Legislator Case Law & Legislation
1370/2018 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal on company investment dispute, rejecting common sense violation claim as inadmissible.

Case Number 1370/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed all appeals filed against a Third Instance Court decision regarding a company investment dispute. The appellants argued that the lower court violated common sense by finding no debt existed when the plaintiffs had already paid 39,622.50 euros for capital increase participation. The court rejected this argument as inadmissible because the alleged error concerned the factual assessment of evidence rather than the legal interpretation of Article 361 of the Civil Code. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to bear the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 361 of the Civil Code: An appeal alleging a violation of common sense regarding the factual assessment of evidence is inadmissible if it pertains to the substantive issue rather than the legal interpretation of the relevant statutory provision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense violation factual assessment legal interpretation company investment dispute legal costs allocation Article 361 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1370/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Κ., και 2) Α. συζύγου Δ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βερβεσό, που ανακάλεσε την από 11-5-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αποστολοπούλου και 3) Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Όλγα Μήτσου.

Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αποστολοπούλου και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Κ., και 2) Α. συζύγου Δ. Κ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βερβεσό, που ανακάλεσε την από 11-5-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Γ) Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Όλγα Μήτσου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Κ., και 2) Α. συζύγου Δ. Κ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βερβεσό, που ανακάλεσε την από 11-5-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: την από 17-12-2007 αγωγή των 1) Δ. Κ. του Κ. και 2) Α. συζύγου Δ. Κ., την από 30-6-2009 αγωγή του Δ. Τ. του Ε., την από 27-4-2009 αγωγή των 1)Κ. Τ. του Ε., 2) Α. Τ. του Ε. και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και την από 15-3-2010 αγωγή του Δ. Τ. του Ε., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2487/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2870/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 19-10-2016, 17-10-2016 και 22-10-2016 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων των αντιδίκων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 2870/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …7Φ/4.4.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Γ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι Δ. Κ. και Α. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 17.10.2016 αιτήσεως των Κ. Τ., Α. Τ. και "...", με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 13ης Νοεμβρίου 2017, οπότε αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 14ης Μαΐου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των ως άνω αναιρεσιβλήτων, με θυροκόλληση κατά τα άρθρα 129 παρ. 2 και 128 παρ. 4 ΚΠολΔ στην έδρα της τρίτης από τους αιτούντες (...), η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε στην μετ' αναβολή δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Το έννομο συμφέρον που απαιτείται για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη, δηλαδή, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του• η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

Εν προκειμένω, η συνεκδικαζόμενη κατά τα ανωτέρω από 17.10.2016 αίτηση των Κ. Τ., Α. Τ. και "...", στρεφόμενη κατά των Δ. Κ. και Α. Κ., ελέγχεται ως απαράδεκτη ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για τον εξής λόγο: Οι λόγοι που προβάλλονται με την ανωτέρω αίτηση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αναφέρονται σε σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, που σχέση έχουν με την παραδοχή της αγωγής των Δ.

Κ. και Α. Κ. κατά των Κ. Τ., Α. Τ. και Δ. Τ., όχι και με την απόρριψη της αντίθετης αγωγής των Κ. Τ., Α. Τ. και "..." κατά των Δ. Κ. και Α. Κ., κεφάλαιο το οποίο δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης. Επομένως, η τρίτη αναιρεσείουσα "...", αφού δεν ήταν διάδικος στην αγωγή που αφορά το προσβαλλόμενο κεφάλαιο και γι' αυτό δεν υφίσταται βλάβη από την παραδοχή της, δεν έχει κατά τα προαναφερόμενα έννομο συμφέρον να το προσβάλλει, οπότε η από 17.10.2016 αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς αυτήν, τα δε δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων να επιβληθούν σε βάρος της διότι ηττάται (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 19.10.2016 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ Δ. Κ. και Α. Κ. Κατά το άρθρο 847 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως, που καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 849 ΑΚ), ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Η εν λόγω σύμβαση, που έχει παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, διαφέρει από την εγγυοδοτική (ή εγγυητική) σύμβαση.

Ως τέτοια ορίζεται η αυτόνομη υπόσχεση, που δίνεται από ένα πρόσωπο (εγγυοδότη) προς έναν τρίτο (εγγυολήπτη), ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος ο οποίος αφορά τον εγγυολήπτη. Η υπόσχεση του εγγυοδότη έχει, ειδικότερα, το περιεχόμενο ότι ο εγγυοδότης θα ανορθώσει τη ζημία, που θα υποστεί ο εγγυολήπτης από την πραγμάτωση του κινδύνου.

Από τον παραπάνω ορισμό της εγγυοδοτικής σύμβασης συνάγεται ότι βασικό της στοιχείο είναι η έννοια του κινδύνου. Ο κίνδυνος, για την πραγμάτωση του οποίου αναλαμβάνει ο εγγυοδότης την ευθύνη, αφορά την επέλευση ή μη ενός νομικού ή πραγματικού αποτελέσματος. Για το αποτέλεσμα αυτό πρέπει ο εγγυοδότης να μην ευθύνεται από άλλη αιτία (π.χ.

από το νόμο), δηλαδή πρέπει αυτό να αφορά και να βρίσκεται στη σφαίρα του εγγυολήπτη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει κατ' εξοχήν αποζημιωτικό χαρακτήρα. Ο εγγυοδότης δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση να αποτρέψει ο ίδιος την επέλευση του κινδύνου. Η ευθύνη του συνίσταται στο να φέρει τον εγγυολήπτη στην κατάσταση που θα βρισκόταν, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, αλλά είχε επέλθει το εξασφαλιζόμενο πραγματικό ή νομικό αποτέλεσμα.

Τέλος, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγύησης, αλλά οι γενικές διατάξεις (άρθρο 361 ΑΚ) περί συμβάσεων, καθόσον αυτή είναι αρρύθμιστη στο νόμο και αποτελεί δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής, η δε κατάρτισή της γίνεται άτυπα (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1384/2013, ΑΠ 880/2013, ΑΠ 1261/2004). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.

Ωστόσο, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικά με το σωρευόμενο στην από 17.12.2007 αγωγή των αναιρεσειόντων Δ. Κ. και Α. Κ. αίτημα περί αναγνωρίσεως υποχρεώσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να τους πληρώσουν ως αποζημίωση ποσό 66.030,81 ευρώ, με βάση την μεταξύ τους εγγυοδοτική σύμβαση με αντικείμενο την εγγυημένη απόδοση στην ένδικη επένδυση επί των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας "...", δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων της αγωγής αυτής, Δ.

Κ., είναι επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος από πολλά έτη, στον κλάδο της παροχής υπηρεσιών εστίασης... Η δεύτερη ενάγουσα, Α. Κ., είναι σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, ενώ οι εναγόμενοι της ίδιας αγωγής, Κ. Τ., Α. Τ. και Δ. Τ., οι οποίοι είναι αδέλφια, είναι επίσης επιχειρηματίες, έχοντας ιδρύσει σειρά εταιριών, που έχουν ενταχθεί ...στο δίκτυο της αλυσίδας καφετεριών και ζαχαροπλαστείων "..." και εστιατορίων "...".

Μία των εταιριών αυτών είναι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "...". Η τελευταία εταιρία συστάθηκε από τους άνω τρεις εναγόμενους... Σύμφωνα με το καταστατικό της, σκοπός της είναι η εκμετάλλευση και λειτουργία επιχείρησης ζαχαροπλαστείου - καφετέριας, έδρα το κατάστημα αυτής, στο Δήμο …., επί της ..., αρ. ..και διάρκειά της, τα 50 έτη.

Το εταιρικό κεφάλαιο αυτής ορίστηκε σε 45.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 4.500 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία, καταβλήθηκε δε ολοσχερώς, κατ' ίσα μέρη, από τους άνω εναγόμενους, καθένας των οποίων έλαβε, από 1.500 μετοχές... Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, ήταν πενταμελές, αποτελούμενο από το δεύτερο εναγόμενο, Α.

Τ., που ορίστηκε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, τον τρίτο εναγόμενο Δ. Τ., ως Αντιπρόεδρο και τους Κ. Τ. (πρώτο εναγόμενο), Ε. Τ. και Κ. Τ., ως μέλη. Στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του έτους 1999... το κεφάλαιο αυτής αυξήθηκε κατά 45.000.000 δραχμές, με την έκδοση 4.500 νέων ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία και έτσι το μετοχικό κεφάλαιο ανήλθε σε 90.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 9.000.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, καθεμία.

Στην αύξηση συμμετείχαν οι τρεις εναγόμενοι αναλογικά και σύμμετρα, λαμβάνοντας από 1.500 μετοχές καθένας και έτσι καθένας από αυτούς, κατείχε από 3.000 μετοχές της εταιρίας... Η εν λόγω εταιρία, στα πλαίσια του εταιρικού της σκοπού, από την ίδρυσή της λειτούργησε καφετέρια - ζαχαροπλαστείο, στον Π. Α., στη συμβολή της Λ.

Κ., με την οδό …, στο λεγόμενο δαχτυλίδι της Λ. Κ., έχοντας συνάψει με την εταιρία "..." σύμβαση franchising, με βάση την οποία απέκτησε την άδεια χρήσης του σήματος "...", κατόπιν της οποίας εντάχθηκε στην αλυσίδα καταστημάτων της αντισυμβαλλόμενής της εταιρίας. Κατά το έτος 1999, το πιο πάνω κατάστημα, λειτουργούσε στο ισόγειο διώροφης οικοδομής, η οποία είχε κατασκευαστεί σε χώρο που κατείχαν οι εναγόμενοι, δυνάμει συμβάσεων υπεκμίσθωσης.

Η ίδια δε η εταιρία για τη χρηματοδότηση της επένδυσής της είχε συνάψει δύο συμβάσεις δανείου, με την Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, ποσών 120.000.000 δραχμών και 90.000.000 δραχμών και συνολικά 210.000.000 δραχμών. Κατά το χρόνο αυτό, ήταν αποπερατωμένο το ισόγειο της οικοδομής, ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του ορόφου.

Λόγω του υψηλού κόστους της επένδυσης για τη λειτουργία της άνω επιχείρησης, οι εναγόμενοι αδελφοί Τ., μοναδικοί μέχρι τότε μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας, αποφάσισαν να μεταβιβάσουν ένα μειοψηφικό πακέτο μετοχών της, σε τρίτο ή τρίτα πρόσωπα, ώστε να εξασφαλίσουν άμεσα χρήματα, για την αντιμετώπιση αναγκών της επιχείρησης.

Μεταξύ των προσώπων, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την αγορά του μειοψηφικού αυτού πακέτου, ήταν οι ενάγοντες, Δ. Κ. και η σύζυγος του Α. Κ., οι οποίοι συνδέονταν συγγενικά με τον τρίτο των εναγομένων, Δ. Τ., που ήταν σύζυγος της θυγατέρας τους, Β. Κ.. Οι τελευταίοι και κυρίως ο πρώτος από αυτούς, έχοντας εμπειρία επιχειρηματική στο χώρο της παροχής υπηρεσιών εστίασης, μετά από συζητήσεις με τους εναγόμενους σχετικά με την πορεία της επιχείρησης που εκμεταλλευόταν η άνω εταιρία, εκδήλωσαν ενδιαφέρον, πιστεύοντας ότι η πορεία της, θα ήταν κερδοφόρα, δεδομένου ότι βρισκόταν σε ιδιαίτερα εμπορικό σημείο ...

του … ..., με μεγάλη κίνηση... Έτσι, περί τα τέλη Μαΐου 1999, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων, η χρηματοδότηση των εναγομένων από τους ενάγοντες, με το ποσό των 95.000.000 δραχμών, το οποίο θα επιστρεφόταν σ' αυτούς εντός τετραετίας, με την απόκτηση μετοχών της εταιρίας, που θα τους πωλούσαν οι εναγόμενοι, με τη συμμετοχή τους στις αυξήσεις του κεφαλαίου της εταιρίας ή με μετρητά.

Στα πλαίσια αυτά, κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-1999 μέχρι 7-1-2000, οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγόμενους, το άνω ποσό των 95.000.000 δραχμών, ως εξής ... Ακολούθως, στις 24-6-1999 και ενώ το μετοχικό κεφάλαιο της άνω εταιρίας ανερχόταν στο ποσό των 90.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 9.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία, με τη με αριθμό ...9/24-6-1999 πράξη πώλησης ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου, Α.

Κ.-Σ., καθένας από τους εναγόμενους, κάτοχος μέχρι τότε 3.000 μετοχών της άνω εταιρίας, πώλησε σε καθένα των εναγόντων, 375 μετοχές από αυτές που κατείχε, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία και έτσι καθένας από τους ενάγοντες έλαβε από 1.125 μετοχές (375Χ3), με συνολικό τίμημα 22.500.000 δραχμών... Έτσι, οι ενάγοντες κατείχαν από κοινού 2.250 μετοχές της εταιρίας, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 25% του μετοχικού κεφαλαίου (12,50%, για καθένα).

Το παραπάνω τίμημα, στα πλαίσια της άνω συμφωνίας των διαδίκων, αφαιρέθηκε από το ποσό των 95.000.000 δραχμών και έτσι απέμεινε υπόλοιπο από το αρχικά χορηγηθέν στους εναγόμενους ποσό, ύψους 72.500.000 δραχμών... Ακολούθως, με την από 20-3-2000 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της άνω εταιρίας αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά το ποσό των 60.000.000 δραχμών, με την έκδοση 6.000 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, καθεμία.

Στην αύξηση αυτή του κεφαλαίου συμμετείχαν όλοι οι μέτοχοι και οι ενάγοντες, από τους οποίους οι τελευταίοι συμμετείχαν με το ποσό των 15.000.000 δραχμών (7.500.000 δραχμές, ο καθένας), για την απόκτηση 1.500 μετοχών, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, η καθεμία. Στη συνέχεια, με την από 23-11-2000 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ίδιας εταιρίας αποφασίστηκε νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, κατά το ποσό των 30.000.000 δραχμών, με την έκδοση 3.000 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, καθεμία.

Και στην αύξηση αυτή του κεφαλαίου, ομοίως συμμετείχαν όλοι οι μέτοχοι και οι ενάγοντες, με το ποσό των 7.500.000 δραχμών (3.750.000 δραχμές, ο καθένας) για την απόκτηση 1.500 μετοχών, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, καθεμία... Έτσι, η αξία των μετοχών που απέκτησαν οι ενάγοντες κατά τις δύο παραπάνω αυξήσεις του κεφαλαίου, ανήλθε σε 22.500.000 δραχμές, το οποίο και καλύφθηκε από το άνω ποσό των 72.500.000 δραχμών, απέμεινε δε υπόλοιπο από το αρχικά χορηγηθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών, 50.000.000 δραχμών, ενώ η συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, παρέμεινε στο ίδιο ποσοστό, ήτοι 25% και για τους δύο και 12,50% για καθένα.

Στις 30-6-2003, κατά την τακτική γενική συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, μετατράπηκε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας και η ονομαστική αξία των μετοχών, σε ευρώ και αυξήθηκε το κεφάλαιο αυτής, κατά 53,48 ευρώ, λόγω στρογγυλοποίησης της ονομαστικής αξίας κάθε μετοχής, σε 29,35 ευρώ. Παράλληλα, κατά την ίδια γενική συνέλευση, τροποποιήθηκε το άρθρο 5 του καταστατικού της εταιρίας και ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν των άνω αυξήσεων του κεφαλαίου, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, ανέρχεται σε 528.300 ευρώ και διαιρείται σε 18.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ, καθεμία...

Στις 26-7-2005... το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 5.870 ευρώ, με την έκδοση 200 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ καθεμία, ανερχόμενο πλέον σε 534.170 ευρώ, διαιρούμενο σε 18.200 μετοχές. Στην αύξηση δε αυτή μετείχαν όλοι οι μέτοχοι και έτσι εξακολούθησε να διατηρείται η ίδια ποσοστιαία αναλογία στο μετοχικό κεφάλαιο...

Στις 3-10-2005, σε έκτακτη συνέλευση των μετόχων, το μετοχικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά 264.150 ευρώ, λόγω συμψηφισμού ζημιών, με τη μείωση του αριθμού των μετοχών της εταιρίας από 18.200 σε 9.200 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ, καθεμία και έτσι το μετοχικό κεφάλαιο, διαμορφώθηκε σε 270.020 ευρώ, διαιρούμενο σε 9.200 μετοχές, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ, η καθεμία...

Στη συνέχεια, με τα από 17-10-2007 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης μετοχών ανώνυμης εταιρίας, ο τρίτος εναγόμενος Δ. Τ., πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στους λοιπούς εναγόμενους, Κ. και Α. Τ., το σύνολο των μετοχών του στην εταιρία, ήτοι 2.300 μετοχές και αποχώρησε από αυτή... Κατόπιν της άνω μεταβίβασης, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων κατέχουν πλέον 2.100 ονομαστικές μετοχές καθένας, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 37,5% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ οι ενάγοντες κατέχουν από 700 ονομαστικές μετοχές ο καθένας, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 12,50% του μετοχικού κεφαλαίου, για καθένα και συνολικά ποσοστό 25%.

Στις 4-6-2008, σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, αποφασίστηκε η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, κατά το ποσό των 105.660 ευρώ, ανερχόμενο πλέον σε 164.360 ευρώ, με μείωση του αριθμού των μετοχών από 9.200 σε 5.600, ονομαστικής αξίας, 29,35 ευρώ, καθεμία, ενώ στις 16-7-2009, κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 158.490 ευρώ, με ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των μετοχών από 5.600 σε 11.000, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ, καθεμία.

Στην αύξηση αυτή συμμετείχαν αναλογικά όλοι οι μέτοχοι, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, καταβάλλοντας οι ίδιοι, το ποσό των 39.622,50 ευρώ, που ανταποκρινόταν στο ποσοστό συμμετοχής τους. Έτσι, το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας διαμορφώθηκε σε 322.850 ευρώ, αποτελούμενο από 11.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας 29,35 ευρώ, καθεμία.

Περαιτέρω, η εν λόγω εταιρία από την ίδρυσή της και μετά, λόγω και των χρεών της, δεν παρουσίαζε κέρδη, με συνέπεια να μην έχει διανεμηθεί μέρισμα στους μετόχους. Κατά το άνω χρονικό διάστημα της λειτουργίας της, δημιουργήθηκαν προβλήματα και εντάσεις στις σχέσεις του τρίτου εναγομένου, Δ. Τ., με τη σύζυγό του Β.

Κ., θυγατέρα των εναγόντων, που τους οδήγησαν στη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, παράλληλα δε δημιουργήθηκαν και εντάσεις στις σχέσεις των διαδίκων, σχετιζόμενες με την συμμετοχή τους στην εταιρία. Στα πλαίσια αυτά, οι ενάγοντες, στις 9-3-2004, επέδωσαν στην άνω εταιρία, την από 27-2-2004 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, με την οποία αφού διαμαρτυρήθηκαν για έλλειψη πληροφόρησης αναφορικά με την πορεία της συμμετοχής τους στην εταιρία και την άρνηση παροχής σ' αυτούς αντιγράφων των εταιρικών πράξεων και των πρακτικών των γενικών συνελεύσεων των μετόχων, ζήτησαν τη χορήγηση αντιγράφων των εγγράφων αυτών.

Επιπλέον, στην άνω εξώδικη ισχυρίστηκαν, ότι είναι μέτοχοι της άνω εταιρίας, κατέχοντας αμφότεροι, 2.500 ονομαστικές μετοχές, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 1/4 του μετοχικού κεφαλαίου και ο καθένας 1.125 ονομαστικές μετοχές, που αντιπροσωπεύουν το 1/8 του μετοχικού κεφαλαίου και ότι την άνω ιδιότητα απέκτησαν τον Ιούνιο του έτους 1999, όταν ανταποκρίθηκαν σε πρόσκληση των εναγομένων, να επενδύσουν στην εταιρία, αρχικά με την αγορά μετοχών και στη συνέχεια με τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καταβάλλοντας το ποσό των 95.000.000 δραχμών, κατά το ήμισυ ο καθένας, μετά την υπόσχεση των εναγομένων για την εντός τετραετίας απόσβεση του επενδυμένου κεφαλαίου, πλέον της αντίστοιχης συμμετοχής τους στα κέρδη της εταιρίας, είτε με τη λήψη προνομιακών μερισμάτων αναλογικά και συμμέτρως μέχρι του ποσού του καταβεβλημένου κεφαλαίου, πλέον των κερδών, είτε με την αντίστοιχη απόδοση χρημάτων από τους εναγόμενους, αρχικούς μετόχους, κατά την αναλογία του 1/3 καθενός, από την ατομική περιουσία τους.

Επίσης ισχυρίστηκαν στην ίδια εξώδικη, ότι μέρος του καταβληθέντος ποσού, ύψους 22.500.000 δραχμών, αποτέλεσε το τίμημα για την αγορά 1.125 ονομαστικών μετοχών από καθένα από αυτούς (ενάγοντες), ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία, ήτοι 2.500 μετοχών και οι δύο, κατόπιν της οποίας κατέστησαν μέτοχοι της εταιρίας, κατέχοντας ποσοστό 1/4 του εταιρικού κεφαλαίου και ότι πέραν του άνω τιμήματος, κατέβαλαν στους εναγόμενους, συμμέτρως και αναλογικά και ποσό 72.500.000 δραχμών, προκειμένου να αντιμετωπίσουν κατεπείγουσες υποχρεώσεις τους και ενόψει της επικείμενης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και της αντίστοιχης συμμετοχής τους, σ' αυτή, βάσει της άνω συμφωνίας και της υπόσχεσης των εναγομένων.

Απαντώντας στην άνω εξώδικη οι εναγόμενοι, με την από 15-3-2004 εξώδικη απάντηση-δήλωση-διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 16-3-2004, αρνήθηκαν τις αναφερόμενες σ' αυτή αιτιάσεις και την επικαλούμενη συμφωνία, ως απολύτως ανακριβή και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, ενώ όσον αφορά τη χορήγηση των αιτούμενων αντιγράφων ισχυρίστηκαν, ότι ήδη έχει δοθεί εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, για τη χορήγησή τους, τα οποία και πράγματι παραδόθηκαν.

Στη συνέχεια, μετά την από 26-7-2005 συνέλευση των μετόχων της εταιρίας, κατά την οποία αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο κατά 5.870 ευρώ, με την έκδοση 200 νέων ονομαστικών μετοχών και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά τη συνέλευση των μετόχων, της 3-10-2005, οι ενάγοντες επέδωσαν στους εναγόμενους, στις 24-10-2005, την υπό την ίδια ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία, αφού διαμαρτυρήθηκαν για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων και για την αύξηση και μείωση του μετοχικού κεφαλαίου στις άνω συνελεύσεις, ζήτησαν την άμεση επιστροφή του ποσού των 212.765,95 ευρώ, ισόποσου των 72.500.000 δραχμών, το οποίο ισχυρίστηκαν ότι δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τη συμφωνία τους, την απόδοση δε του ποσού αυτού αξίωσαν και με τη μεταγενέστερη από 16-11-2005 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, Κ.

και Α. Τ.. Παράλληλα, οι ενάγοντες αμφισβήτησαν τη συμμετοχή τους κατά τις γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εταιρίας, στις 20-3-2000 και 23-11-2000... Ωστόσο, οι άνω αποφάσεις δεν ακυρώθηκαν κατόπιν άσκησης αγωγής από μετόχους, ούτε οι ίδιοι οι ενάγοντες προσέβαλαν αυτές με αποτέλεσμα, λόγω της μη ακύρωσής τους, να θεωρούνται καθόλα έγκυρες.

Εξάλλου, οι ίδιοι οι ενάγοντες ήδη υπεραμύνονται της εγκυρότητας των άνω αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μετόχων και της καταβολής εκ μέρους τους, από το αρχικά χορηγηθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών του ποσού που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή τους, στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, θεωρώντας τους ίδιους κατόχους ποσοστού 25% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, ενώ με την ένδικη αγωγή, μολονότι επαναλαμβάνουν τους άνω ισχυρισμούς, δεν προβάλλουν κάποια αξίωση από τις άνω καταβολές, επιδιώκοντας την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στα πλαίσια των αυξήσεων του κεφαλαίου, αντίθετα τις αποδέχονται." Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχεται ως βάσιμο το επίσης σωρευόμενο στην ένδικη αγωγή αίτημα των εναγόντων περί αποζημιώσεως για το μη επενδυθέν μέρος της χρηματοδοτήσεώς τους (50.000.0000 δρχ.), περί του οποίου θα γίνει αναφορά κατωτέρω στην έρευνα των λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως των εναγομένων, δέχεται και τα ακόλουθα για το ενδιαφέρον εν προκειμένω κεφάλαιο της αποζημιώσεως εκ της εγγυοδοτικής συμβάσεως: "Ακολούθως και όσον αφορά την επικαλούμενη εγγυοδοτική σύμβαση, οι ενάγοντες Δ.

Κ. και Α. Κ., ισχυρίζονται, ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν προσωπική δέσμευση, ο καθένας με την ατομική του περιουσία για την εγγυημένη απόδοση των μετοχών της εταιρίας, που θα αποκτούσαν, υπό την έννοια ότι, εντός τετραετίας θα είχαν αντίστοιχη του επενδυμένου σε μετοχές κεφαλαίου απόδοση χρημάτων, με τη λήψη μερισμάτων αναλογικά και σύμμετρα μέχρι του ποσού του επενδυμένου κεφαλαίου, διαφορετικά θα τους απέδιδαν οι ίδιοι από τις ατομικές τους περιουσίες το παραπάνω επενδυμένο ποσό.

Τέτοια, όμως, συμφωνία, δεν αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία. Αναφορικά βεβαίως, με τη συμφωνία αυτή κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγόντων, Β. Α., Β. Γ., Α. Π. και Κ. Κ.. Μάλιστα ο δεύτερος από αυτούς, κατέθεσε ότι δέχθηκε και ο ίδιος πρόταση από τους εναγόμενους για τη συμμετοχή του στην εταιρία, με την καταβολή του ποσού των 90.000.000 δραχμών, το οποίο θα του επέστρεφαν εντός τεσσάρων ετών, με καταβολή κάθε χρόνο του ποσού των 22.500.000 δραχμών και ότι μετά την επιστροφή των 90.000.000 δραχμών, θα παρέμεναν στην κατοχή του οι μετοχές της εταιρίας, οι οποίες λόγω της φήμης των σημάτων ...

και ..., θα εξασφάλιζαν σίγουρες αποδόσεις, καθώς και ότι δεν υλοποιήθηκε η σχετική συμφωνία, λόγω της απουσίας του στην Αμερική, αλλά και επειδή θεώρησε, ότι οι όροι με τους οποίους οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τους ενάγοντες ήταν ευνοϊκότεροι από αυτούς, που πρότειναν στον ίδιο. Ωστόσο, μόνες οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, οι οποίες αναιρούνται από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, μη ενισχυόμενες από άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως έγγραφο, το οποίο ασφαλώς θα είχε συνταχθεί, όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές σε ανάλογες περιπτώσεις, ενόψει μάλιστα και της ως άνω ειδικής εγγυοδοτικής συμφωνίας και του σημαντικού ύψους του ποσού, για το οποίο φέρεται ότι εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι, δεν αρκούν για να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, σχετικά με την εγγυοδοτική σύμβαση.

Οι ενάγοντες βεβαίως, επικαλούνται ηθική αδυναμία για τη σύνταξη τέτοιου εγγράφου, για το λόγο, ότι ο τρίτος εναγόμενος ήταν σύζυγος της κόρης τους, ισχυρισμός που δεν κρίνεται βάσιμος, ενόψει του είδους της συμφωνίας αυτής και του σημαντικού ύψους του ποσού της, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αλλά και του γεγονότος, ότι η συμφωνία που επικαλούνται αφορούσε πέραν του συζύγου της θυγατέρας τους, τρίτου εναγόμενου, και τους αδελφούς του.

Αντίθετη κρίση, δεν προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες, από 19-1-2000 έγγραφο, με συντάκτη τον πρώτο εναγόμενο, Κ. Τ., που απευθύνεται στον άνω μάρτυρα Α. Π., με τον οποίο πράγματι υπήρξαν διαπραγματεύσεις για την απόκτηση μετοχών της εταιρίας. Στο έγγραφο αυτό, αναφέρονται επί λέξει, τα εξής: "1.

καταβολή από μέρους σου του ποσού των 90.000.000 δραχμών το Φεβρουάριο 2000 για την αγορά του 15% των μετοχών της εταιρίας 2. είσπραξη από μέρους σου συγκεκριμένων ετησίων ποσών σύμφωνα με το εξής χρονικό πρόγραμμα, 02/2001 22.500.000 δρχ, 02/2002 22.500.000 δρχ, 02/2003 22.500.000 δρχ, 02/2004 22.500.000 δρχ, αναλογική συμμετοχή στα αποτελέσματα της εταιρίας σύμφωνα με το μερίδιο των μετοχών (15%), που κατέχεις μετά το Φεβρουάριο 2004".

Από το παραπάνω, όμως, έγγραφο, που συντάχθηκε στα πλαίσια διαπραγματεύσεων μεταξύ του άνω μάρτυρα και των εναγομένων, για τη συμμετοχή του στην εταιρία με την αγορά ποσοστού 15% του μετοχικού κεφαλαίου, οι οποίες τελικά δεν καρποφόρησαν, ως ασύμφορες για τους εναγόμενους, δεν συνάγεται αναγκαία κατάρτιση εγγυοδοτικής σύμβασης, μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων και μάλιστα με το περιεχόμενο που αναφέρουν οι ενάγοντες.

Είναι βέβαια αληθές ότι οι εναγόμενοι προσδοκούσαν μεγάλα κέρδη από τη λειτουργία της άνω επιχείρησης της εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη, ότι αυτή θα εκμεταλλευόταν καφετέρια με τη χρήση του σήματος ..., σε ιδιαίτερα εμπορική περιοχή, στον Π. Α. (στο δαχτυλίδι της ….), πλησίον του τότε λειτουργούντος συγκροτήματος κινηματογράφων ..., ενώ αναμενόταν η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, στην Αθήνα, γεγονός που θεωρούσαν ότι θα αύξανε ακόμη περισσότερο την εμπορική κίνηση της περιοχής.

Τις προσδοκίες τους μάλιστα για υψηλές αποδόσεις, συζήτησαν με τους ενάγοντες, από τους οποίους ο πρώτος αυτός είναι έμπειρος επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος επί πολλά έτη στο χώρο της παροχής υπηρεσιών εστίασης, οι οποίοι και τις ενστερνίστηκαν, θεωρώντας, ότι η επιχείρηση θα τους απέφερε κέρδη, αιτία για την οποία και δέχθηκαν να συμμετέχουν στην εταιρία.

Οι προσδοκίες βεβαίως αυτές διαψεύστηκαν, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, η εταιρία δεν είχε τα αναμενόμενα κέρδη, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε, ότι την κάλυψη των προσδοκιών αυτών των εναγόντων, ανέλαβαν οι εναγόμενοι με την επικαλούμενη εγγυοδοτική σύμβαση." Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που παραπονούνταν για την κατ' ουσίαν απόρριψη του ανωτέρω αιτήματός τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση αυτού.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αναφορικά με την έννοια και τον άτυπο χαρακτήρα της εγγυοδοτικής σύμβασης. Η διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αιτίαση ότι απαίτησε για την κατάρτιση της (εξιστορούμενης από τους ενάγοντες για τη θεμελίωση του αποζημιωτικού αιτήματός τους) εγγυοδοτικής συμβάσεως τον έγγραφο τύπο, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και γι' αυτό είναι αβάσιμη.

Η εμπεριεχόμενη στα αποδεικτικά επιχειρήματα του Εφετείου αναφορά ότι για μια τέτοια συμφωνία, για την οποία -ενόψει και του οικονομικού μεγέθους και της σπουδαιότητας αυτής- θα έπρεπε να έχει καταρτισθεί εγγράφως, "όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές σε ανάλογες περιπτώσεις", δεν έχει την έννοια ότι το Εφετείο παρά το νόμο αξίωσε τον έγγραφο τύπο για μία άτυπη σύμβαση.

Απλά γίνεται χρήση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το αν καταρτίστηκε ή όχι η επικαλούμενη σύμβαση. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση για παραβίαση των ορισμών του άρθρου 394 παρ. 1 β ΚΠολΔ (για το επιτρεπτό της εμμάρτυρης απόδειξης), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά της ως λόγος από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτη γιατί ο κανόνας του άρθρου 394 ΚΠολΔ είναι καθαρά δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1483/2009), ενώ ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται Εφετείο, διότι με βάση το επικαλούμενο αποδεικτικό υλικό (ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα) έπρεπε να οδηγηθεί στο καταφατικό αποδεικτικό συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε η εν λόγω εγγυοδοτική σύμβαση. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Ομοίως, και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, αν και από το περιεχόμενο του από 19.1.2000 εγγράφου, που συνέταξε ο Κ. Τ. (πρώτος εναγόμενος και αναιρεσίβλητος) και απηύθυνε προς το μη διάδικο Α. Π., προέκυπτε ότι μεταξύ αυτών συνήφθη εγγυοδοτική σύμβαση, παρά ταύτα οδηγήθηκε στο εσφαλμένο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι εξ αυτού "δεν συνάγεται αναγκαία κατάρτιση εγγυοδοτικής σύμβασης, μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων και μάλιστα με το περιεχόμενο που αναφέρουν οι ενάγοντες", είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (του άρθρου 361 ΑΚ), πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το αν καταρτίσθηκε πράγματι η ένδικη εγγυοδοτική σύμβαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές, αναφορικά με το πόρισμά του ότι δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η προβαλλόμενη από του ενάγοντες εγγυοδοτική σύμβαση, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 361 ΑΚ.

Γι' αυτό είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Δεν δημιουργεί αντίφαση η αναφορά ότι, αν και η εγγυοδοτική σύμβαση είναι κατά κανόνα άτυπη σύμβαση, το Εφετείο έκρινε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση για μια τέτοια συμφωνία, ενόψει και του οικονομικού μεγέθους και της σπουδαιότητας αυτής, θα έπρεπε να έχει καταρτισθεί εγγράφως, "όπως συνηθίζεται στις εμπορικές συναλλαγές σε ανάλογες περιπτώσεις", και ακολούθως -με βάση τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο- οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι δεν καταρτίστηκε η προβαλλόμενη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, αφού και σε περίπτωση άτυπης σύμβασης το δικαστήριο για τον ουσιαστικό έλεγχο της κατάρτισής της μπορεί να οδηγηθεί συμπερασματικά σε αρνητικό πόρισμα από τη μη έγγραφη κατάρτισή της αν αυτό είναι το συνήθως συμβαίνον στις εμπορικές συναλλαγές.

Επίσης, δεν δημιουργεί αντίφαση και η παραδοχή του Εφετείου ότι οι ενάγοντες δέχθηκαν να αγοράσουν τις μετοχές με την προσδοκία μεγάλων κερδών, αφού μία τέτοια προσδοκία δεν οδηγεί υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι η αγορά των μετοχών θα συνδέονταν παράλληλα και με την κατάρτιση εγγυοδοτικής σύμβασης για την απόδοσή τους.

Τέλος, το πόρισμα της πληττόμενης απόφασης ως προς τη μη κατάρτιση μίας τέτοιας συμβάσεως είναι σαφές και δεν περιέχει ελλείψεις.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ Α) ΑΠΟ 17.10.2016 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΩΝ Κ.Ν. Τ. ΚΑΙ Α. Τ. 22.10.2017 ΚΑΙ Β) ΑΠΟ 22.10.2017 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ Δ. Τ. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 17.12.2007 αγωγή τους, που επισκοπείται παραδεκτά, για τη θεμελίωση του αιτήματός τους περί της αναγνωρίσεως υποχρεώσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να τους πληρώσουν ισόποση αποζημίωση λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης για το μη επενδυθέν μέρος της χρηματοδοτήσεώς τους (50.000.0000 δρχ.), ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα:

Οι εναγόμενοι έχουν ιδρύσει σειρά εταιριών, που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο της αλυσίδας καφετεριών και ζαχαροπλαστείων ... και εστιατορίων .... Μία των εταιριών αυτών είναι η ανώνυμη εταιρία, "...", η οποία εκμεταλλεύεται ζαχαρο¬πλαστείο - καφετέρια, με την επωνυμία .... Το Μάρτιο του έτους 1999, οι εναγόμενοι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν κατεπείγουσες οικονομικές ανάγκες, αναφορικά με τις επενδύσεις τους, μέσω των εταιριών τους, μεταξύ των οποίων η ανοικοδόμηση κτιρίου της άνω ανώνυμης εταιρίας, απευθύνθηκαν σε τρίτα πρόσωπα για χρηματοδότηση, αλλά και στους ίδιους τους ενάγοντες, λόγω της συγγενικής τους σχέσης με τον τρίτο αυτών, σύζυγο της θυγατέρας τους, των φιλικών σχέσεων που διατηρούσαν, αλλά και της επιτυχημένης επιχειρηματικής δραστηριότητας του πρώτου.

Κατόπιν σχετικών συζητήσεων οι ενάγοντες δέχθηκαν να καταβάλουν σε όλους τους εναγομένους από κοινού το ποσό των 95.000.000 δραχμών (278.796,77 ευρώ) με την προφορική συμφωνία ότι το ποσό αυτό θα τους επιστρεφόταν εντός τεσσάρων ετών από το χρόνο της πλήρους καταβολής του. Ειδικότερα συμφώνησαν ότι η απόδοση του ποσού αυτού θα γινόταν μέσα στο χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών και θα συντελούνταν με την παράδοση ίσης αξίας μετοχών της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας ή άλλων εταιριών που θα ίδρυαν οι εναγόμενοι, ενταγμένες στο δίκτυο ...

και .... Η απόκτηση των μετοχών αυτών θα γινόταν είτε παράγωγα μέσω μεταβίβασης μετοχών της άνω εταιρίας από τους εναγόμενους, είτε πρωτογενώς με τη συμμετοχή των εναγόντων σε αυξήσεις κεφαλαίου της ίδιας εταιρίας ή άλλων εταιριών των εναγομένων. Σε εκτέλεση της συμφωνίας, οι ενάγοντες κατέβαλαν σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-1990 μέχρι 7-1-2000 στους εναγόμενους από κοινού το συμφωνηθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών.

Στις 24 Ιουνίου 1999, και ενώ το μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας (...) ανερχόταν στο ποσό των 90.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 9.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία, καθένας από αυτούς (ενάγοντες) αγόρασε από καθένα των εναγομένων από 375 μετοχές, ήτοι 1.125 μετοχές καθένας, αξίας 10.000 δραχμών καθεμία και συνολικά αγόρασαν 2.250 μετοχές, με συνολικό τίμημα 22.500.000 δραχμών ή 66.030,81 ευρώ, το οποίο στα πλαίσια της άνω συμφωνίας με τους εναγόμενους, αφαιρέθηκε από το χορηγηθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών ή 278.796,77 ευρώ.

Στη συνέχεια, μετά από διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας αυτής, οι ενάγοντες απέκτησαν και την κυριότητα άλλων μετοχών συνολικής αξίας 22.500.000 ευρώ, το οποίο στα πλαίσια της άνω συμφωνίας αφαιρέθηκε από το χορηγηθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών ή 278.796,77 ευρώ. Επομένως, απέμενε προς επένδυση (αδιάθετο) ποσό 50.000.000 δρχ.

ή 146.735,14 ευρώ, για το οποίο δεν έλαβαν αντίστοιχες μετοχές ούτε τους επιστράφηκε, με αποτέλεσμα να υποστούν ισόποση ζημία από τη μη τήρηση της μεταξύ τους συμβάσεως. Ζήτησαν δε οι ενάγοντες, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον καθένα 73.367,57 ευρώ και συνολικά 146.735,14 ευρώ, το οποίο δεν επενδύθηκε ούτε αποδόθηκε σ' αυτούς, με το νόμιμο τόκο από 7-1-2004, οπότε όφειλαν την απόδοση των πιο πάνω ποσών, άλλως από 24-10-2005, οπότε όχλησαν τους εναγόμενους, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Το αίτημα αυτό της ένδικης αγωγής, που κατά την ανωτέρω κύρια θεμελίωσή του στηρίζεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη (οι λοιπές βάσεις περί αδικοπραξίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού απορρίφθηκαν από το Εφετείο), είναι διατυπωμένο με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όπως αξιώνουν τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι προσδιορίζονται στην ιστορική του βάση όλα τα αναγκαία στοιχεία για το περιεχόμενο της ένδικης συμφωνίας, που φέρει το χαρακτήρα μίας αμιγούς ενοχικής συμβάσεως μη τυποποιημένης αλλά ιδιώνυμης, διαμορφωμένης στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης κατά το άρθρο 361 ΑΚ.

Ειδικότερα, αναφέρονται το περιεχόμενο της συμβάσεως σχετικά με το καταβληθέν από τους ενάγοντες, σε όλους τους εναγόμενους από κοινού, ποσό 95.000.000 δρχ. ή 278.796,77 ευρώ, καθώς και το ορισθέν αντάλλαγμά του συνιστάμενο στην υποχρέωση παραδόσεως μετοχών ίσης αξίας, η εν τέλει επένδυση μέρους μόνον του ποσού με την αγορά από τους ενάγοντες μετοχών της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας και τη συμμετοχή τους σε αυξήσεις κεφαλαίου της ίδιας, καθώς και η παραβίαση της συμβάσεως για το μη επενδυθέν ποσό 146.735,14 ευρώ, για το οποίο αξιώνεται η ένδικη ισόποση αποζημίωση.

Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε ορισμένη την αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σφάλμα της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου λόγω αοριστίας και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως του (τρίτου αναιρεσιβλήτου) Δ.

Τ. με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατά το επόμενο δε άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του προηγούμενου, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου (καταδυναστευτική) ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου (αισχροκερδής) και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Ως ελευθερία (για την περίπτωση της καταδυναστευτικής δικαιοπραξίας) νοείται κάθε δικαίωμα και ευχέρεια, η οποία αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη ή έστω ασκείται νομίμως εντός αυτής π.χ. ευχέρεια επιλογής κατοικίας, ατομικά δικαιώματα κ.λπ. Ως δέσμευση νοείται τόσο ο αποκλεισμός, όσο και ο κάθε είδους περιορισμός της νόμιμης άσκησης της ελευθερίας, πρέπει όμως να είναι υπέρμετρη (υπερβολική) διότι μέτρια δέσμευση δεν αρκεί.

Το υπέρμετρο κρίνεται ενόψει όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων. Ειδικότερα, ανήθικες δικαιοπραξίες κατά την ανωτέρω έννοια είναι αυτές που αποσκοπούν στον καταναγκασμό του προσώπου σε πράξεις, στις οποίες πρέπει να προβεί ελεύθερα ή σε παράλειψη καθήκοντος που του επιτάσσεται από το νόμο ή την κοινωνική ηθική.

Ενδεικτικά αναφέρονται αυτές που δεσμεύουν υπέρμετρα την ελευθερία του προσώπου, ή τον δεσμεύουν εκεί όπου πρέπει να μείνει αδέσμευτος. Ως χαρακτηριστικές υπέρμετρης δέσμευσης παρατίθενται οι δικαιοπραξίες, με τις οποίες δεσμεύεται το δικαίωμα επί της εαυτού σωματικής ακεραιότητας, υγείας, ζωής, τιμής, το δικαίωμα επί του ονόματος ή της προσωπικότητας, η υπόσχεση μεταβολής ή μη κατοικίας, οι απαγορεύσεις ασκήσεως επαγγέλματος ή ανταγωνισμού.

Επίσης και οι δικαιοπραξίες το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται η ατομική ελευθερία της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας και το δικαίωμα στην εργασία. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη απαιτείται αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν κατά το χρόνο της συνομολόγησης τους κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών να γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες.

Έτσι, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής (καταπλεονεκτική), απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία, ήτοι: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ` αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο.

Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΠ 2139/2013, ΑΠ 834/2011). Εξάλλου, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 797/2010).

Εν προκειμένω, ο τρίτος εναγόμενος Δ. Τ. και ήδη αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, αν και παραδεκτά πρόβαλε κατά της ένδικης αγωγής επικουρικά την ένσταση ακυρότητας της συμβάσεως (για την παράβαση της οποίας αξιώνεται αποζημίωση) κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή.

Από την επισκόπηση των από 18.12.2014 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της ανωτέρω ενστάσεως (την οποία επιγράφει ως ένσταση περί καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 178-179 ΑΚ) ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι με το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης, όπως αυτό εκτίθεται στον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, δεσμεύεται υπέρμετρα η ελευθερία του προσώπου του διότι με βάση τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου δεν μπορεί να νοηθεί ότι αυτός και οι αδελφοί του ανέλαβαν την υποχρέωση να αποκτήσουν οι ενάγοντες μετοχές συνολικής αξίας 95.000.000 δραχμών, αφού δεν προσδιορίζεται η πραγματική ή η εμπορική αξία αυτή των μετοχών που θα έπρεπε να μεταβιβασθούν προς αυτούς ή να αποκτήσουν αυτοί πρωτότυπα μέσω των αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας τους.

Ότι δεν είναι δυνατό μια εταιρία ή οι εταίροι της να "εξαναγκαστούν" εκ των προτέρων να προβούν σε μελλοντικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, στις οποίες τάχα θα χρησιμοποιούνται τα χρήματα αυτά για να αποκτήσουν συμμετοχή οι ενάγοντες. Ότι λόγω και της επικαλούμενης από τους ενάγοντες εγγυοδοτικής σύμβασης, κατά την οποία, εάν εντός τετραετίας δεν υπήρχαν οι αποδόσεις αυτές από τις μετοχές τους, θα είχαν την υποχρέωση να τους αποδώσουν το συνολικό ποσό των 95.000.000 δρχ., η ένδικη σύμβαση είναι προφανώς άκυρη ως καταπλεονεκτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη στο σύνολό της.

Η ένσταση όμως αυτή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη διότι, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι γίνεται επίκληση καταδυναστευτικής δικαιοπραξίας, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, από τους εκτιθέμενους όρους της επίμαχης σύμβασης δεν συνάγεται ότι αυτοί αποσκοπούσαν στον καταναγκασμό του αναιρεσείοντος και των αδελφών του σε πράξεις, στις οποίες έπρεπε να προβούν ελεύθερα ή σε παράλειψη καθήκοντος επιτασσόμενο από το νόμο ή την κοινωνική ηθική.

Επίσης, το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβατικών δεσμεύσεων (πέραν του ότι η αναφορά της εγγυοδοτικής σύμβασης γίνεται χωρίς έννομο συμφέρον αφού κρίθηκε ότι δεν συνομολογήθηκε τέτοια σύμβαση) συνιστά σύνηθες περιεχόμενο συμβάσεως με προσυμφωνημένες αποζημιωτικές συνέπειες για τη μη τήρηση της αναληφθείσας εν προκειμένω ενοχικής υποχρεώσεως να αποκτήσουν οι ενάγοντες μετοχές ίσης -με το καταβληθέν απ' αυτούς ποσό- χρηματικής αξίας.

Ούτε, τέλος, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνονται η ατομική ελευθερία της συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας και το δικαίωμα στην εργασία. Αν πάλι ήθελε εκτιμηθεί ότι με την ελεγχόμενη ένσταση γίνεται επίκληση αισχροκερδούς (καταπλεονεκτικής) δικαιοπραξίας, επίσης δεν είναι νόμιμη, αφού για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά τρία στοιχεία, ήτοι:

α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ` αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλόμενου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο. Ο αναιρεσείων όμως δεν επικαλείται τέτοιες προϋποθέσεις, περιοριζόμενος μόνο στον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως καταπλεονεκτικής.

Εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) δεν είναι νόμιμος, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατά τα προαναφερόμενα δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, έστω και αν δεν ερευνήθηκε, με αποτέλεσμα η ελεγχόμενη αιτίαση να είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με το σωρευόμενο στην από 17.12.2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων Δ.

Κ. και Α. Κ. αίτημα περί της αναγνωρίσεως υποχρεώσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να τους πληρώσουν ισόποση αποζημίωση λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης για το μη επενδυθέν μέρος της χρηματοδοτήσεώς τους (50.000.0000 δρχ.), δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλην των ανωτέρω και τα ακόλουθα: "Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, οι εναγόμενοι από το αρχικά χορηγηθέν από τους ενάγοντες ποσό των 95.000.000 δραχμών, επένδυσαν το ποσό των 45.000.000 δραχμών στην αγορά μετοχών και αυξήσεις κεφαλαίου της άνω εταιρίας, απέμεινε δε υπόλοιπο 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, το οποίο ουδέποτε επενδύθηκε σε μετοχές της εταιρίας ή αύξηση κεφαλαίου, ούτε αποδόθηκε στους ενάγοντες, παρά την όχλησή τους από αυτούς, με την παραπάνω από 24-10-2005 εξώδικη, που επιδόθηκε στους εναγόμενους την ίδια ημέρα...

Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, ισχυρίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ήδη με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, ότι το άνω ποσό, ύψους 95.000.000 δραχμών, το οποίο πράγματι έλαβαν από τους ενάγοντες, αποτέλεσε το πραγματικό τίμημα για τη μεταβίβαση σ' αυτούς (ενάγοντες) των 2.250 ονομαστικών μετοχών, με την άνω με αριθμό ...9/1999 συμβολαιογραφική πράξη, ότι το ποσό αυτό, στο οποίο συνομολογήθηκε το τίμημα, αντιστοιχούσε στο 25% του κόστους της ολοκληρωμένης επένδυσης της επιχείρησης, ανερχόμενης κατά το χρόνο της μεταβίβασης στο ποσό των 345.380.044 δραχμών και μετά από συνυπολογισμό της δαπάνης αποπεράτωσης του ορόφου του κτιρίου, στο οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση της εταιρίας, ποσού 110.000.000 δραχμών, στο ποσό των 446.000.000 δραχμών περίπου, καθώς και ότι το αναγραφέν στην πράξη αυτή ποσό τιμήματος των 22.500.000 δραχμών, αναγράφηκε για φορολογικούς λόγους, προκειμένου να μην πληρώσουν το φόρο μεταβίβασης των μετοχών στην πραγματική αξία του συμφωνημένου τιμήματος.

Στο κόστος δε της ολοκληρωμένης επένδυσης, με βάση την οποία προσδιορίζουν το τίμημα για την αγορά του 25% των μετοχών, συμπεριλαμβάνουν έξοδα εγκαταστάσεως της επιχείρησης, κτίρια και τεχνικά έργα, μεταφορικά μέσα, έπιπλα και λοιπό εξοπλισμό και εγγυήσεις, πλέον leasing μέσω της Eurobank, ενώ όσον αφορά τη χρηματοδότηση της επένδυσης, αναφέρουν ότι έγινε με το μετοχικό κεφάλαιο, ποσού 90.000.000 δραχμών, και δύο δάνεια συνολικού ποσού 210.000.000 δραχμών, πλέον leasing, ποσού 74.940.318 δραχμών, για τον εξοπλισμό του καταστήματος.

Αντίστοιχους δε με τους παραπάνω ισχυρισμούς, προβάλλει και ο τρίτος εναγόμενος με την από 28-3-2013 έφεσή του και τις προτάσεις του στο παρόν Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί των εναγομένων, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρές τους, Α. Δ. και Τ. Δ., λογιστές της εταιρίας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος Δικαστηρίου, αντίστοιχα και Κ.

Τ., Α. Μ., Ν. Δ. και Ι. Τ., στις άνω με αριθμούς, …0, …1, …2/2010 και …0/2014 ένορκες βεβαιώσεις, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών αναιρούνται από τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων των εναγόντων σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα έγγραφα. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η πώληση των άνω μετοχών έλαβε χώρα, όταν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας ανερχόταν στο ποσό των 90.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 9.000 ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών καθεμία και ενώ η εταιρία βρισκόταν στο αρχικό στάδιο της λειτουργίας της, χωρίς μέχρι τότε να έχει πραγματοποιήσει κέρδη, όπως, άλλωστε, τούτο δηλώθηκε στην πράξη μεταβίβασης των μετοχών.

Έτσι, η ονομαστική αξία της μετοχής της εταιρίας, ποσού 10.000 δραχμών κατά την άνω μεταβίβαση, που δεν απείχε ιδιαίτερα χρονικά από τη σύσταση της εταιρίας, η οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε πραγματοποιήσει κέρδη, δεν αποδείχθηκε ότι διαφοροποιούταν της πραγματικής-αγοραίας αξίας της μετοχής, ανερχόμενη μάλιστα στο ποσό των (95.000.000 δραχμές:2250 μετοχές) 42.222,22 δραχμών ανά μετοχή, ήτοι τέσσερις και πλέον φορές μεγαλύτερο της ονομαστικής αξίας της μετοχής.

Το τίμημα, άλλωστε, της πώλησης των μετοχών με την άνω αξία, συνομολογήθηκε ως δίκαιο, εύλογο και ανάλογο μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ανταποκρινόμενο στην αγοραία αξία αυτών. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες συμμετείχαν στις προαναφερθείσες δύο αυξήσεις κεφαλαίου της εταιρίας, που έλαβαν χώρα στις 20-3-2000 και 23-11-2000, από τις οποίες έλαβαν μετοχές αξίας 22.500.000 δραχμών, όπως ήδη εκτέθηκε, χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό, πέραν του αρχικά καταβληθέντος, από το οποίο και καλύφθηκε η συμμετοχή τους, από τους εναγόμενους.

Έτσι, αν πράγματι το αρχικά καταβληθέν ποσό των 95.000.000 δραχμών, είχε αναλωθεί για την αγορά των πρώτων 2.250 μετοχών, οι εναγόμενοι θα αξίωναν από τους ενάγοντες την καταβολή του ποσού των 22.500.000 δραχμών, αντίστοιχου της συμμετοχής τους στις αυξήσεις, το οποίο, όμως, ουδέποτε αξίωσαν. Περαιτέρω, οι ενάγοντες, με την από 20-22-2002 σύμβαση ενεχύρασης μετοχών, συνέστησαν ενέχυρο επί των αρχικά αποκτηθέντων από αυτούς 2.250 μετοχών υπέρ της Τράπεζας "..." για την εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας από δάνειο, ύψους 90.000.000 δραχμών προς την άνω εταιρία, αναφέροντας στη σύμβαση, την αξία εκάστης μετοχής, ως 29,35 ευρώ (10.000 δραχμές), ήτοι αντίστοιχη με αυτή κατά την απόκτησή τους (10.000 δραχμές ή 29,35 ευρώ, ανά μετοχή).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί, ότι μεταγενέστερα, το Δεκέμβριο του έτους 2007, όταν ο τρίτος εναγόμενος Δ. Τ., πώλησε στους λοιπούς εναγόμενους, αδελφούς του, τις 2.250 ονομαστικές μετοχές του, έλαβε ως τίμημα, ποσό 24.679 ευρώ, από καθένα και συνολικά 49.358 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 21,76 ευρώ ανά μετοχή, το οποίο συνομολογήθηκε δίκαιο και εύλογο, ανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία των μετοχών, ήτοι ποσό μικρότερο από αυτό που αγόρασαν οι ενάγοντες τις μετοχές.

Εξάλλου, αληθινού υποτιθέμενου του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι η πραγματική αξία των 2.250 ονομαστικών μετοχών, που μεταβιβάστηκαν στους ενάγοντες και αντιπροσώπευαν ποσοστό 25% του μετοχικού κεφαλαίου, ανερχόταν και συμφωνήθηκε κατά το χρόνο της μεταβίβασης, στο ποσό των 95.000.000 δραχμών, τότε το ποσό αυτό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι για το 25% του μετοχικού κεφαλαίου, φέρεται να υπερβαίνει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης των μετοχών, ανερχόταν σε 90.000.000 δραχμές.

Περαιτέρω, στο άνω κόστος της ολοκληρωμένης επένδυσης, στο οποίο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι υπολογίστηκε το τίμημα της μεταβίβασης των μετοχών, οι τελευταίοι συμπεριλαμβάνουν το leasing μέσω της Eurobank, ποσού 74.940.318 δραχμών, που αφορούσε έπιπλα και μηχανολογικό εξοπλισμό της επιχείρησης, το οποίο δεν είχε καταβληθεί, αλλά θα καταβάλλονταν κατά τη διάρκεια της σύμβασης, από τα έσοδα της επιχείρησης, ενώ η χρηματοδότηση της επένδυσης καλύφθηκε και από δύο μακροπρόθεσμα δάνεια, διάρκειας πέντε ετών, που είχαν συναφθεί από την εταιρία με την τραπεζική εταιρία, Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, ποσών 120.000.000 δραχμών και 90.000.000 δραχμών και συνολικά 210.000.000 δραχμών, τα οποία, ομοίως, δεν είχαν αποπληρωθεί και θα καταβάλλονταν από τα έσοδα αυτής, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της, με επιβάρυνση των κερδών των μετόχων, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες.

Μάλιστα για την εξασφάλιση του ενός από τα άνω δάνεια, ποσού 90.000.000 δραχμών, οι τελευταίοι παραχώρησαν προς τη δανείστρια Τράπεζα, δικαίωμα ενεχύρου επί των μετοχών τους, δυνάμει της προαναφερθείσας από 20-12-2002 σύμβασης ενεχύρασης μετοχών... Κατόπιν αυτών, οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες το άνω ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 146.735, 14 ευρώ κατά το ήμισυ σε καθένα, ήτοι ποσό 73.367,57 ευρώ σε καθένα, το οποίο δεν επενδύθηκε κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, ούτε και αποδόθηκε σ' αυτούς, παρά τις οχλήσεις τους.

Το παραπάνω δε ποσό οφείλουν όλοι οι εναγόμενοι διαιρετά και κατ' ίσα μέρη ο καθένας, ήτοι ποσό 24.455,85 ευρώ, καθένας, με το νόμιμο τόκο από 24-10-2005, οπότε οχλήθηκαν για την καταβολή του. Οι διαλαμβανόμενοι στον πρώτο λόγο της από 26-3-2013 έφεσης ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι δεν οφείλουν το πιο πάνω ποσό των 50.000.000 δραχμών (146.735,14 ευρώ) στους ενάγοντες, με το επιχείρημα, ότι αν πράγματι όφειλαν το ποσό αυτό, οι ενάγοντες δεν θα κατέβαλαν το ποσό των 39.622,50 ευρώ για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, κατά τη συνέλευση της 16-7-2009, αλλά θα αξίωναν την καταβολή μέρους αυτού από τους εναγόμενους, για λογαριασμό τους (εναγόντων) για την συμμετοχή τους στην εν λόγω αύξηση, δεν κρίνονται βάσιμοι, καθόσον οι ενάγοντες προέβησαν στην άνω καταβολή, προκειμένου να διατηρήσουν την ίδια ποσοστιαία αναλογία, στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, αφού μετά τις διενέξεις και εντάσεις στις σχέσεις τους, δεν προσδοκούσαν ότι οι τελευταίοι θα κατέβαλαν το ποσό της συμμετοχής τους στην αύξηση του κεφαλαίου, για λογαριασμό τους..." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε όλους τους λόγους της εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Κ.

και Α. Τ., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ενώ έκανε δεκτή την αγωγή και ως προς τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δ. Τ., ως προς τον οποίο η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε λόγω της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό (άρθρο 528 ΚΠολΔ). Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγνώριση της υποχρεώσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλλουν στους ενάγοντες ισομερώς αποζημίωση 50.000.000 δρχ. (146.735,14 ευρώ), ίση με το υπόλοιπο χρηματικό ποσό που έλαβαν απ' αυτούς για την απόκτηση μετοχών, αφού το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι α) καταρτίσθηκε σύμβαση με βάση την οποία οι ενάγοντες χορήγησαν σε όλους τους εναγόμενους από κοινού ποσό των 95.000.000 δραχμών ή 278.796,77 ευρώ, β) προσδιορίζεται το ορισθέν αντάλλαγμα της χρηματοδοτήσεως αυτής, συνιστάμενο στην υποχρέωση απόδοσής της με μετοχές, γ) αναφέρεται η υλοποίηση (επένδυση) μέρους του καταβληθέντος ποσού με την αγορά από τους ενάγοντες μετοχών της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας και τη συμμετοχή τους αυξήσεις κεφαλαίου της ίδιας συνολικού ποσού 45.000.000 δρχ.

και τέλος δ) καταφάσκεται η ζημιογόνα παραβίαση της συμβάσεως για το μη επενδυθέν ποσό των 50.000.000 δρχ., που δικαιολογούσε την αναγνώριση της υποχρεώσεως των εναγομένων για ισόποση αποζημίωση. Επομένως ο πρώτος λόγος των αυτοτελών αιτήσεων αναιρέσεως των εναγομένων, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας ως προς τους όρους γενέσεως της αναγνωρισθείσας υποχρεώσεως προς αποζημίωση (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 393 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 14 § 5 του Ν. 2915/2001 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 38 ν. 3994/2011, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5900) ευρώ.

Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 § 2 περ. α` του ίδιου Κώδικα, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. Για την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης από έγγραφο απαιτείται αυτό να πιθανολογεί, δηλαδή να καθιστά πιθανό το αμφισβητούμενο γεγονός.

Τούτο συμβαίνει, όταν από το έγγραφο δεν αποδεικνύεται πλήρως το αμφισβητούμενο γεγονός, αλλά αναφέρονται σ' αυτό περιστατικά, από τα οποία με πιθανότητα μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για την ύπαρξη του αμφισβητούμενου γεγονότος. Πότε δε το έγγραφο καθιστά πιθανό το αποδεικτέο γεγονός είναι ζήτημα πραγματικό.

Αν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, κρίνει ότι υπάρχει πιθανολόγηση για το αποδεικτέο γεγονός, δέχεται τη συνδρομή της αρχής έγγραφης απόδειξης και επιτρέπει βάσει αυτής τη μαρτυρική απόδειξη. Όταν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης από επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο έγγραφο, το δικαστήριο επιτρέπει τη μαρτυρική απόδειξη και αν δεν προταθεί από το διάδικο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί αρχή έγγραφης απόδειξης, καθόσον η αναγκαιότητα της πρότασης αυτής δεν προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη ούτε και από άλλη διάταξη.

Η εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 393 και 394 έχει επιφυλαχθεί από τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδ. β` του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του νόμου 2915/2001 και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του ΚΠολΔ στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002, αλλά και όταν οι ίδιες υποθέσεις εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο κατ` άρθρο 524 § 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 230/2014, ΑΠ 847/2009).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο δέχθηκε ως επιτρεπόμενο το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης για την επίμαχη άτυπη σύμβαση που αναφέρεται ανωτέρω κρίνοντας τα ακόλουθα: "Για την άνω σύμβαση, που καταρτίστηκε άτυπα μεταξύ των διαδίκων, στα πλαίσια της οποίας καταβλήθηκε το ποσό 95.000.000 δραχμών και το περιεχόμενο της, κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων, Β.

Α., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και Β. Γ., Α. Π. και Κ. Κ., στις άνω, με αριθμούς …7, ..8, ..9/2009 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, οι οποίοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους ενάγοντες και επιπλέον ο τρίτος αυτών και επαγγελματικές σχέσεις. Η απόδειξη δε της σύμβασης με μάρτυρες είναι επιτρεπτή, καθόσον κρίνεται ότι υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων οι προσκομισθείσες με επίκληση, τέσσερις (4) τραπεζικές επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδόθηκαν από κοινό λογαριασμό των εναγόντων, σε διαταγή των εναγομένων και εισπράχθηκαν από τους τελευταίους, από τις οποίες προκύπτει η καταβολή του άνω ποσού από τους ενάγοντες στους εναγόμενους..., όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, με τους διαλαμβανόμενους στον τρίτο λόγο της από 26-3-2013 έφεσής τους, ισχυρισμούς, για τη μη δυνατότητα απόδειξης της επίδικης σύμβασης, ποσού μεγαλύτερου των 20.000 ευρώ, κατ' άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, με μάρτυρες, είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Επομένως, το Εφετείο με το να δεχθεί το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως για την απόδειξη της άτυπης ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, λόγω ύπαρξης αρχής έγγραφης απόδειξης, δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως του Δ.

Τ. είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας ενός κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης. Επομένως αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1662/2010).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες Κ. Τ. και Α. Τ. με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς τους προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον κανόνα του άρθρου 361 του ΑΚ.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι εξ αιτίας παραβιάσεως της ένδικης σύμβασης οφείλουν αποζημίωση στους ενάγοντες για το ποσό των 50.000.000 δρχ. που δεν υλοποιήθηκε η επένδυσή του σε μετοχές, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα γενόμενα δεκτά γεγονότα και δη ότι οι ενάγοντες έσπευσαν και τους κατέβαλαν 39.622,50 ευρώ για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας τους της 16.7.2009 σημαίνουν το αντίθετο, δηλαδή ότι καμία οφειλή αυτών (των εναγομένων) δεν υπήρχε γιατί, αν υπήρχε, οι ενάγοντες δεν θα πραγματοποιούσαν την ανωτέρω καταβολή τη στιγμή που είχαν λαμβάνειν απ' αυτούς 50.000.000 δρχ.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, όπως από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το ουσιαστικό ζήτημα αν οι εναγόμενου όφειλαν ή όχι την ένδικη αποζημίωση και όχι στην ερμηνεία του κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων.

Σύμφωνα δε με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης.

Κατόπιν τούτων, οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων σε βάρος των αναιρεσειόντων κάθε αιτήσεως λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων για την άσκηση των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.10.2016 αίτηση των Δ. Κ. και Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2870/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων Κ. Τ., Α. Τ. και Δ. Τ., επιμεριζόμενα μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.10.2016 αίτηση των Κ. Τ., Α. Τ. και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2870/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων Δ. Κ. και Α. Κ., επιμεριζόμενα μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.10.2016 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2870/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων Δ. Κ. και Α. Κ., επιμεριζόμενα μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ