόν ζημίας του διανομέα.

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του διανομέα απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του παραγωγού ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας και προϋποθέτει πρόκληση ζημίας στο διανομέα από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα. Η αποζημίωση αυτή καλύπτει κάθε περαιτέρω θετική ή αποθετική ζημία του διανομέα (ΑΠ 979/2014).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Στην περίπτωση της αποκλειστικής διανομής συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Εάν δεν έχει καθοριστεί με τη σύμβαση διανομής χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 κα 4 του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 165/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, ως προς το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, τα ακόλουθα: "Με την κρινόμενη από 21.12.2009 αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, ελληνικής εταιρείας παραγωγής και εμπορίας μελανιών και οικοδομικών χρωμάτων, και της πρώτης εναγομένης, γερμανικής εταιρείας παραγωγής μελανιών, που εδρεύει στο … και ανήκει στον όμιλο εταιρειών ...

καταρτίσθηκαν αρχικώς το από 22.1.1999 μνημόνιο και η από 1.1.1999 μονοετής σύμβαση μη αποκλειστικής διανομής, και στη συνέχεια η από 28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας - αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, με βάση την οποία, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις από 6.6.2001 και 27.11.2002 συμφωνίες τους, η μεταξύ τους συνεργασία περιελάμβανε τις συμβατικές σχέσεις:

α) αποκλειστικής διανομής μελανιών γραφικών τεχνών (offset) καθώς και βοηθητικών υλικών εκτύπωσης, παραγωγής όλων της πρώτης εναγομένης, τα οποία ανέλαβε να προωθεί και να πωλεί κατ' αποκλειστικότητα η πρώτη ενάγουσα στις χώρες Ελλάδα, Κύπρο, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο και Αλβανία, με κέρδος, υπολογιζόμενο με βάση την τιμή αγοράς της πρώτης ύλης από την πρώτη εναγομένη και την καθαρή τιμή πωλήσεως των προϊόντων στον πελάτη, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα, β) αποκλειστικής προμήθειας της πρώτης εναγομένης και των λοιπών εταιρειών του ομίλου ...

με την πρώτη ύλη (πάστα) παρασκευής των υδατοδιαλυτών μελανιών, την οποία παρήγαγε η πρώτη ενάγουσα, γ) ανταλλαγής τεχνογνωσίας στους αναφερόμενους τομείς και δ) κοινής ανάπτυξης εμπορίας μελανιών offset μεταξύ του ομίλου ... και της πρώτης ενάγουσας σε κάθε άλλη χώρα εκτός των χωρών, τις οποίες αφορούσε η σύμβαση συνεργασίας.

Ότι η δεύτερη των εναγόμενων, μητρική εταιρεία της πρώτης εξ αυτών, υπέγραψε την από 27.11.2002 τροποποιητική σύμβαση, δια ρητού όρου της οποίας προσχώρησε σε όλες τις μέχρι τότε συμβάσεις μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης και δεσμεύτηκε για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές, επιπλέον αυτή σταδιακά απέκτησε και κατέχει μετοχές της πρώτης ενάγουσας που αντιπροσωπεύουν το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της.

Ότι το έτος 2005 η δεύτερη εναγομένη αγόρασε στην Ινδία μία εταιρεία με εργοστάσιο παραγωγής μελανιών και πρώτων υλών με την επωνυμία ..." και ότι με την αγορά αυτή η πρώτη εναγομένη, ως θυγατρική της δεύτερης, μείωσε δραστικά το κόστος των πρώτων υλών, εντούτοις συνέχισε να πωλεί στην πρώτη ενάγουσα τα προϊόντα της με βάση το αρχικό μεγαλύτερο κόστος, παρά τον αντίθετο συμβατικό όρο της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Ότι από το έτος 2005 μέχρι το έτος 2007, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εναγομένης, διεξήχθησαν μεταξύ αυτής και της πρώτης ενάγουσας διαπραγματεύσεις για την προοπτική επέκτασης της μεταξύ τους συνεργασίας στον τομέα μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας, με τη δημιουργία κοινής νέας εταιρείας, όμως στις 20.2.2008, η πρώτη εναγομένη αιφνιδίως της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί συνέχιση των διαπραγματεύσεων αλλά μόνο την απόσχιση ολόκληρου του κλάδου μελανιών της πρώτης ενάγουσας και την αγορά αυτού από τον όμιλο ....

Ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, η πρώτη εναγομένη άρχισε να εγείρει θέμα καταγγελίας των υπαρχουσών συμβάσεων και να απειλεί την πρώτη ενάγουσα ότι αν δεν συμφωνήσει με τα προτεινόμενα σχήματα εξαγοράς θα καταγγείλει μονομερώς τις μεταξύ τους συμβάσεις, ενώ δε συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις, οι εναγόμενες άκαιρα και αιφνίδια, με την από 29.9.2008 επιστολή τους, κατήγγειλαν από κοινού το σύνολο των μεταξύ τους συμβάσεων, με έναρξη ισχύος της καταγγελίας από 31.12.2008.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι αντισυμβατική, καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, διότι έγινε δολίως από τις εναγόμενες και υπό το πρόσχημα των διαπραγματεύσεων για επέκταση της συνεργασίας τους, κατά τη διάρκεια των οποίων της απέσπασαν κρίσιμα στοιχεία της επιχείρησής της, με σκοπό να την εκτοπίσουν από την αγορά και την πελατεία που είχε κατακτήσει με τη δεκαετή προσπάθειά της και να καρπωθούν οι ίδιες τα αποτελέσματα των ενεργειών της και τα κέρδη, με πρόθεση να τη ζημιώσουν.

Ότι το έτος 2009 με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις η πρώτη ενάγουσα προέβη σε απόσχιση του κλάδου της μελανιών στην Ελλάδα και στην εισφορά αυτού στη δεύτερη ενάγουσα, στην οποία μεταβιβάσθηκε το σύνολο της περιουσίας του κλάδου (ενεργητικό και παθητικό), και κατόπιν τούτου στη δεύτερη ενάγουσα, 100% θυγατρική της πρώτης, ανήκει η δραστηριότητα παραγωγής και εμπορίας μελανιών στην Ελλάδα και στην πρώτη ενάγουσα ανήκουν οι αντίστοιχες δραστηριότητες σε χώρες εκτός Ελλάδος.

Με το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν, μετά από το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων, άλλως επικουρικώς της πρώτης εναγομένης, να καταβάλλουν σε αυτές, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της καταγγελίας των μεταξύ τους συμβάσεων, άλλως από την επίδοση της αγωγής, τα κατωτέρω ποσά :

Α) 2.141.063 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα, ως διάδοχο της πρώτης, και 1.014.447,39 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, ως αποζημίωση πελατείας, για την δραστηριότητα τους στις συμβατικές γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδος πρώτο ποσό και της Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας το δεύτερο ποσό. Β) 1.316.326 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, ως διάδοχο της πρώτης, για την θετική ζημία, που υπέστη η τελευταία, συνιστάμενη: 1) στο ποσό του 1.299.551,96 ευρώ, για τις αναπόσβεστες επενδύσεις, που πραγματοποίησε η πρώτη ενάγουσα προς ανακαίνιση των κτιριακών εγκαταστάσεων και του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της στην Χαλκίδα για την παραγωγή των υδατοδιαλυτών μελανιών που θα προμηθευόταν αποκλειστικά από αυτήν η πρώτη εναγομένη, 2) στο ποσό των 38.774,04 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η πρώτη ενάγουσα ως αποζημίωση, λόγω καταγγελίας από αυτήν των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού, που απασχολούσε στο ίδιο εργοστάσιο, το οποίο δεν θα απέλυε, εάν συνεχιζόταν η συνεργασία της με τις εναγόμενες και 3) στο ποσό των 48.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η πρώτη ενάγουσα ως αμοιβή του προσληφθέντος από αυτήν εξωτερικού συμβούλου της για τη συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων, ενόψει των διαπραγματεύσεων για την προοπτική απόσχισης του κλάδου μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας και εξαγοράς του από την πρώτη εναγομένη.

Γ) 2.320.689,05 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και 2.561.854,95 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα για διαφυγόντα κέρδη, που θα αποκόμιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δε είχε μεσολαβήσει η ως άνω αντισυμβατική αλλά και παράνομη καταγγελία της συμβάσεώς τους, από τη δραστηριότητά τους στις χώρες εκτός Ελλάδος η πρώτη και στην Ελλάδα η δεύτερη, επί πέντε έτη μετά την καταγγελία της συμβάσεώς διανομής, καθώς και 132.776,95 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, ως διάδοχο της πρώτης, για τα διαφυγόντα κέρδη της επί πέντε χρόνια μετά την καταγγελία της συμβάσεως αποκλειστικής προμήθειας των εναγομένων με την πρώτη ύλη (πάστα) παραγωγής υδατοδιαλυτών μελανιών.

Δ) 972.869,07 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα, για την θετική ζημία της λόγω της υπαίτιας και πλημμελούς εκπληρώσεως από τις εναγόμενες της μεταξύ τους συμβάσεως συνεργασίας, οι οποίες παρότι πέτυχαν, με την αγορά του εργοστασίου στην Ινδία από τη δεύτερη, μείωση του κόστους αγοράς πρώτων υλών και επομένως και της τιμής του άμεσου κόστους των μελανιών που την προμήθευαν, το οποίο αποτελούσε τη βάση για τον υπολογισμό των μεταξύ τους κερδών, εντούτοις χρέωναν αυτήν (πρώτη ενάγουσα), κατά παράβαση του σχετικού συμβατικού όρου, με την ίδια αυξημένη τιμή κόστους.

Ε) 400.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της επαγγελματικής της φήμης και εικόνας ενώπιον των πελατών της από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της επίδικης συμβάσεως, καθώς και λόγω της δυσφημήσεώς της ενώπιον της ασφαλιστικής εταιρείας "...", με τη διάδοση από τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης, εν γνώσει τους, ψευδών στοιχείων ως προς τη φερεγγυότητά της (πρώτης ενάγουσας), κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα περιστατικά".

Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας το νόμιμο της αξίωσης καταβολής αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, όσον αφορά το αίτημα για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής καταγγέλθηκε από τις εναγόμενες με την από 29.9.2008 επιστολή τους, με ισχύ από 31.12.2008.

Ενόψει, όμως, του ότι η εμπορική συνεργασία των διαδίκων χρονολογείται από το έτος 1999, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να τηρηθεί εξάμηνη προθεσμία και όχι τρίμηνη, όπως εν προκειμένω, μη δυναμένων των μερών να συντμήσουν την προθεσμία αυτή. Οι ενάγουσες επικαλούμενες, με την αγωγή τους, ότι η επίδικη καταγγελία από τις εναγόμενες συνιστά, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος τους αυτού και θεμελιώνει κυρίως ενδοσυμβατική ευθύνη τους, λόγω παραβιάσεως των ένδικων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και αποκλειστικής προμήθειας και επικουρικά αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, κατά τα άρθρα 281, 914, 919 ΑΚ, επειδή η καταγγελία αυτή έγινε από δόλο, καταχρηστικά και με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της πρώτης ενάγουσας κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ζήτησαν ως αποζημίωση διαφυγόντα κέρδη 2.320.689,05 ευρώ, 2.561.854,95 ευρώ, τα οποία με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζαν κατά το χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά τη λήξη της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και 132.776,85 ευρώ μετά τη λήξη της σύμβασης αποκλειστικής προμήθειας.

Με το ως άνω περιεχόμενο, αναφορικά με τα δύο πρώτα κονδύλια (2.320.689,05 ευρώ, 2.561.854,95 ευρώ), για τα διαφυγόντα κέρδη, που αφορούν το πέραν του εξαμήνου από την καταγγελία της συμβάσεως χρονικό διάστημα (τέλος της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας προειδοποίησης), η αγωγή, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1γ του ΠΔ 219/1991, δεν είναι νόμιμη, γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, στη σύμβαση αορίστου χρόνου (όπως η επίδικη), η προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη αξίωση του αποκλειστικού διανομέα, σε περίπτωση υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εντολέως-προμηθευτή συνίσταται στα κέρδη που ο διανομέας θα εισέπραττε, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί αυτός, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί κατά τις διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος για την καταγγελία της και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση είναι έξι μηνών.

Κατά το μέρος που η αγωγή, ως προς το ίδιο ως άνω αίτημα, θεμελιώνεται στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας, επίσης, δεν είναι νόμιμη, διότι ναι μεν ο διανομέας, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου από τον εντολέα προμηθευτή, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική περιουσιακή ζημία, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, πλην όμως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται ελευθέρως, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της οριζόμενης προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διατάξεως να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημία της πρώτης ενάγουσας διανομέα δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας από την εξακολούθηση-λειτουργία της συμβάσεως και πέραν του εξαμήνου, αφού η καταγγελία, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθεμίτου ανταγωνισμού κ.λ.π, δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου επιφέρει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, τη λύση της συμβάσεως, με αποτέλεσμα η αξίωση της πρώτης ενάγουσας διανομέα για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της συμβάσεως και μετά την πάροδο του εξαμήνου να εδράζεται πλέον επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και συγκεκριμένα επί της επικαλούμενης από αυτήν απλής προσδοκίας συνεχίσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως επί πέντε (5) ακόμη έτη, η οποία, όμως, ουδόλως δικαιολογείται, αφού, κατά τα εκτεθέντα, οι εναγόμενες δεν είχαν ούτε νομική ούτε και συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχισή της επί κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά εδικαιούντο, να καταγγείλουν και συνακόλουθα να λύσουν την ένδικη σύμβαση ελευθέρως και οποτεδήποτε, και χωρίς να δεσμεύονται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή όσον αφορά την αξίωση για καταβολή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη, λόγω της επικαλούμενης καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, για το διάστημα πέραν των έξι μηνών από την καταγγελία της σύμβασης, δεν είναι νόμιμη, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. γ' του π.δ. 219/1991 και των άρθρων 298, 724, 914 ΑΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αποζημίωση λόγω της, από μέρους του παραγωγού, καταχρηστικής και παράνομης καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δικαιούται ο διανομέας μόνο για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία και μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 κα 4 του π.δ. 219/1991.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο πρώτος, δε, λόγος της αίτησης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ? αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ? αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 25/2016).

Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, επικαλείται παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών από το δικαστήριο της ουσίας, ισχυριζόμενη ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με αποτέλεσμα να ερμηνεύσει εσφαλμένα το άρθρο 4 της από 27-11-2002 τροποποιητικής σύμβασης διανομής, και έτσι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 488 και 470 ΑΚ, και απέρριψε την αγωγή αποζημίωσης πελατείας ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Στις 27.11.2002 υπογράφηκε η πρώτη τροποποιητική σύμβαση της συμβάσεως συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής, με την οποία επεκτάθηκε η συνεργασία μεταξύ των μερών και στον τομέα των υδατοδιαλυτών μελανιών (συμπυκνωμάτων), στον οποίο η πρώτη εναγομένη διέθετε παλαιά και νέα παραγωγική ικανότητα και τεχνογνωσία αντίστοιχων ενώσεων, και συμφωνήθηκε η πρώτη εναγομένη να αναπτύξει από κοινού με τον Όμιλο ..., ένα βελτιωμένο σύστημα υδατοδιαλυτού συμπυκνώματος πολλαπλών χρήσεων, το οποίο θα διαθέσει στους αντίστοιχους κλάδους πωλήσεων του Ομίλου και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά από την πρώτη ενάγουσα όλα τα συμπυκνώματα υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, που χρειαζόταν για την κάλυψη των αναγκών της σε πρώτη ύλη για την παραγωγή υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, να καταβάλει δε κάθε δυνατή προσπάθεια να αγοράζει μία αμοιβαία καθοριζόμενη ποσότητα μαύρων μελανιών τύπου web offset coldest για φθηνές εφαρμογές (για εφημερίδες), η οποία θα ήταν αναγκαία για το δικό της δίκτυο διανομής, να δεσμεύσει δε τους συνεργάτες της στο δίκτυο διανομής, τις θυγατρικές της καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο , το οποίο εμπλέκεται στο δίκτυο διανομής της για να αγοράσει τα ανωτέρω προϊόντα.

Επίσης, συμφωνήθηκε η επέκταση της συμβάσεώς συνεργασίας στις χώρες της Βουλγαρίας, Σκοπιών, Σερβίας, Μολδαβίας, Βοσνίας, Μαυροβούνιου και Αλβανίας και η από κοινού επέκταση των δύο εταιρειών σε άλλες περιοχές σχετικά με τα μελάνια εύκαμπτης συνεργασίας και τα μελάνια γραφικών τεχνών καθώς και η μη είσοδος του ενός μέρους σε οποιαδήποτε αγορά χωρίς τη συναίνεση του άλλου.

Την εν λόγω τροποποιητική σύμβαση υπέγραψε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η δεύτερη των εναγομένων, η οποία είναι η μητρική εταιρεία της πρώτης τούτων, έχοντας τον έλεγχο αυτής σε ποσοστό 100%, και δεσμεύθηκε να σέβεται όλους τους όρους της συμβάσεως που υπέγραψε καθώς και όλους τους όρους της συμβάσεως συνεργασίας και της από 1.1.1999 συμβάσεως διανομής/εμπορίας.

Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε και από τη δεύτερη εναγομένη, διότι αυτή ανέλαβε να καταβάλλει προσπάθειες, ως μητρική εταιρεία, για την πώληση της πρώτης ύλης που θα παρήγαγε η πρώτη ενάγουσα, στα λοιπά μέλη του ομίλου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι υπεισήλθε στις κύριες συμβατικές υποχρεώσεις της συμβάσεως συνεργασίας-αποκλειστικής διανομής ούτε ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις της συμβαλλόμενης σε αυτές πρώτης εναγομένης.

Επίσης, στις 27.12.2002, η δεύτερη εναγομένη αγόρασε από τον κύριο μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ. μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 6,44 % των μετοχών της πρώτης ενάγουσας, σταδιακά δε μέχρι και το έτος 2004 αύξησε τη συμμετοχή της με αγορά μετοχών και κατέχει ήδη 1.562.220 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 13 % του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας. .......

Αντιθέτως, η αγωγή πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη εναγομένη, εφόσον η τελευταία δεν ενέχεται από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά η συμβατική της σχέση περιορίζεται στη σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας πρώτων υλών από την πρώτη ενάγουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν".

Όμως, με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι το Εφετείο, δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στη σχετική δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, δεχόμενο κατά τρόπο σαφή ότι από τη σύμβαση δεν προκύπτει υπεισέλευση της δεύτερης αναιρεσίβλητης στις κύριες συμβατικές υποχρεώσεις από τη μεταξύ της αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης σύμβασης συνεργασίας-αποκλειστικής διανομής, ούτε ανάληψη των από τη σύμβαση αυτή υποχρεώσεων της τελευταίας.

Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, και, κατ' επέκταση, των άρθρων 488 και 470 ΑΚ, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν είχαν έδαφος εφαρμογής. Αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της απόφασης δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ανυπαρξία κενού, καθόσον αφορά τις περιεχόμενες στην ίδια σύμβαση δηλώσεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).

Θα πρέπει, δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Επομένως, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 87/2013) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 933/3014, ΑΠ 1573/06).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' ? αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 156/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Ειδικότερα, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, αλλά συνέχονται με την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, και να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 614/2009), ο δε σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1987/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017).

Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262,269 και 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1854/2007). Εάν το δικαστήριο λάβει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική, πραγματικά περιστατικά που δεν έχει επικαλεστεί ο ενιστάμενος εναγόμενος με τις προτάσεις του για να θεμελιώσει την ένστασή του αυτή, λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού στηρίζουν την ένσταση αυτή, η παραδοχή της οποίας οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής, και υποπίπτει στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/1999).

Εάν όμως και χωρίς τα επιμέρους περιστατικά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, υφίστανται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, οπότε τα "πράγματα" που έλαβε υπόψη του δεν είναι ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, η λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (ΑΠ 1854/2007).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 656/1989). Επιπλέον δε, η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και θεμελιώνει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1331/2004).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ? αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (βλ.

και άρθρ. 298 ΑΚ), υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ? εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας.

Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας. Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα και ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου - "θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 43/2013).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του εν λόγω αιτιώδους συνδέσμου, αντίστοιχα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 2038/2014, ΑΠ 783/2014).Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 914 και 919 ΑΚ, συνεπεία της οποίας έκρινε ότι η συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων αναφορικά με την καταγγελία της σύμβασης διανομής που τους συνέδεε, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, αποδίδει την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς που αναφέρονται και είχε νόμιμα προτείνει ενώπιόν του. Με τον τέταρτο, δε, λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προσβάλει την απόφαση αυτή, διότι απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής της, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Από την παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής, Εμπορίας και Αντιπροσωπείας τυπογραφικών μελανιών και χρωμάτων ...

ΕΛΛΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "..." δραστηριοποιείται στην εμπορία και παραγωγή μελανιών και χρωμάτων και ειδικότερα στους κλάδους μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας (μελανιών για υλικά συσκευασίας), μελανιών γραφικών τεχνών (offset, για εκτύπωση εντύπων, εφημερίδων, περιοδικών κλπ) και οικοδομικών χρωμάτων.

Με τις .../31.3.2009 .../15.10.2009 συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Σιμοπούλου, η πρώτη ενάγουσα προέβη σε απόσχιση του κλάδου μελανιών που αφορούσε τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα και στην εισφορά αυτού στη δεύτερη ενάγουσα, ήδη δεύτερη εκκαλούσα, 100% θυγατρική της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία μελανιών και χρωμάτων" και το διακριτικό τίτλο "... INKS, στην οποία μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας του κλάδου αυτού (ενεργητικό και παθητικό), ενώ η ίδια διατήρησε, μέσω των θυγατρικών εταιρειών της, που είχε ιδρύσει στην περιοχή των Βαλκανίων (..., ... ...), την παραγωγή και εμπορία μελανιών εκτός Ελλάδος.

Ήδη, με την Κ2-8869/28.12.2012 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 12455/2.11.2012 και 12695/9.11.2012), εγκρίθηκε η συγχώνευση των εκκαλουσών εταιρειών με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη τούτων, δυνάμει της .../21.12.2012 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και, επομένως, η πρώτη ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος της δεύτερης και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις αυτής.

Η πρώτη εναγομένη είναι γερμανική εταιρεία, που ανήκει στον Όμιλο ... … με έδρα το Μόναχο, ο οποίος δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο στην παραγωγή και πώληση μελανιών και βερνικιών εκτύπωσης, προσθέτων υγρών μέσων, βοηθημάτων εκτύπωσης και υλικών πλήρωσης τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, η ίδια δε (η πρώτη εναγομένη) είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές μελανιών εκτύπωσης παγκοσμίως.

Το έτος 1998 η πρώτη εναγομένη αποφάσισε να διευρύνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στην ελληνική αγορά μέσω συνεργασίας με Έλληνα συνεργάτη και στα πλαίσια των επιδιώξεών της αυτών, προσέγγισε την πρώτη ενάγουσα, η οποία είναι κυρίαρχη εταιρεία στη βιομηχανία μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας στην Ελλάδα, και κατήρτισαν μεταξύ τους την από 1.1.1999 σύμβαση διανομής/εμπορίας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε ως διανομέας την προώθηση στην Ελλάδα των προϊόντων παραγωγής της πρώτης εναγομένης, ήτοι μελανιών εκτύπωσης, βερνικιών, βοηθητικών προϊόντων και άλλων παρόμοιων προϊόντων σε μη αποκλειστική βάση, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω συμβάσεως, η συνεργασία αυτή αποσκοπούσε σε μία διμερή πρώτη δοκιμαστική φάση για μια στενότερη συνεργασία που θα άρχιζε την 3η Ιανουάριου 2000 είτε με τη μορφή κοινοπραξίας είτε με τη μορφή νέας συμβάσεως πρακτορείας/εμπορίας/διανομής.

Κατά τη σύμβαση αυτή η πρώτη ενάγουσα θα αγόραζε από την πρώτη εναγομένη τα ανωτέρω προϊόντα και θα τα μεταπωλούσε στο όνομά της ως ανεξάρτητος εργολάβος, οργανώνοντας και διεξάγοντας τη δραστηριότητά της με δικές της δαπάνες και κίνδυνο. Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε σε ένα έτος, αρχόμενη από την 1η Ιανουάριου 1999, με αυτόματη ανανέωση αυτής, αν δεν προηγηθεί καταγγελία, με προμήνυση τριών μηνών από οποιοδήποτε μέρος.

Παράλληλα τα δύο μέρη συνέχισαν τις διαπραγματεύσεις, εξετάζοντας τις πιθανότητες στενότερης μεταξύ τους συνεργασίας ή κοινοπραξίας για την ελληνική αγορά μελανιών εκτύπωσης και για συμφωνηθείσες περιοχές εξαγωγών, χρησιμοποιώντας την πρώτη ενάγουσα ως πιθανή συμμετοχική εταιρεία και στα πλαίσια αυτά κατήρτισαν την από 22.1.2009 σύμβαση εμπιστευτικότητας για τις πληροφορίες που θα περιήρχοντο σε κάθε μέρος σχετικά με τις δραστηριότητες και τα στοιχεία, οικονομικά, τεχνικά, μάρκετινγκ, του άλλου μέρους.

Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην υπογραφή της από 28.6.1999 συνεργασίας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε ως αποκλειστικός πλέον διανομέας την προώθηση στην Ελλάδα και την Κύπρο των προϊόντων παραγωγής της πρώτης εναγομένης, και συγκεκριμένα μελανιών γραφικών τεχνών (offset), βερνικιών γραφικών τεχνών, ημικατεργασμένων μελανιών γραφικών τεχνών και άλλων προϊόντων που σχετίζονται με γραφικές τέχνες και παράγονται από την πρώτη ενάγουσα, όπως αυτά καταγράφονται ειδικότερα στο παράρτημα I της συμβάσεως.

Επιπροσθέτως η σύμβαση συνεργασίας περιελάμβανε και σύμβαση ανταλλαγής τεχνογνωσίας, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την πρώτη ενάγουσα με όλα τα απαραίτητα συμπυκνωμένα διαλύματα, βερνίκια, προσθετικά και εν γένει όλα τα άλλα προϊόντα και επιπλέον την απαιτούμενη τεχνολογία, τις τεχνικές προδιαγραφές, το σύστημα των χρωματικών αποχρώσεων, τις μεθόδους εκτύπωσης, τις τεχνικές παραγωγής ώστε η πρώτη ενάγουσα, υπό την καθοδήγηση της πρώτης εναγομένης, να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τον σταθμό ανάμειξης ή οποιαδήποτε άλλη κατάλληλη παραγωγική διαδικασία ώστε να παρασκευάζει όλους τους τύπους χρωματικών αποχρώσεων και τις κατηγορίες των ανωτέρω συμβατικών προϊόντων, που αναφέρονται στο παράρτημα I της συμβάσεως.

Έτσι, όσον αφορά τα μελάνια γραφικών τεχνών, η ενάγουσα είχε το συμβατικό δικαίωμα είτε να τα παρασκευάζει στο σταθμό ανάμειξης, σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως ανταλλαγής τεχνογνωσίας, είτε να τα παραγγέλλει έτοιμα από την πρώτη εναγομένη (άρθρο 2 παρ. γ). Η διάρκεια της συμβάσεως συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου, με έναρξη ισχύος αυτής την 1.7.1999.

Σχετικά με το οικονομικό μέρος της συμφωνίας, το κέρδος της πρώτης ενάγουσας καθορίσθηκε με βάση το άμεσο κόστος (ήτοι την τιμή που αγόραζε η πρώτη εναγομένη την πρώτη ύλη μετά από αφαίρεση κάθε έκπτωσης και απαλλαγής, συν το κόστος συσκευασίας και μεταφοράς) συν την καθαρή τιμή πώλησης (ήτοι την τελική τιμή πώλησης στον πελάτη) μείον το άμεσο κόστος δια δύο, ώστε το περιθώριο κέρδους να κατανέμεται εξίσου μεταξύ των μερών (50-50).

Προκειμένου να εφαρμοσθεί η ανωτέρω οικονομική συμφωνία, ορίσθηκε, με το άρθρο 3 παρ. 7 της συμβάσεως, ότι και τα δύο μέρη έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν όλες τις συναφείς πληροφορίες και να έχουν πρόσβαση σε όλα τα πρωτότυπα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της τιμής μεταβίβασης, ενώ ως προς τις τιμές των πρώτων υλών και τους προμηθευτές συμφωνήθηκε ότι τα μέρη δύνανται να ανταλλάσουν πληροφορίες (άρθρ. 4 § 1).

Με την από 6.6.2001 συμπληρωματική συμφωνία, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η σύμβαση διανομής επεκτάθηκε και στην περιοχή της Ρουμανίας. Στις 27.11.2002 υπογράφηκε η πρώτη τροποποιητική σύμβαση της συμβάσεώς συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής, με την οποία επεκτάθηκε η συνεργασία μεταξύ των μερών και στον τομέα των υδατοδιαλυτών μελανιών (συμπυκνωμάτων), στον οποίο η πρώτη εναγομένη διέθετε παλαιά και νέα παραγωγική ικανότητα και τεχνογνωσία αντίστοιχων ενώσεων, και συμφωνήθηκε η πρώτη εναγομένη να αναπτύξει από κοινού με τον Όμιλο ..., ένα βελτιωμένο σύστημα υδατοδιαλυτού συμπυκνώματος πολλαπλών χρήσεων, το οποίο θα διαθέσει στους αντίστοιχους κλάδους πωλήσεων του Ομίλου και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά από την πρώτη ενάγουσα όλα τα συμπυκνώματα υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, που χρειαζόταν για την κάλυψη των αναγκών της σε πρώτη ύλη για την παραγωγή υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, να καταβάλει δε κάθε δυνατή προσπάθεια να αγοράζει μία αμοιβαία καθοριζόμενη ποσότητα μαύρων μελανιών τύπου web offset coldest για φθηνές εφαρμογές (για εφημερίδες), η οποία θα ήταν αναγκαία για το δικό της δίκτυο διανομής, να δεσμεύσει δε τους συνεργάτες της στο δίκτυο διανομής, τις θυγατρικές της καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο , το οποίο εμπλέκεται στο δίκτυο διανομής της για να αγοράσει τα ανωτέρω προϊόντα.

Επίσης, συμφωνήθηκε η επέκταση της συμβάσεώς συνεργασίας στις χώρες της Βουλγαρίας, Σκοπιών, Σερβίας, Μολδαβίας, Βοσνίας, Μαυροβούνιου και Αλβανίας και η από κοινού επέκταση των δύο εταιρειών σε άλλες περιοχές σχετικά με τα μελάνια εύκαμπτης συνεργασίας και τα μελάνια γραφικών τεχνών καθώς και η μη είσοδος του ενός μέρους σε οποιαδήποτε αγορά χωρίς τη συναίνεση του άλλου.

Την εν λόγω τροποποιητική σύμβαση υπέγραψε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η δεύτερη των εναγομένων, η οποία είναι η μητρική εταιρεία της πρώτης τούτων, έχοντας τον έλεγχο αυτής σε ποσοστό 100%, και δεσμεύθηκε να σέβεται όλους τους όρους της συμβάσεως που υπέγραψε καθώς και όλους τους όρους της συμβάσεως συνεργασίας και της από 1.1.1999 συμβάσεως διανομής/εμπορίας.

Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε και από τη δεύτερη εναγομένη, διότι αυτή ανέλαβε να καταβάλλει προσπάθειες, ως μητρική εταιρεία, για την πώληση της πρώτης ύλης που θα παρήγαγε η πρώτη ενάγουσα, στα λοιπά μέλη του ομίλου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι υπεισήλθε στις κύριες συμβατικές υποχρεώσεις της συμβάσεως συνεργασίας-αποκλειστικής διανομής ούτε ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις της συμβαλλόμενης σε αυτές πρώτης εναγομένης.

Επίσης, στις 27.12.2002, η δεύτερη εναγομένη αγόρασε από τον κύριο μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ. μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 6,44 % των μετοχών της πρώτης ενάγουσας, σταδιακά δε μέχρι και το έτος 2004 αύξησε τη συμμετοχή της με αγορά μετοχών και κατέχει ήδη 1.562.220 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 13 % του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας.

Σύμφωνα με τους όρους της από 1.1.1999 συμβάσεως διανομής, οι διατάξεις της οποίας παρέμειναν σε ισχύ και εφαρμογή, εφόσον δεν ήταν αντίθετες με τις διατάξεις της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής (άρθρο 2 παρ. β4), η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να προωθεί και να προάγει ενεργά τις πωλήσεις των προϊόντων εντός της συμβατικής γεωγραφικής περιοχής με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο, συμπεριλαμβανομένων προσωπικών επισκέψεων και αλληλογραφίας με τους αγοραστές, παρακολούθησης εμπορικών εκθέσεων, απασχόλησης προσωπικού πωλήσεων και απασχόλησης τεχνικού προσωπικού για την παροχή τεχνικής υποστήριξης προς τους πελάτες, να γνωστοποιεί στην πρώτη εναγομένη πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση των πωλήσεων από εμπορική και τεχνική άποψη, να παραγγέλλει εγκαίρως τα προϊόντα και να μην παρέχει εγγυήσεις σε σχέση με αυτά, εκτός των εγγυήσεων που παρείχε ο παραγωγός, να απέχει από ενέργειες προσέλκυσης παραγγελιών, διαφήμισης και εγκατάστασης αποθηκών σε χώρες εκτός της συμβατικής περιοχής της, να έχει επαρκές σε ποσότητα απόθεμα για την κάλυψη των αναγκών των πελατών, να διατηρεί καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως και για περίοδο πέντε ετών από τη λύση ή την καταγγελία, λαμβάνοντας σχετικά μέτρα και ως προς τους υπαλλήλους της και εκπροσώπους της, αυστηρώς απόρρητες και εμπιστευτικές τις τεχνικές και εμπορικές πληροφορίες, που λάμβανε από την πρώτη εναγομένη σχετικά με τα προϊόντα και την επιχείρηση αυτής.

Από την άλλη πλευρά η πρώτη εναγομένη όφειλε να στηρίζει την πρώτη ενάγουσα στην προσπάθειά της να προωθήσει τις πωλήσεις των προϊόντων, παρέχοντας σε αυτήν πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα, τη χρήση τους καθώς και τεχνική βοήθεια υπό προϋποθέσεις. Επίσης, με την από 28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας συμφωνήθηκε:

α) παροχή τεχνογνωσίας από την παραγωγό στη διανομέα, ώστε η τελευταία να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά το σταθμό ανάμειξης των προϊόντων που αγόραζε ημικατεργασμένα από την προμηθεύτρια πρώτη εναγομένη, β) ρήτρα εμπιστευτικότητας, κατά την οποία όλα τα στοιχεία, εκθέσεις, αρχεία, επιστημονικά ή τεχνικά στοιχεία, συμβάσεις πώλησης, εμπορικές συναλλαγές και/ή άλλες παρόμοιες πληροφορίες, που απέκτησε οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της συμβάσεως (ανταλλαγής) τεχνογνωσίας και της συμβάσεως διανομής-αντιπροσωπείας, θα ήταν εμπιστευτικά κατά τη διάρκεια της συμβάσεως καθώς και μετά και δεν θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε τρίτο μέρος χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση των μερών, την ίδια δε ρήτρα ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν και οι υπάλληλοι και τα πρόσωπα, που έπρεπε να εμπλακούν στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, γ) ρήτρα μη άσκησης ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της συμβάσεως και για ένα έτος μετά τη λήξη της, κατά τη διάρκεια δε του έτους αυτού τα μέρη συμφώνησαν να συνεχίσουν να συνεργάζονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι δυνατή η υποκατάσταση του αντίστοιχου πρώην συνεργάτη.

Την ίδια δε υποχρέωση μη ανταγωνισμού ανέλαβε προσωπικά και ο κύριος μέτοχος της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ.. Επιπλέον η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώνει την πρώτη εναγομένη για κάθε αλλαγή σχετικά με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, να της παρέχει ετήσιο κατάλογο με τους μετόχους της, που αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το 5% του μετοχικού κεφαλαίου της, να εκδίδει έναν κατάλογο μετόχων σε κάθε περίπτωση άμεσης ή έμμεσης αλλαγής των μετόχων της σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5%, καθώς και μία αναφορά στο τέλος του έτους σχετικά με την παρούσα κατάσταση και αντίγραφο δισκέτας σχετικά με την πώληση και αγορά των μετοχών της στο Χρηματιστήριο.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η πρώτη ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση αποκλειστικότητας, αλλά μπορούσε να εμπορεύεται προϊόντα ομοειδή από άλλους προμηθευτές, είναι αβάσιμος, αφού στην από 28.6.1999 σύμβαση ρητώς αναφέρεται ότι οι δύο συμβαλλόμενες εταιρείες παρέχουν αποκλειστικότητα η μία στην άλλη, επιφυλάχθηκε δε εξαίρεση μόνο ως προς τα προϊόντα ..., τα οποία μπορούσε να πωλεί η πρώτη ενάγουσα, διότι δεν επρόκειτο για ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα προς τα συμβατικά.

Συγκεκριμένα, η εξαίρεση αφορούσε έναν τύπο φθηνού μαύρου μελανιού για εφημερίδες, που συμφωνήθηκε να εξακολουθήσει να προμηθεύεται η πρώτη ενάγουσα από την ..., διότι οι ελληνικές εταιρείες δεν προτιμούσαν την ακριβότερη γερμανική ποιότητα αυτού του τύπου μελανιού και για εμπορικούς λόγους, προκειμένου δηλαδή να μη χαθεί το σχετικό μερίδιο αγοράς, η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε να μην συμπεριλαμβάνεται αυτό το είδος στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής Από το έτος 2003 δε η πρώτη ενάγουσα έπαψε να προμηθεύεται το μελάνι αυτό, καθόσον το παρήγαγε πλέον η ίδια, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με την πρώτη τροποποιητική σύμβαση.

Όσον αφορά τα προϊόντα ... επρόκειτο για μικρής αξίας ειδικά αναλώσιμα (όχι μελάνια), που συμφωνήθηκε να εξακολουθήσει να διαθέτει η πρώτη ενάγουσα για την εξυπηρέτηση των πελατών της, για να μη χάσει τη γενικότερη συνεργασία της με αυτούς. Εξάλλου, η δραστηριότητα της πρώτης ενάγουσας αναφορικά με την παραγωγή και εμπορία οικοδομικών χρωμάτων δεν ήταν ανταγωνιστική, διότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν αφορούσε αυτού του είδους τα προϊόντα, ούτε δε οι εναγόμενες ασκούσαν την εν λόγω δραστηριότητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η πρώτη ενάγουσα ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής και υπηρεσιών τεχνικού service, επένδυσε σε logistics, διατηρούσε αποθήκες και αποθέματα 2 με 2,5 μηνών, είχε υποκατάστημα στην Βόρεια Ελλάδα και θυγατρικές εταιρείες στις συμβατικές γεωγραφικές περιοχές των Βαλκανίων.

Κατά τη σύμβαση, η πρώτη ενάγουσα είχε την ευθύνη της εφαρμογής της εμπορικής πολιτικής - τα κύρια σημεία όμως έπρεπε να έχουν συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη - ήτοι της διαφήμισης των προϊόντων, της προσέλκυσης των πελατών, του μάρκετινγκ, της τιμολογιακής πολιτικής και της ανάλυσης της αγοράς και γενικά ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε κάθε πράξη που θα προωθούσε τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης, έχοντας τη διακριτική ευχέρεια να προωθεί τα προϊόντα είτε με τη δική της επωνυμία είτε με τα σήματα της εναγόμενης, τα οποία και μόνο χρησιμοποιούσε μετά το αρχικό στάδιο της συνεργασίας (βλ.

την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, η πρώτη εναγομένη γνώριζε την τιμολογιακή πολιτική και την πολιτική προώθησης των προϊόντων που ακολουθούσε η πρώτη ενάγουσα, επίσης γνώριζε το πελατολόγιο της τελευταίας και τα προϊόντα που προμηθευόταν κάθε πελάτης, ενημερωνόταν με e-mail για τις προσφορές που δίνονταν σε μεγάλους πελάτες και ο διευθυντής πωλήσεως του κλάδου όσο και οι υπάλληλοι της πρώτης ενάγουσας είχαν καθημερινή επικοινωνία με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης αναφορικά με τις τιμές των προϊόντων, επιπλέον δε κάθε εξάμηνο η πρώτη ενάγουσα ενημέρωνε την πρώτη εναγομένη για τις τιμές πωλήσεως προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση, να προσδιορισθεί η τιμή μεταβίβασης και να καθορισθεί το περιθώριο κέρδους κατά 50-50, για την εφαρμογή δε των ανωτέρω όρων είχε προβλεφθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, με το παράρτημα II της συμβάσεώς συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής• ανάπτυξη από κοινού προγράμματος λογισμικού.

Έτσι η όλη λειτουργία της επιχειρήσεως της πρώτης ενάγουσας ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πλήρως ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγομένης, πωλώντας αποκλειστικά τα προϊόντα της μόνο στις περιοχές που εκείνη της είχε υποδείξει. Οι εναγόμενες, παρά τη γενική άρνηση που προβάλλουν σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης εντάξεως της πρώτης ενάγουσας στο δίκτυο διανομής τους, ομολογούν, σε άλλα σημεία των προτάσεών τους (σελ. 10 και 18), ότι γνώριζαν το πελατολόγιο της πρώτης ενάγουσας και ότι αυτή στην εμπορική πραγματικότητα και στις συναλλαγές ήταν σημαντικό κομμάτι της εμπορικής τους δραστηριότητας και προώθησης των προϊόντων και των συμφερόντων τους, ότι η πρώτη ενάγουσα, λόγω της σταθερής μεταξύ τους συνεργασίας επί πολλά χρόνια, γνώριζε πλήρως την αγορά και τους πελάτες, κατείχε τη μυστική τεχνογνωσία τους τόσο στην παραγωγή των προϊόντων τους (εφευρέσεις, τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής) όσο και τη μεθοδολογία προώθησης των προϊόντων, επέκτασης στις αγορές, προσέγγισης των πελατών και διείσδυσης στην αγορά - ομολογώντας έτσι ότι η πρώτη ενάγουσα ακολουθούσε τις υποδείξεις και οδηγίες της προμηθεύτριάς της πρώτης εναγομένης ως προς τις εν λόγω ενέργειες- και ότι η πρώτη ενάγουσα ουσιαστικά ήταν ενταγμένη στο δίκτυό τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να απομένει μόνο η τυπική ενσωμάτωσή της μέσω εξαγοράς από αυτές ή δημιουργίας θυγατρικής μεταξύ τους εταιρείας.

Με τον τρόπο αυτό λειτούργησε η ένδικη σύμβαση μέχρι 31.12.2008, οπότε έληξε κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων, με την από 29.9.2008 ηλεκτρονική επιστολή τους προς την πρώτη ενάγουσα, με την οποία κατήγγειλαν την από'28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας, τις από 26.7.2000 και από 27.11.2002 τροποποιητικές συμβάσεις και την από 1.1.1999 σύμβαση διανομής.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας ενεργούσε ουσιαστικά ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής της, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, ώστε να καθίσταται επιτρεπτή και στην ένδικη περίπτωση η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ιδίως εκείνων του άρθρου 9 για την αποζημίωση πελατείας.

Η πρώτη ενάγουσα λειτουργώντας επί μία τουλάχιστον δεκαετία ως αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων της πρώτης εναγομένης για την περιοχή της Ελλάδος και της Κύπρου, και για οκτώ έτη για την περιοχή της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, αύξησε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και προσήλκυσε νέους πελάτες προωθώντας και κάνοντας γνωστά τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στην ανωτέρω γεωγραφική περιοχή δράσης της.

Συγκεκριμένα, κατά την έναρξη της συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, η τελευταία είχε έξι πελάτες μελανιών web offset στην ελληνική αγορά, και συγκεκριμένα τις επιχειρήσεις "... Εκδοτική ΑΕ.", "... ΑΕ", "... ΑΕ", '... ΑΕ", "... ΑΕ" "... Π". Μέσω της αντιπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε", είχε πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.12.1999 περίπου 89 τόνους μελανιών με συνολικό τζίρο 855.405,66 γερμανικά μάρκα (ήτοι 437.361,76 ευρώ), ο οποίος αναγόμενος σε ετήσια βάση αντιστοιχούσε σε 1.049.668,73 ευρώ.

Επίσης πωλούσε προϊόντα η ίδια απ' ευθείας στη εταιρεία "... Εκδοτική αξίας περίπου 1.200.000 ευρώ και επομένως το σύνολο των πωλήσεών της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα κυμαινόταν συνολικά σε 2.249.668,73 (1.200.000 + 1.049.668,73) ευρώ, ενώ η πρώτη ενάγουσα, με τις συνεχείς και επίμονες προωθητικές ενέργειες και τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, αύξησε το τζίρο με τους συγκεκριμένους πελάτες σε 4.236.202,84 ευρώ κατά το έτος 2008 και με τους 204 νέους πελάτες, που προσήλκυσε, ανέπτυξε ετήσιο κύκλο εργασιών στην ελληνική αγορά 10.970.985,06 ευρώ.

Την ίδια επιτυχημένη δραστηριότητα ανέπτυξε και στις άλλες περιοχές ευθύνης της, ήτοι στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, στις οποίες η πρώτη εναγομένη είχε ελάχιστους πελάτες πριν την είσοδό της σε αυτές μέσω της πρώτης ενάγουσας. Στη Ρουμανία η πρώτη εναγομένη είχε πελάτες τρεις εταιρείες (την "...", την "..." και την "..."), με ετήσιο κύκλο εργασιών 458.377 ευρώ.

Η πρώτη ενάγουσα, από το έτος 2002 που επεξέτεινε την δραστηριότητά της στη χώρα αυτή, μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "...", πέτυχε στα οκτώ χρόνια της λειτουργίας της συμβάσεως να εξελιχθεί σε ένα από τους κυριότερους προμηθευτές μελανιών, με ποσοστό 50% της αγοράς σε κυλινδρικά μελάνια γραφικών τεχνών και 25% στα επίπεδα μελάνια γραφικών τεχνών, οι νέοι δε πελάτες της έφθασαν σε αριθμό τους 224, αναπτύσσοντας τον κύκλο εργασιών μέχρι το 2008 σε 3.972.365 ευρώ.

Στη Βουλγαρία, η πρώτη ενάγουσα αγόρασε τη θυγατρική της πρώτης εναγομένης και ανέπτυξε τις πωλήσεις της κατά 26,45% ανά έτος, αποκτώντας 418 πελάτες μέχρι το έτος 2008, με κύκλο εργασιών 2.063.632 ευρώ και τέλος στη Σερβία, όπου επεκτάθηκε η σύμβαση αποκλειστικής διανομής το έτος 2004, δραστηριοποιήθηκε μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "..." και αύξησε τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης από 248.785 ευρώ σε 729.528 ευρώ το έτος 2008, με 8 πελάτες κατά το χρόνο αυτό.

Έτσι αποδεικνύεται ότι καθόλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε σοβαρές και συστηματικές προσπάθειες για την προώθηση και εδραίωση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, οργάνωσε ένα αποτελεσματικό σύστημα εξυπηρέτησης των πελατών και επέβαλε ως αξιόπιστα τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στις περιοχές της δραστηριότητάς της.

Μέσω δε της δικής της εμπορικής δραστηριότητας, που ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την πρώτη εναγομένη, ως αποκλειστικής προμηθεύτριάς της, οι πωλήσεις της τελευταίας αυξήθηκαν στις ανωτέρω περιοχές (Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σερβία), από 4.030.034 ευρώ το 1999, σε 18.351.001 ευρώ το 2008, ενώ εισέφερε στο δίκτυο πελατών αυτής (πρώτης εναγομένης) κατά την τελευταία πενταετία 854 πελάτες, όπως ονομαστικά καταγράφονται στην κρινόμενη αγωγή και δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες.

Όλοι αυτοί είναι νέοι πελάτες, τους οποίους η πρώτη ενάγουσα, με τις δικές της συστηματικές ενέργειες, τη δική της πρωτοβουλία και με τη δική της αποκλειστικά δραστηριότητα βρήκε και έφερε στο δίκτυο της πρώτης εναγομένης, επιπλέον πρόκειται για σταθερούς πελάτες, δεδομένου ότι προμηθεύονταν από την πρώτη ενάγουσα μελάνια παραγωγής της πρώτης εναγομένης σε μόνιμη βάση τα τελευταία πέντε χρόνια λειτουργίας της ένδικης συμβάσεως και ο όγκος των συναλλαγών με αυτούς παρουσίαζε σταθερή ή ανοδική πορεία.

Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα με τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα, πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών λειτουργίας της συμβάσεως πωλήσεις αξίας ίσης με τα κατωτέρω ποσά και εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες, και συγκεκριμένα:

α) Το έτος 2008 11.585.476,8 ευρώ πωλήσεις και 2.014.942,09 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι πωλήσεις - 9.267.895,67 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.317.580,69 μείον 52.638,60 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (614.491,30 πωλήσεις-561.852,70 κόστος πωλήσεων = 52.638,60) μείον 250.000 κέρδη της πρώτης εναγομένης πριν την έναρξη της σύμβασης, β) το έτος 2007: 12.302.083,19 πωλήσεις και 2.090.417.39 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.302.083,19 πωλήσεις μείον 10.135.117,43 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.166.965,76, μείον 76.548,37 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (593.195,16 πωλήσεις- 516.646,79 κόστος πωλήσεων = 76.548,37), γ) το έτος 2006: 12.175.627,95 ευρώ πωλήσεις και 2.461.050,61 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.175.627,95 πωλήσεις μείον 9.664.097,23 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.511.530,72, μείον 50.480,11 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (543.890.34 πωλήσεις- 493.410,23 κόστος πωλήσεων = 50.480,11), δ) το έτος 2005: 11.094.300,91 πωλήσεις και 1.947.417,61 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 11.094.300,91 πωλήσεις μείον 9.081.521,66 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.012.779,25, μείον 65.361,64 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (544.002,56 πωλήσεις- 478.640,92 κόστος πωλήσεων = 65.361,64), και ε) το έτος 2004: 12.128.653,11 πωλήσεις και 1.941.490,91 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.128.653,11 πωλήσεις μείον 10.033.658,83 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.094.994,28, μείον 153.503,37 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (1.678.457,89 πωλήσεις- 1.524.954,52 κόστος πωλήσεων = 153.503,37).

Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα σε όλες τις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών λειτουργίας της συμβάσεως τις πιο κάτω πωλήσεις και εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία επίσης δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες και συγκεκριμένα:

α) Το έτος 2008 6.765.527,15 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.407.271,25 ευρώ (ήτοι 6.765.527,15 πωλήσεις μείον 5.308.255,90 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 1.457.271,25 μείον 50.000 ευρώ κέρδη της πρώτης εναγομένης από πελάτες της πριν την έναρξη της ένδικης συμβάσεως = 1.407.271,25). β) το έτος 2007: 6.872.615,06 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.334.155,91 ευρώ (6.872.615,06 πωλήσεις μείον 5.536.592,76 κόστος πωληθέντων), γ) το έτος 2006: 5.878.071,10 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.026.624,91 ευρώ (5.878.071,10 πωλήσεις μείον 4.851.446,19 κόστος πωληθέντων), δ) το έτος 2005: 4.318.491,46 πωλήσεις και μικτά κέρδη 777.648,77 ευρώ (4.318.491,46 πωλήσεις μείον 3.540.842,69 κόστος πωληθέντων), και ε) το έτος 2004: 3.157.278,00 πωλήσεις και μικτά κέρδη 476.536,13 ευρώ (ήτοι 3.157.278,00 πωλήσεις μείον 2.680.741,87 κόστος πωληθέντων).

Η πρώτη εναγομένη είχε γνώση του ανωτέρω πελατολογίου της πρώτης ενάγουσας, των τύπων μελανιών και των ποσοτήτων που χρησιμοποιούσε κάθε πελάτης καθώς και των οικονομικών όρων (εκπτώσεων, πιστώσεων κλπ) των συναλλαγών τους με την πρώτη ενάγουσα, με αποτέλεσμα να είναι εύκολη η προσέγγισή τους από αυτήν, μέσω των θυγατρικών της ... ...

SA, που ίδρυσε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2009, μετά τη λήξη της συνεργασίας της με την πρώτη ενάγουσα, στη Ρουμανία μέσω της ... ... Romania SRL, στην Βουλγαρία μέσω της ... ... Ltd και στην Σερβία μέσω της ... .... Belgrade.

Συνεπώς, όλοι οι εν λόγω πελάτες αποτελούν, πλέον, μία εν δυνάμει πελατεία για την πρώτη εναγομένη, από οποία αυτή έχει προοπτική κέρδους και μετά τη λύση της επίδικης συμβάσεως, διατηρώντας έτσι ουσιαστικά οφέλη από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, αφού και μετά τη λύση της συμβάσεως αυτής μπορεί να αξιοποιήσει τις πελατειακές σχέσεις που είχε διαμορφώσει η πρώτη ενάγουσα.

Με βάση τον όγκο των πωλήσεων που είχε επιτύχει η πρώτη ενάγουσα σε όλη την συμβατική περιοχή δράσης της, τη σταθερότητα και την αυξητική πορεία που είχαν οι πωλήσεις της καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και κυρίως κατά τα τελευταία πέντε έτη, την καθιέρωση ως αξιόπιστων των προϊόντων της πρώτης εναγομένης στη συμβατική περιοχή με την αποκλειστική συμβολή τη πρώτης ενάγουσας αλλά και του γεγονότος ότι η χρήση των μελανιών συνδυάζεται και με τα τεχνικά θέματα ρυθμίσεως των εκτυπωτικών μηχανημάτων, και την τεχνική υποστήριξη των πελατών, με αποτέλεσμα η διαδικασία αλλαγής από αυτούς προμηθευτή να είναι δυσχερής και χρονοβόρα, προκύπτει με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι οι συναλλακτικές σχέσεις με τους πελάτες που κέρδισε η πρώτη ενάγουσα θα παραμείνουν ζωντανές και θα συνεχίσουν να υφίστανται και στο μέλλον και ιδίως επί πέντε ακόμη έτη μετά τη λύση της επίδικης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι πρώτη εναγομένη μπορεί να διατηρήσει ουσιαστικά οφέλη και μετά τη λύση της συμβάσεώς της με την πρώτη ενάγουσα, τα οποία προκύπτουν από τις πελατειακές σχέσεις που για πρώτη φορά οικοδομήθηκαν χάρη στη δραστηριότητα της τελευταίας. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, ότι δεν διατήρησε τους πελάτες που εισέφερε στο δίκτυό της η πρώτη ενάγουσα, καθώς μετά τη λήξη της συνεργασίας τους οι πωλήσεις της μέσω της θυγατρικής της "...

ΑΕ" επανήλθαν στο ύψος που είχε επιτύχει η αρχική αντιπρόσωπός της εταιρεία "... ΑΕ", ήτοι σε 1.515.412 ευρώ κατά το έτος 1998 και σε 2.301.256,59 ευρώ, κατά το έτος 1999, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (λ.χ. οικονομικά στοιχεία της εταιρείας "... ΑΕ").

Συνεπώς, συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας της πρώτης ενάγουσας. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1 εδ. β' του ΠΔ 219/1991, το ποσό της αποζημίωσης πελατείας δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της συμβάσεως, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει ένα μέτρο κατ' αποκοπήν υπολογισμού της αποζημίωσης πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, αλλά θεσπίζει ένα ανώτατο ποσοτικό όριο ευθύνης, το οποίο χρησιμεύει για την τελική διόρθωση του ύψους της αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά και μόνο όταν και εφόσον το ύψος της απαίτησης του εμπορικού αντιπροσώπου, το οποίο έχει ήδη καθορισθεί με βάση το εδ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, ξεπερνά το όριο αυτό. Δεν πρέπει, επομένως, να τίθεται ως αφετηρία των υπολογισμών για τον καθορισμό του ύψους της επιδικαστέας αποζημιώσεως πελατείας το εν λόγω ανώτατο όριο αποζημίωσης, αλλά δύο μετρήσιμα μεγέθη που περικλείονται στο πραγματικό της ανωτέρω διατάξεως και συγκεκριμένα οι διατηρούμενες εκ μέρους του εντολέα και μετά τη λύση της σύμβασης ωφέλειες αφενός και η απώλεια προμηθειών του αντιπροσώπου αφετέρου (βλ.

ΕφΑΘ5879/2005 ΔΕΕ 2006. 192), δεδομένου ότι η αποζημίωση πελατείας δεν μπορ να υπερβαίνει το μικρότερο από τα εν λόγω ποσά. Ενόψει δε του ότι αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι τα διατηρούμενα εκ μέρους του εντολέα οφέλη, μετά τη λύση της σύμβασης, από συναλλαγές με πελάτες που είχε "κερδίσει" ο αντιπρόσωπος, ανέρχονται τουλάχιστον στο ύψος των προμηθειών που χάνει ο αντιπρόσωπος από αναμενόμενες συναλλαγές με τους πελάτες αυτούς, ως βάση εκκίνησης των υπολογισμών χρησιμεύει το ποσό των προμηθειών που εισέπραξε ο αντιπρόσωπος κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες της συμβάσεώς (βλ.

Ν. Τέλλη Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, έκδ. 1997, σελ. 196 επ.). Στην προκειμένη περίπτωση το ύψος των μικτών κερδών της πρώτης ενάγουσας κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της συμβάσεώς, ήτοι το έτος 2008, ανήλθε στο ποσόν των 2.014.942,09 ευρώ για τη δραστηριότητά της στΠν £λλ<*δα και στ0 ττοσό των 1.407.271,25 ευρώ για τη δραστηριότητά της σε όλες τις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος, όπως προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, για την επιδίκαση της αποζημιώσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι ναι μεν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πελατειακές σχέσεις που οικοδόμησε η πρώτη ενάγουσα, αναμένεται να παραμείνουν ζωντανές για χρονικό διάστημα πέντε ετών (προβλεπόμενη διάρκεια ζωής της πελατείας ή χρόνος πρόγνωσης), αλλά όμως στη διάρκεια των χρόνων αυτών πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός μετακίνησης των πελατών κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα πρόγνωσης, ήτοι ποσοστό 20% ετήσιας φόρας της πελατείας.

Και τούτο διότι ο όγκος των διενεργούμενων πωλήσεων δεν μηδενίζεται μόλις παρέλθει ο προβλεπόμενος χρόνος των κρίσιμων πελατειακών σχέσεων, αλλά ελαττώνεται σταδιακά, καθώς εκτονώνουν τη δυναμικότητά τους οι εν λόγω πελατειακοί δεσμοί (Ν. Τέλλη ο.π. σελ. 203, Γ. Μάλου Η αποζημίωση πελατέίας, έκδ. 2014, σελ. 191, ΕφΛαρ 29/2005 ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, με αναμενόμενη διάρκεια ζωής των κρίσιμων πελατειακών σχέσεων 5 έτη και ετήσιο ποσοστό φύρας της πελατείας 20%, εάν εξακολουθούσε η σύμβαση να είναι ενεργής, η πρώτη ενάγουσα θα εισέπραττε με τη μορφή μικτών κερδών για τη δραστηριότητα στην Ελλάδα : α) το έτος 2009 : 2.014.942,09 -20% (402.988,42) 1.611.953,67 ευρώ, β) το έτος 2010 : 1.611.953,67 -20% (322.390,73) 1.289.562,94 ευρώ, γ) το έτος 2011 : 1.289.562,94 -20% (257.912,59) 1.031.650,35 ευρώ, δ) το έτος 2012 : 1.031.650,35 - 20% (206.330,07) = 825.320,28 ευρώ και ε) το έτος 2013: 825.320,28 -20% (165.064,06) = 660.256,22 ευρώ και για τη δραστηριότητα στις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος α) το έτος 2009 : 1.407.271,25 -20% (281.454,25) 1.125.817 ευρώ, β) το έτος 2010 : 1.125.817-20% (225.163,4) 900.653,60 ευρώ, γ) το έτος 2011 : 900.653,60 -20% (180.130,72) 720.522,88 ευρώ, δ) το έτος 2012 : 720.522,88 - 20% (144.104,57) = 576.418,30 ευρώ και ε) το έτος 2013: 576.418,30 -20% (115.283,66) = 461.134,64 ευρώ.

Από τα ανωτέρω ποσά, τα οποία αντιπροσωπεύουν την απώλεια μικτών κερδών της ενάγουσας ανά έτος, πρέπει να αφαιρεθεί ο προεξοφλητικός τόκος, από 6%, αφού με την επιδίκαση της αποζημιώσεως πελατείας, αυτή εισπράττει εφάπαξ καταβολή ένα ποσό, το οποίο εάν δεν λυνόταν η σύμβαση, θα το εισέπραττε με τη μορφή προμηθειών κατά τη διάρκεια περισσότερων χρόνων (Ν.

Τέλλη ο.π. σελ. 203).

Συνεπώς, οι ετήσιες απώλειες μικτών κερδών διαμορφώνονται, για τη δραστηριότητα στην Ελλάδα, ως εξής: α) το έτος 2009 : 1.611.953,67 - 6% ή χ 0,94 συντελεστή προεξόφλησης (-96.717,22) = 1.515.236,45 ευρώ, β) το έτος 2010: 1.289.562,94 χ 0,89 συντ. προεξ. =1.147.711,01 ευρώ, γ) το έτος 2011 : 1.031.650,35 χ 0,84 συντ. προεξ.= 866.586,29 ευρώ, δ) το έτος 2012 : 825.320,28 χ 0,79 συντ.

προεξ. = 652.003,02 ευρώ και ε) το έτος 2013 : 660.256,22 χ 0,75 συντ. ττροεξ. = 495.192,16 ευρώ και συνολικώς σε 4.676.728,93 (1.515.236,45 + 1.147.711,01 + 866.586,29 + 652.003,02 + 495.192,16) ευρώ και για τη δραστηριότητα στις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος ως εξής: α) το έτος 2009 : 1.125.817-6% (67.549,02) ή χ 0,94 συντ. προεξ. = 1.058.267,98 ευρώ, β) το έτος 2010: 900.653,60 χ 0,89 = 801.581,70 ευρώ, γ) το έτος 2011 : 720.522,88 χ 0,84 συντ.

προεξ. = 605.239,21 ευρώ , δ) το έτος 2012 : 576.418,30 χ 0,79 συντ. προεξ. = 455.370,45 ευρώ και ε) το έτος 2013 : 461.134,64 χ 0,75 συντ. προεξ. = 344.850,98 και συνολικώς σε 3.265.310,32 (1.058.267,98 + 801.581,70 + 605.239,21 + 455.370,45 +344.850,98) ευρώ. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενες δεν αμφισβητούν ειδικώς τον ως άνω χρόνο πρόγνωσης ούτε τα ποσοστά φύρας της πελατείας και προεξοφλητικού τόκου.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991, το ποσό της αποζημιώσεως πελατείας, που επιδικάζεται στον αντιπρόσωπο και αναλογικά στον αποκλειστικό διανομέα, δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που αυτός εισέπραξε κατά τα πέντε τελευταία έτη. Η ανωτέρω διάταξη ενεργοποιείται όταν η απαίτηση του διανομέα είναι μεγαλύτερη από το ανώτατο ποσό της αποζημιώσεως που καθορίζεται με αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη ενάγουσα εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών λειτουργίας της συμβάσεως για τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα 10.705.318,61 ευρώ (2.264.942,09 + 2.090.417,39 + 2.461.050,61 + 1.947.417,61 + 1.941.490,91) και για τη δραστηριότητά της στις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος 4.045.612,06 ευρώ (1.457.271,25 + 1.334.155,91 + 1.026.624,91 + 777.648,77 + 476.536,13 =5.072.236,97).

Μετά δε τη διαίρεση του αθροίσματος των ανωτέρω ποσών δια του 5, ήτοι 10.705.318,61:5 = 2.141.063,72 ευρώ, και 4.045.612,06:5= 1.014.447,39, προκύπτει ότι ο μέσος ετήσιος όρος των μικτών κερδών της πρώτης ενάγουσας για τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα και σε όλες της χώρες εκτός Ελλάδος ανέρχεται αντιστοίχως σε 2.141.063,72 και 1.014.447,39 ευρώ.

Άρα το ανώτατο όριο ύψους για την εν λόγω απαίτηση της πρώτης ενάγουσας ανέρχεται σε 3.155.511,11 (2.141.063,72 + 1.014.447,39) ευρώ, δεδομένου ότι τα κέρδη που χάνει μετά τη λύση της συμβάσεώς της και τα οφέλη που διατηρεί η πρώτη εναγομένη, κατά τα προεκτεθέντα, ανέρχονται σε 4.676.728,93 και 3.265.310,32 ευρώ. Επομένως, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει, κατ' ανάλογη εφαρμογή, την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 § 1α του ΠΔ 219/1991 αποζημίωση πελατείας, η οποία θα καθορισθεί στο ποσό των 3.155.511,11 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μέσο ετήσιο όριο αμοιβών (μικτού κέρδους) που εισέπραξε αυτή κατά τα πέντε τελευταία έτη της συμβάσεως, εφόσον η επίδικη σύμβαση είχε διάρκεια περισσότερη από πέντε έτη.

Η αποζημίωση αυτή κρίνεται δίκαιη λαμβανομένων υπόψη των κερδών που απώλεσε η ενάγουσα από τις υποθέσεις με τους πελάτες, οι οποίοι παραμένουν στη διάθεση της πρώτης εναγόμενης μετά τη λύση της συμβάσεως. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα, ατομικώς και ως καθολικής διαδόχου της δεύτερης ενάγουσας, το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ το αίτημα τοκοδοσίας από το χρόνο της καταγγελίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού δεν αποδείχθηκε σχετική όχληση της πρώτης εναγόμενης από την ενάγουσα από το χρόνο αυτό.

Αντιθέτως, η αγωγή πρέπει κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως προς τη δεύτερη εναγομένη, εφόσον η τελευταία δεν ενέχεται από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά η συμβατική της σχέση περιορίζεται στη σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας πρώτων υλών από την πρώτη ενάγουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2005, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εναγομένης, άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων προκειμένου να διερευνήσουν την προοπτική επέκτασης της συνεργασίας τους στον τομέα των μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας και για το σκοπό αυτό συνέστησαν κοινή ομάδα εργασίας για την εξέταση των σχετικών τεχνικών, οικονομικών και εμπορικών ζητημάτων με ανταλλαγή τεχνογνωσίας (δειγμάτων, συνταγών συμπυκνωμάτων, καταλόγων χρωστικών ουσιών) και τη σύγκριση των τεχνικών ικανοτήτων των αντίστοιχων τμημάτων των δύο εταιρειών, όπως προκύπτει από τη μεταξύ τους αλληλογραφία (βλ.

τα από 20.4.2005, 5.12.2005 και 12.12.2005 έγγραφα, που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα). Το έτος 2006, η πρώτη εναγομένη πρότεινε, σε εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου, να ιδρυθεί μία νέα εταιρεία, στην οποία η ίδια θα συνεισέφερε τον κλάδο μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας της εταιρείας της στην Ιταλία και οι ενάγουσες τον αντίστοιχο κλάδο τους.

Απώτερη επιδίωξη των εναγομένων μακροπρόθεμα ήταν η πλήρης ενσωμάτωση της πρώτης ενάγουσας στον όμιλό τους ως θυγατρικής εταιρείας. Κατά τη συνάντηση που είχαν στην Αθήνα και στη Χαλκίδα, στις 27/28.9.2006, ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας Γ. Κ. και εκπρόσωποι των εναγόμενων, οι τελευταίοι ανέφεραν ότι σκοπός της επίσκεψής τους στην Ελλάδα ήταν η επιθυμία του Δ.Σ.

της δεύτερης εναγομένης να επιστρέψει στις σκέψεις και στο πνεύμα των αρχικών συζητήσεων, που έγιναν μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιρειών το έτος 1998, περί πλήρους ενσωματώσεως της πρώτης ενάγουσας στον όμιλο των εναγομένων. Κατά τη συνάντηση αυτή οι εκπρόσωποι των εναγομένων E. R. και W. H. ζήτησαν να γίνει ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της αποσαφήνισης της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ της ενάγουσας και του ομίλου των εναγομένων μακροπρόθεσμα και ανέφεραν στον ανωτέρω εκπρόσωπο της ενάγουσας το ενδιαφέρον του ομίλου να αναλάβει την επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας, πλην του τομέα οικοδομικών χρωμάτων, και να την ενσωματώσει στον όμιλο επί τη βάσει συμφωνιών που θα κατέληγαν σε εξαγορά μετά από ένα χρονικό διάστημα, ίσως 5 έως 10 ετών.

Επί της προτάσεως αυτής και τα δύο μέρη συμφώνησαν ότι δεν μπορούσε να ληφθεί άμεση απόφαση και αποφάσισαν να εξετάσουν το θέμα και να το συζητήσουν και με συμβούλους, τηρώντας το αυστηρώς εμπιστευτικό. Στην ίδια συνάντηση οι ανωτέρω εκπρόσωποι των διαδίκων συζήτησαν για την ιδέα συμπράξεως των δύο μερών στον κλάδο των υγρών μελανιών με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα και την Ιταλία, οι εκπρόσωποι δε της εναγομένης ανέφεραν ότι αυτό θα αποτελούσε επιλογή μόνο εάν ο όμιλος είχε την πλειοψηφία και εάν εθεωρείτο ότι αποτελεί ορόσημο προς την κατεύθυνση για την πλήρη ενσωμάτωση του κλάδου μελανιών της ενάγουσας στον όμιλο.

Οι συζητήσεις περί δημιουργίας κοινής εταιρείας διήρκεσαν μέχρι το έτος 2007. Στις 10.1.2008 έγινε συνάντηση των εκπροσώπων των διαδίκων προκειμένου να αποσαφηνισθεί το μέλλον της συνεργασίας μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του ομίλου των εναγομένων. Κατά τη συνάντηση αυτή οι εκπρόσωποι των τελευταίων, επικαλούμενοι αλλαγές εντός του ομίλου τους, αλλά και εντός της ενάγουσας (μεγάλη αύξηση στον τομέα των βαφών) και την ανάγκη προστασίας της τεχνογνωσίας τους από την κατάληξή της σε ανταγωνιστές τους, δήλωσαν στο Γ.

Κ. την πρόθεσή τους για αναθεώρηση των υφιστάμενων συμφωνιών τους και την εκκίνηση διαδικασίας ενσωμάτωσης στον Όμιλο ... είτε ολόκληρης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης ενάγουσας, είτε κατά προτίμηση μόνο του τομέα των μελανιών, αφού εξευρίσκετο μία μέθοδος ορισμού τιμής και χωρίς να ορίζεται ημερομηνία γι' αυτό.

Επίσης οι εκπρόσωποι των εναγομένων κατέστησαν γνωστό στο Γ. Κ. ότι αναλόγως με την έκβαση του ανωτέρω σχεδίου, η θέση της πρώτης ενάγουσας στον τομέα των μελανιών offset θα ήταν είτε του προνομιακού εταίρου (εάν προχωρούσε το σχέδιο), άλλως αυτή θα γινόταν απλός διανομέας-μεταπωλητής (dealer) των προϊόντων των εναγομένων για τις υφιστάμενες αγορές και θα είχε περιορισμένη μεταφορά τεχνογνωσίας από την πρώτη εναγομένη με αλλαγή του συστήματος ανάμειξης … που χρησιμοποιούσε, σε ….

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα πρακτικά της συνάντησης, που συνέταξε η εναγομένη και κοινοποίησε στον Γ. Κ., με την από 1.2.2008 ηλεκτρονική επιστολή. Ο τελευταίος απάντησε, με την από 12.2.2008 ηλεκτρονική επιστολή του, ότι δεν είχε συμφωνήσει ρητώς στην αναθεώρηση της υπάρχουσας συμφωνίας, όμως στο συνολικό πλαίσιο της συνεργασίας τους, ήταν πρόθυμος να συζητήσει τις απαιτήσεις των εναγομένων, υπό την προϋπόθεση σαφούς βελτιώσεως των όρων της συμβάσεως ως προς την εταιρεία του, δηλώνοντας ευθέως ότι "Δεν έχω πρόβλημα να εξετάσω την πιθανότητα της απόσχισης του τμήματος της ...

για μελάνια και να το πωλήσω στην …, θα αναγνωρίσεις (όμως) ότι μια τέτοια συναλλαγή μπορεί να γίνει μόνο με μία αξιολόγηση επί ίσοις όροις". Με την από 20.2.2008 ηλεκτρονική επιστολή της προς τον Γ. Κ., η πρώτη εναγόμενη επανέλαβε ότι είχε γνωστοποιήσει σε αυτόν την πρόθεσή της για αναθεώρηση της υπάρχουσας συμφωνίας τους σε μία "προτιμώμενη συμφωνία συνεργασίας", διότι ήθελαν να προστατέψουν την τεχνολογία και τις καινοτομίες της ... group από το να καταλήξουν στα χέρια των ανταγωνιστών τους, και του ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη συνέχιση των συζητήσεών τους σχετικά με τη δημιουργία κοινής εταιρείας στο κλάδο των υγρών μελανιών, με σύμπραξη της επιχείρησής της στην Ιταλία και του κλάδου της πρώτης ενάγουσας, διότι "οι καιροί άλλαξαν και δεν θα εξετάσουμε περαιτέρω το θέμα", αλλά μόνο την απόσχιση του κλάδου μελανιών της πρώτης ενάγουσας και την εξέταση της δυνατότητας αγοράς αυτού του κλάδου και την ενσωμάτωσή του στον όμιλο ....

Με την 29.2.2008 ηλεκτρονική επιστολή του ο Γ. Κ. επανέλαβε τη συμφωνία του να συζητήσει την απόσχιση του κλάδου μελανιών της εταιρείας του και τις απαιτήσεις των εναγομένων, εφόσον αυτό θα ήταν προς το συμφέρον των μετόχων και του μέλλοντος της εταιρείας του, ενώ συμφώνησε και με την παρατήρηση "περί αλλαγής των καιρών".

Στις 8.5.2008 συνήφθη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση εμπιστευτικότητας, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διατηρήσει εμπιστευτικές τις πληροφορίες, που θα της γνωστοποιούσε η πρώτη ενάγουσα σχετικά με τα τεχνικά, επιχειρηματικά, εμπορικά θέματα, προκειμένου να διατυπώσει την πρότασή της για συμμετοχή στην εξαγορά του κλάδου μελανιών της ενάγουσας, ενώ και τα δύο μέρη συμφώνησαν να διατηρήσουν αυστηρώς εμπιστευτικές τις σχετικές διαπραγματεύσεις και συζητήσεις.

Στις 27.6.2008 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση τροποποιήσεως του άρθρου 8 παρ. 2 της από 28.6.1999 συμβάσεως συνεργασίας-αποκλειστικής διανομής σχετικά με την προθεσμία καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων από έξι μήνες, που ήταν η αρχική συμφωνία, σε τρεις μήνες, με ισχύ αυτής από 15.9.2008. Την ως άνω σύμβαση υπέγραψε η πρώτη ενάγουσα, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα ο νόμιμος εκπρόσωπός της Γ.

Κ. είχε ενημερωθεί από τον εξωτερικό τους σύμβουλο Ν. Ξ., ο οποίος είχε αναλάβει την διαπραγμάτευση με την πρώτη εναγομένη για την πιθανή εξαγορά από αυτήν του κλάδου μελανιών, ότι η τελευταία, με την από 17.6.2008 επιστολή της προς τον Ν. Ξ., είχε διατυπώσει την πρόθεσή της να καταγγείλει την υπάρχουσα μεταξύ τους σύμβαση συνεργασίας, λόγω της πιθανής σύμβασης προνομιακής συνεργασίας που διαπραγματεύονταν (βλ.

την από 25.6.2008 επιστολή του Γ. Κ. προς την πρώτη εναγομένη). Ακολούθησε ανταλλαγή ηλεκτρονικών επιστολών μεταξύ του Ν. Ξ. και των εναγομένων σχετικά με το οικονομικό πλαίσιο της μελλοντικής συμφωνίας εξαγοράς. Με την από 19.8.2009 επιστολή τους προς τον Ν. Ξ., οι εναγόμενες ανέφεραν την επιδίωξή τους να υπογράφει μεταξύ των διαδίκων μία προτιμώμενη σύμβαση συνεργασίας, που θα περιελάμβανε δικαίωμα προτίμησης του ομίλου να αποκτήσει τον κλάδο των μελανιών της πρώτης ενάγουσας σε περίπτωση πωλήσεως της εταιρείας, πρότειναν τον τρόπο υπολογισμού των οικονομικών παραμέτρων της συμφωνίας και δήλωσαν ρητώς ότι σε περίπτωση μη επίτευξης αυτής, οι υπάρχουσες συμβάσεις θα λυθούν στις 30.9.2009, με ισχύ από 31.12.2008, ότι οι νέες συμβάσεις συνεργασίας δεν θα έχουν κανόνες ως προς την τιμή μεταβίβασης και ότι για λόγους ασφαλείας ο όμιλος δεν θα μπορεί πλέον να προμηθεύει την ενάγουσα με συμπυκνώματα τύπου …, αλλά μόνον με ….

Ακολούθως, στις 29.9.2008, οι εναγόμενες, με ηλεκτρονική επιστολή τους, προχώρησαν στην καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, με ισχύ αυτής από 31.12.008, επικαλούμενες την επιθυμία τους να αναβαθμίσουν τη συνεργασία τους με την ενάγουσα σε ανώτερο επίπεδο, ότι προκειμένου να επιτύχουν το στόχο αυτό επιθυμούσαν να συνάψουν μία συμφωνία προτιμησιακής συνεργασίας και ότι απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η καταγγελία των υπαρχουσών συμφωνιών.

Οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του κλάδου μελανιών γραφικών τεχνών της πρώτης ενάγουσας συνεχίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, όμως τελικά δεν οδήγησαν στην υπογραφή συμφωνίας, διότι η πρόταση των εναγομένων για τίμημα 10,15 εκ. ευρώ, κρίθηκε μη συμφέρουσα και δεν έγινε αποδεκτή από την πρώτη ενάγουσα, κατά τις εκτιμήσεις της οποίας το τίμημα που άξιζε ο προς πώληση κλάδος της ανερχόταν σε 18,9 ευρώ.

Μετά από αυτά η εναγομένη απέστειλε στο Γ. Κ. προς υπογραφή δύο σχέδια νέας συμβάσεώς απλής διανομής, με ισχύ από 1.1.2009, αρχικά στις 16.12.2009 και στη συνέχεια στις 20.1.2009 με τροποποιήσεις στο πρώτο, όμως ο ως άνω εκπρόσωπος της ενάγουσας, με την από 3.2.2009 ηλεκτρονική επιστολή του, αρνήθηκε να υπογράψει σύμβαση απλής διανομής, καθώς δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εταιρείας του, όπως ανέφερε στην επιστολή του.

Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα γνώριζε από την αρχή της εμπορικής συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, ήδη από το έτος 1998, ότι μακροπρόθεσμος στόχος και σχεδιασμός των εναγομένων ήταν η πλήρης ενσωμάτωση του κλάδου μελανιών της πρώτης ενάγουσας ως θυγατρικής εταιρείας του ομίλου, ότι οι διαπραγματεύσεις, συνεπώς, που έγιναν προς το σκοπό αυτό ανταποκρίνονταν στην πραγματική βούληση των εκπροσώπων των εναγομένων προς εξαγορά του κλάδου αυτού της ενάγουσας και δεν ήταν προσχηματικές, όπως αβάσιμα αυτή ισχυρίζεται, δεν είχαν όμως επιτυχή έκβαση λόγω της διαφωνίας των διαδίκων στο οικονομικό μέρος της συμφωνίας.

Η πρώτη εναγομένη, μέσω των εκπροσώπων της, εγκαίρως ήδη από τις 10.1.2008, είχε γνωστοποιήσει στον εκπρόσωπο της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ. την πρόθεσή της για αλλαγή των συμβατικών τους σχέσεων και, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, την διακοπή της υφιστάμενης συνεργασίας και την εξέλιξη αυτής σε σύμβαση απλής διανομής, ενώ από τις 17.6.2008 είχε ανακοινώσει στο Ν.

Ξ. και μέσω αυτού και στο Γ. Κ. τη σαφή πρόθεσή της να καταγγείλει τις υπάρχουσες μεταξύ τους συμβάσεις, όμως η γνωστοποίηση των προθέσεών της αυτών, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι έγινε υπό τη μορφή απειλής, αλλά απέβλεπε στην προειδοποίηση της πρώτης ενάγουσας για το ενδεχόμενο λήξης της συνεργασίας τους και στην ακριβή ενημέρωση αυτής σχετικά με τους δικούς της σκοπούς και επιδιώξεις.

Ενόψει των ανωτέρω είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πρώτη εναγομένη επέδειξε αντιφατική συμπεριφορά κατά τις διαπραγματεύσεις διαβεβαιώνοντας την ενάγουσα στην αρχή ότι οι συζητήσεις τους δεν θα επηρέαζαν την ήδη υπάρχουσα συνεργασία. Η πρώτη ενάγουσα, δια του εκπροσώπου της Γ. Κ., αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα των προτάσεων των εναγομένων για αλλαγή της συνεργασίας τους και εξαγορά της από αυτές, αποδέχθηκε τις διαπραγματεύσεις και υπέγραψε την από 8.5.2008 σύμβαση εμπιστευτικότητας, στα πλαίσια της οποίας παρέδωσε στις εναγόμενες οικονομικά στοιχεία της επιχείρησής της, τα οποία ήταν απαραίτητα, προκειμένου οι τελευταίες να τα αξιολογήσουν για να καταρτίσουν την προσφορά τους για τη σχεδιαζόμενη εξαγορά της, την οποία (προσφορά) και υπέβαλαν στην πρώτη ενάγουσα, συνεπώς είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της τελευταίας ότι οι εναγόμενες μεθόδευσαν τις διαπραγματεύσεις για να αποσπάσουν από αυτήν ευαίσθητα οικονομικά και άλλα στοιχεία της.

Επιπλέον, η πρώτη ενάγουσα, υπογράφοντας σύμβαση συντμήσεως της προθεσμίας προειδοποίησης, αποδέχθηκε και το ενδεχόμενο της καταγγελίας των συμβάσεων στο χρόνο που αυτή έγινε, το επιχείρημά της δε ότι προέβη στην ενέργεια αυτή για να κερδίσει χρόνο, δεν κρίνεται λογικό, αφού η σύντμηση της προθεσμίας καταγγελίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν έγκυρη, γεγονός που ασφαλώς μπορούσε να πληροφορηθεί η πρώτη ενάγουσα από τους νομικούς της συμβούλους και να μη δεχθεί να υπογράψει, διευκόλυνε την άσκηση του δικαιώματος αυτού από τις εναγόμενες.

Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων συνεργασίας από τις εναγόμενες ήταν αιφνιδιαστική και απρόσμενη για την ενάγουσα, ούτε ότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία έγινε από τις εναγόμενες με πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της πρώτης ενάγουσας, με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη μέσα, με σκοπό την απόσπαση της πελατείας της πρώτης ενάγουσας και την εκτόπισή της από την αγορά και εκμετάλλευσης της φήμης της, αλλά υπαγορεύτηκε από καθαρά επιχειρηματικά και εμπορικά κίνητρα και κριτήρια, αφού αποτελούσε επιχειρηματική στρατηγική των εναγομένων να συνεργάζονται με δικές τους εταιρείες - άλλωστε για τον ίδιο λόγο απέκτησαν και ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας και το γεγονός αυτό, όπως προέκυψε από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, είχε τεθεί σε γνώση της πρώτης ενάγουσας, από την αρχή ακόμη της συνεργασίας των διαδίκων, ώστε να μην είναι εύλογη η πεποίθηση της πρώτης ενάγουσας ότι οι εναγόμενες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων με σκοπό την αλλαγή της συνεργασίας τους προς την επιδιωκόμενη από αυτές κατεύθυνση.

Εξάλλου, η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων δεν ήταν αθέμιτη προς την κρατούσα επιχειρηματική πολιτική, ούτε και έπληξε την επαγγελματική φήμη και πίστη της πρώτης ενάγουσας εταιρείας στον εμπορικό κόσμο και τους πελάτες της, η οποία εξακολουθεί να δραστηριοποιείται με επιτυχία στην εμπορική της δραστηριότητα.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά των εναγομένων (δια των νομίμων εκπροσώπων τους) που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αλλά ούτε αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό των άρθρων 919 ΑΚ σε συνδυασμό με 914 ΑΚ.".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 919 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην εν γένει συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, καθόλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την αναιρεσείουσα, τους στόχους και σκοπούς αυτής, τη σαφή γνωστοποίηση τούτων των προθέσεών της στην αναιρεσείουσα, τις ενέργειές της για την επίτευξη των στόχων αυτών, τη βούλησή της σχετικά με την εξέλιξη των μεταξύ τους συμβάσεων σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, το λόγο της μη κατάληξης σε συμφωνία και την αιτία καταγγελίας της επίδικης σύμβασης διανομής, σε συνδυασμό και με τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, όπως τα πραγματικά περιστατικά των αντίστοιχων αιτιολογιών της απόφασης, έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από τα προσκομισθέντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με βάση, δε, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, πράγματι η καταγγελία από την αναιρεσίβλητη - παραγωγό της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από τη διάταξη του άρθρου 194 ΑΚ διάταξη οριζόμενα όρια, ούτε αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης στην αναιρεσείουσα, λόγω της αντισυμβατικής, παράνομης, υπαίτιας, καταχρηστικής και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι η εκ μέρους πράξη της αναιρεσίβλητης καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν στηρίζει αντισυμβατική ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας.

Οι επιμέρους αιτιάσεις του σχετικού αναιρετικού λόγου, που αφορούν είτε παράπονα γιατί η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται ότι αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, είτε βάλλουν κατά επιχειρημάτων που συνήγαγε το Δικαστήριο από τις αποδείξεις, είτε προσβάλλουν την ουσιαστική κρίση αυτού (ΚΠολΔ 561§1).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του. Τούτο διότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που θεμελίωναν την αγωγή ως προς τη συγκεκριμένη αξίωση της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, αναφέρεται σαφώς ο χρόνος έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων, καθώς και ο χρόνος καταγγελίας της σύμβασης, ώστε χωρίς αμφιβολία να προκύπτει η διάρκεια της συνεργασίας τους, γίνεται εκτενής αναφορά της αύξησης των πελατών καθώς και του τζίρου, ώστε να προκύπτει ότι η συνεργασία ήταν επικερδής για τα συμβαλλόμενα μέρη και τούτα τα στοιχεία, αναφερόμενα στις αιτιολογίες της απόφασης, λήφθηκαν υπόψη κατά το σχηματισμό του πορίσματος.

Η δε μη λήψη υπόψη του στηρίζοντος, κατά την αγωγή, την καταχρηστικότητα και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ισχυρισμού ότι η παραγωγός αναιρεσίβλητη, εξέφραζε την ικανοποίηση της για την αποδοτικότητα της συνεργασίας τους, δεν αρκεί για την ίδρυση του εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, καθόσον και να τούτο το περιστατικό λαμβάνονταν υπόψη δεν θα κατέληγε το Εφετείο σε αντίθετο του σχηματισθέντος πορίσματος, αφού δεν θα καθιστούσε την καταγγελία καταχρηστική ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας την πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς που νόμιμα είχε προτείνει και συγκεκριμένα: α) ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής, παράνομης και αντίθετης προς τα χρηστά ήθη καταγγελίας της σύμβασης διανομής, η αναιρεσείουσα απώλεσε μόνιμους πελάτες και υπέστη θετική και αποθετική ζημία και ειδικότερα συνίσταται στα διαφυγόντα κέρδη που θα είχε εάν συνεχιζόταν η σύμβαση για πέντε ακόμη έτη, β) ότι για να θεμελιώσει την άνω καταχρηστική καταγγελία και ότι αυτή ήταν προσχηματική, αποσκοπούσα στον αποκλεισμό της αναιρεσείουσας από τη συνεργασία και για να οικειοποιηθεί οικονομικά και επιχειρηματικά οφέλη, που προέκυψαν από ενέργειες της αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε κινήσεις απόσπασης υπαλλήλων της αναιρεσείουσας σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Σερβία.

Όμως, τα ανωτέρω δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του ως άνω λόγου της αναίρεσης, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προταθέντα λόγο αναίρεσης. Επίσης, διατείνεται ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό που δεν προτάθηκε. Ειδικότερα, ότι έκρινε η προσβαλλόμενη ότι η αναιρεσείουσα και μετά την καταγγελία της σύμβασης διανομής εξακολουθεί να δραστηριοποιείται με επιτυχία στην εμπορική της δραστηριότητα, ενώ η ίδια είχε ισχυριστεί μόνο ότι υπέστη ζημία.

Και ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα που να ιδρύει το λόγο τούτο της αναίρεσης, αλλά επιχείρημα για την αντίκρουση της παραδοχής του δικαστηρίου ότι η καταγγελία δεν ήταν αντισυμβατική, παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη, ούτε προσχηματική, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη. Επομένως, ο έβδομος, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014).

Η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα έγγραφα (πρακτικά συνάντησης, επιστολές και ηλεκτρονικά μηνύματα) τα οποία είχε νόμιμα προσκομίσει με επίκληση. Όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του, εκτός των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Από τη γενική σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι και τα έγγραφα που εξειδικεύονται στον ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης, αναμφίβολα έχουν ληφθεί υπόψη. Τούτο, ανεξάρτητα από τη μη ειδική αναφορά τους, και τη μη αξιολόγηση του περιεχομένου τους και τη μη σύγκρισή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Η λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών, σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία ρητά αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει οι συμβληθέντες διάδικοι για τη διερεύνηση της προοπτικής επέκτασης της συνεργασίας τους, με την προοπτική δημιουργίας μιας νέας κοινής εταιρείας, τη σύσταση κοινής ομάδας εργασίας, τις συναντήσεις και τα πρακτικά αυτών, την ανταλλαγή μεταξύ τους σχετικής αλληλογραφίας, τις εκατέρωθεν προτάσεις ή αντιθέσεις, τη γνωστοποίηση προθέσεως της αναιρεσίβλητης για αναθεώρηση των υφιστάμενων συμφωνιών και την εκκίνηση διαδικασίας ενσωμάτωσης στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος της αναιρεσείουσας στον Όμιλο ...

και τέλος της πρόθεσης καταγγελίας της σύμβασης διανομής, με τα οποία ζητήματα συνέχονται τα ως άνω έγγραφα. Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα σχετικά με τη γνωστοποίηση των προθέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης για αλλαγή των συμβατικών τους σχέσεων και τη διακοπή αυτών σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, με το γεγονός ότι σε περίπτωση αποτυχίας των συζητήσεων και του μακροπρόθεσμου σκοπού της για πλήρη ενσωμάτωση του κλάδου των μελανιών της αναιρεσείουσας ως θυγατρικής εταιρείας του Ομίλου καθώς και ότι οι διαπραγματεύσεις που έγιναν προς το σκοπό αυτό ανταποκρίνονταν στην πραγματική βούληση των διαπραγματευόμενων και δεν ήταν προσχηματικές, Ούτε, άλλωστε, η προσβαλλόμενη καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο του περιεχόμενου των άνω εγγράφων, ήτοι ότι και η αναιρεσείουσα επιθυμούσε την μεταβολή της συνεργασίας, ή ότι είχε αποδεχθεί το ενδεχόμενο της καταγγελίας της σύμβασης ή ότι είχε συμφωνηθεί ότι το αποτέλεσμα των συζητήσεων θα επηρέαζε την εξακολούθηση της συνεργασίας.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε συνάψει το .../1.1.2009ι ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλειας πιστώσεων και εμπορευμάτων, με την ασφαλιστική εταιρεία ..., σχετικά με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση ζημίας από απαιτήσεις από τις εμπορικές συναλλαγές της.

Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω συμβάσεως "υποχρέωση δήλωσης ζημίας", προκύπτει ότι αποτελεί υποχρέωση του ασφαλισμένου και προϋπόθεση για την ασφαλιστική κάλυψή του, η αναγγελία της ζημίας εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επέλευση του γεγονότος, άλλως αίρεται η υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.

Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής η πρώτη εναγομένη δήλωσε στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία την 1.7.2009, ότι διατηρεί απαίτηση κατά της πρώτης ενάγουσας ποσού 2.026.895,57 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου αναλογούντος ΦΠΑ, βάσει εκδοθέντων τιμολογίων από 7.11.2008 έως 30.4.2009, με χορηγηθείσα προθεσμία πληρωμής 130 ημερών από το τέλος του μηνός της ημερομηνίας εκδόσεως εκάστου τιμολογίου.

Όπως ορίζεται στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η προθεσμία δηλώσεως άρχεται από την παρέλευση της μέγιστης προθεσμίας για παράταση της προθεσμίας πληρωμής που ορίζεται στο ασφαλιστήριο, ενώ αν η συνολική απαίτηση αποτελείται από περισσότερες επιμέρους απαιτήσεις, τότε αυτό αναφέρεται στην επιμέρους απαίτηση, η οποία καθίσταται πρώτη πληρωτέα.

Εξάλλου στην ανωτέρω, από 1.7.2009, δήλωση της πρώτης εναγομένης διαλαμβάνεται προτροπή της να μη προβεί η ασφαλιστική εταιρεία σε περαιτέρω μέτρα, διότι υπήρχε προγραμματισμένο ραντεβού στις 21.7.2009 με εκπρόσωπο της πρώτης ενάγουσας για να συμφωνηθεί η εξεύρεση λύσης ως προς την πληρωμή των ανωτέρω τιμολογίων.

Συνεπώς, η δήλωση καθυστέρησης της εισπράξεως των ανωτέρω τιμολογίων αποτελούσε ασφαλιστική υποχρέωση της πρώτης εναγομένης και έγινε προκειμένου να εξασφαλισθούν τα δικαιώματά της εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως και όχι με σκοπό δυσφημήσεως της πρώτης ενάγουσας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 364 ΠΚ, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές της το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κρίνοντας ότι σωστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγική αξίωση για καταβολή σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία στηριζόταν στην επικληθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) τον εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, υποστηρίζοντας ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της ως άνω πόρισμα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, β) ότι δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς που η αναιρεσείουσα είχε προτείνει και γ) ότι δεν έλαβε υπόψη της την .../2011 ένορκη βεβαίωση του Σ., την κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Χ. στο ακροατήριο και τα αναφερόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολή. 1) Ως προς τον αναιρετικό εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο: Το Εφετείο, με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε, ύστερα από συνεκτίμηση των προσκομισθέντων νόμιμα αποδεικτικών μέσων, στο πόρισμά του. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, προέβη την 1.7.2009 στη δήλωση προς την ασφαλιστική εταιρεία ...

ότι διατηρεί απαίτηση κατά της αναιρεσείουσας 2.026.895,57 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλίσει τα δικαιώματά της από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον υπήρχε συμβατικά συμφωνημένη προθεσμία αναγγελίας της ζημίας και όχι με σκοπό δυσφήμησης της αναιρεσείουσας, ενισχύοντας την τελευταία κρίση της με την προτροπή της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την ασφαλιστική εταιρεία να μην προχωρήσει σε περαιτέρω μέτρα, λόγω της προσπάθειας εξεύρεσης λύσης για την πληρωμή της οφειλής.

Επίσης, καθορίζεται στην απόφαση η προθεσμία, εντός της οποίας έπρεπε να γίνει η αγγελία και συνεπώς, παρά την παρέλευσή της, δεν θεωρήθηκε ότι τούτο αναιρεί το σκοπό για τον οποία, κατά τη σχετική παραδοχή της υποβλήθηκε. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι λόγω του εκπροθέσμου της αναγγελίας και της εξ αυτού έκπτωσης από την ασφαλιστική κάλυψη, η αναγγελία δεν εξυπηρετούσε το σκοπό που δέχεται η προσβαλλόμενη, προσβάλλει την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο λόγος αυτός εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2) Η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί της, ότι είχε καλέσει την πρώτη αναιρεσίβλητη για την εκκαθάριση των μεταξύ τους απαιτήσεων, ότι κάθε πλευρά είχε αναγνωρίσει τις απαιτήσεις του άλλου μέρους με σκοπό το συμψηφισμό αυτών και την καταβολή του υπολοίπου, ότι η μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού από την αναιρεσείουσα δεν οφείλονταν σε οικονομική δυσκολία, αλλά στις συζητήσεις για την εκκαθάριση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, καθώς και ότι δεν επρόκειτο για μη αμφισβητούμενη απαίτηση, όπως ψευδώς δήλωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη στην ασφαλιστική της εταιρεία, καθόσον η αναιρεσείουσα αμφισβητούσε την απαίτηση αυτής και ότι στις 23-7-2009 επήλθε συμφωνία ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού και τον τρόπο εξόφλησής του, πλην όμως η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία για τη συμφωνία τους και ο δικηγόρος της τελευταίας την ειδοποίησε για την αναγγελία.

Τα προτεινόμενα, όμως, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προτεινόμενο λόγο αναίρεσης. 3) Με σαφήνεια αναφέρει η προσβαλλόμενη ότι για το σχηματισμό του πορίσματός της έλαβε υπόψη και την .../12-1-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Μερόπης Γεράκη, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του, εκτός των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Από τη γενική σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης, αλλά και το εν γένει περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι και τα έγγραφα που εξειδικεύονται στον ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης, αναμφίβολα έχουν ληφθεί υπόψη.

Τούτο, ανεξάρτητα από τη μη ειδική αναφορά τους, και τη μη αξιολόγηση του περιεχομένου τους και τη μη σύγκρισή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Η λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών, σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία ρητά αναφέρεται στις διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει οι συμβληθέντες διάδικοι για τη διερεύνηση της προοπτικής επέκτασης της συνεργασίας τους, με την προοπτική δημιουργίας μιας νέας κοινής εταιρείας, τη σύσταση κοινής ομάδας εργασίας, τις συναντήσεις και τα πρακτικά αυτών, την ανταλλαγή μεταξύ τους σχετικής αλληλογραφίας, τις εκατέρωθεν προτάσεις ή αντιθέσεις, τη γνωστοποίηση προθέσεως της αναιρεσίβλητης για αναθεώρηση των υφιστάμενων συμφωνιών και την εκκίνηση διαδικασίας ενσωμάτωσης στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος της αναιρεσείουσας στον Όμιλο ...

και τέλος της πρόθεσης καταγγελίας της σύμβασης διανομής, με τα οποία ζητήματα συνέχονται τα ως άνω έγγραφα. Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα σχετικά με τη γνωστοποίηση των προθέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης για αλλαγή των συμβατικών τους σχέσεων και τη διακοπή αυτών σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, με το γεγονός ότι σε περίπτωση αποτυχίας των συζητήσεων και του μακροπρόθεσμου σκοπού της πρώτης αναιρεσίβλητης για πλήρη ενσωμάτωση του κλάδου των μελανιών της αναιρεσείουσας ως θυγατρικής εταιρείας του Ομίλου καθώς και ότι οι διαπραγματεύσεις που έγιναν προς το σκοπό αυτό ανταποκρίνονταν στην πραγματική βούληση των διαπραγματευόμενων και δεν ήταν προσχηματικές.

Κατ' ακολουθία, ε'ναο αβάσιμος και ο εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 5-9-2016 αίτηση για αναίρεση της 318/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική 770/5-9-2016 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τούτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής Εμπορίας και Αντιπροσωπείας τυπογραφικών μελανιών και χρωμάτων ... ΕΛΛΑΣ", για αναίρεση της 318/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ