Legislator Case Law & Legislation
1370/2017 AI generated

1370/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1370/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι ''οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας''.

Legislator headnote

AI generated

1370/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Keywords

AI generated
economic hardship renovation costs changed financial circumstances expropriation costs lack of economic substance extortion of excessive official fees
AI generated
12/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2014 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εκδόθηκε η 1/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2016 αίτησή της.
1184/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
961/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14831/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2717/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2003 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 34/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 31/3/2005 κλήση του αναιρεσίβλητου.
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
1047/2011
Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, Της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1370/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. (E.) Ν. (D.) του Α. (A.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μπαμπάνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Ζ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Ά. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γιαννάκη Ιωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 22/10/2008 ανακοίνωση δίκης και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 19/1/2009 ανακοίνωση δίκης και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/3/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 13/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι ''οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας''.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αλλά και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1εδ. γ` του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και ''στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει'' και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας.

Αποτελεί δε αυτή την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2015).

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι αναγκαία κατά νόμο για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντιστρόφως παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ 1179/2014).

2. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα για την έρευνα των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων Ε. Ν. προσελήφθη από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Δ.

Ζ. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να εργασθεί ως οικοδόμος (βοηθός τεχνίτη) στην ατομική επιχείρηση του τελευταίου, που έχει ως αντικείμενο πάσης φύσεως οικοδομικές εργασίες. Ότι στις 29-8-2006, στην πολυόροφη οικοδομή που ανήγειρε ο πρώτος εναγόμενος στα Γρεβενά, στην οδό ... αρ. …, διενεργούντο εργασίες σκυροδέτησης των θεμελίων της ανωτέρω οικοδομής, στις οποίες απασχολείτο και ο ενάγων.

Ότι περί ώρα 17.00' της ανωτέρω ημερομηνίας έφθασε στο εργοτάξιο το φορτηγό μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος (βαρέλα) και το μηχάνημα άντλησης έτοιμου σκυροδέματος (πρέσα), το οποίο χειριζόταν ο Θ. Γ., ενώ οι εργαζόμενοι οικοδόμοι είχαν προετοιμασθεί λαμβάνοντας τις κατάλληλες θέσεις, ώστε να διενεργήσουν με επιτυχία την έγχυση έτοιμου σκυροδέματος στα καλούπια των πέδιλων της οικοδομής.

Ότι στον ενάγοντα ανατέθηκε, μετά την έκχυση του σκυροδέματος, η ισομερής κατανομή του σκυροδέματος στα καλούπια, ώστε να απομακρύνονται οι φυσαλίδες αέρα και να μην υπάρχουν κενά στη δομή του υλικού. Ότι προς το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσε έναν δονητή, ώστε να συμπιέζει το σκυρόδεμα και να ομογενοποιείται αμέσως μετά την έκχυση αυτού από τον οικοδόμο που χειριζόταν την αντλία σκυροδέματος, κρατώντας την απόληξη του τελικού εύκαμπτου σωλήνα της αντλίας.

Ότι, κατά τη διαδικασία αυτή, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, αφού είχε ήδη μεταγγισθεί στα καλούπια το περιεχόμενο δύο φορτηγών, μεσολάβησε διακοπή των εργασιών για λίγο, προκειμένου να εφοδιασθούν τα φορτηγά με νέες ποσότητες σκυροδέματος. Μετά από 20-30 λεπτά της ώρας επέστρεψε το φορτηγό και επαναλήφθηκε η διαδικασία της θεμελίωσης με τον ίδιο τρόπο.

Όμως, λόγω της ως άνω διακοπής και της υψηλής θερμοκρασίας που σημειώθηκε εκείνη την ημέρα, τα υπολείμματα του σκυροδέματος που απέμειναν στα τοιχώματα και στο στόμιο του σωλήνα της αντλίας έπηξαν, φράζοντας την οδό παροχέτευσης του σκυροδέματος. Όταν δε ο χειριστής της αντλίας έστειλε με την πρέσα νέα ποσότητα σκυροδέματος προς το τελευταίο καλούπι, διαπίστωσε ότι ο εύκαμπτος σωλήνας είχε φράξει και εμπόδιζε την έξοδο του σκυροδέματος.

Τότε ο χειριστής της αντλίας Θ. Γ., με το τηλεχειριστήριο, αύξησε την πίεση, προκειμένου να επιτύχει την έκχυση σκυροδέματος, με συνέπεια να διοχετευθεί στον εύκαμπτο σωλήνα της αντλίας μεγάλη ποσότητα σκυροδέματος, να πραγματοποιηθεί τελικά η απόφραξη του σωλήνα, αφού λόγω της πιέσεως που ασκήθηκε παρασύρθηκε το πηγμένο υλικό και εκτοξεύθηκε προς τα έξω μεγάλη ποσότητα σκυροδέματος με δύναμη, η οποία προκάλεσε την αιφνίδια και ισχυρή ταλάντωση του εύκαμπτου σωλήνα.

Ότι συνεπεία της βίαιης εκτόνωσης του σκυροδέματος και επειδή δεν λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης, ούτε ειδοποιήθηκαν οι εργαζόμενοι για τον ελλοχεύοντα κίνδυνο, ο Χ. Π., που κρατούσε και χειριζόταν τον εύκαμπτο σωλήνα, προκειμένου να κατευθύνει το σκυρόδεμα στο καλούπι του θεμελίου της οικοδομής, από τη βίαιη ώθηση αναγκάσθηκε να αφήσει το σωλήνα να ξεφύγει από το χέρι του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο χώμα.

Ότι την ίδια στιγμή, ο σωλήνας ταλαντεύθηκε βίαια στον αέρα και, επειδή δεν τον κρατούσε ο χειριστής του, επέπεσε με ορμή στο σώμα του ενάγοντος, ο οποίος λόγω της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας βρισκόταν στην επικίνδυνη περιοχή, με συνέπεια τη βίαιη απώθησή του και την εκτίναξη και εκσφενδόνισή του με δύναμη από το σημείο στο οποίο στεκόταν, την περιστροφή του και την πτώση του στο έδαφος.

Ότι το εν λόγω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, οι οποίοι δεν ήταν καν παρόντες στον τόπο του ατυχήματος κατά τον ανωτέρω χρόνο, όπως ειδικότερα εξειδικεύεται η υπαιτιότητα ενός εκάστου εξ αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι ο ενάγων, λόγω της βίαιης ώθησής του από τον ελαστικό σωλήνα της αντλίας σκυροδέματος και την πτώση του στο έδαφος, υπέστη συντριπτικό κάταγμα του Α5 σπονδύλου, με ενδομυελικό οίδημα έως το ύψος του Α2 σπονδύλου, συνεπεία βαρείας κακώσεως αυχενικής μοίρας και υπεβλήθη επειγόντως σε πρόσθια μικροχειρουργική αποσυμπίεση σωματεκτομή Α5 και σπονδυλοδεσία Α3-Α7.

Αυτός εμφάνιζε πλήρη τετραπληγία (αδυναμία εκτέλεσης οιασδήποτε κίνησης του κορμού ή των άκρων, αδυναμία στήριξης του κορμού σε καθιστή θέση, αναπνευστική ανεπάρκεια). Ότι οι νευρολογικές βλάβες που υπέστη, θεωρούνται μη αναστρέψιμες (πλήρη τετραπληγία εφ' όρου ζωής) και δεν υφίσταται πιθανότητα περαιτέρω νευροχειρουργικής παρέμβασης προς μερική έστω αποκατάσταση των βλαβών του.

Αυτός είχε, κατ' αρχήν, ανάγκη νοσηλείας σε Κέντρο Αποκατάστασης στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή με σκοπό την κατά το δυνατόν βελτίωση της ποιότητας ζωής του. Επίσης έχει ανάγκη διενέργειας συνεχών φυσιοθεραπειών επ' αόριστον και πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμας επί 24ωρο. Στην υπ' αριθμ. …/11-11-2006 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστού Ε.

Ζ. αναφέρεται ότι ο ενάγων νοσηλευόταν στις 10-11-2006 κλινήρης, τετραπληγικός, με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Στην ανωτέρω ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ακόμη, ότι από το πληροφοριακό σημείωμα της ΜΕΘ του Νοσοκομείου "…" της 31-10-2006 προκύπτει ότι είχε υποστεί τα εξής: συντριπτικό κάταγμα Α5 σπονδύλου, σπονδυλοδεσία Α3-Α7 σπονδύλων, τετραπληγία και οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια και ότι ο ενάγων νοσηλεύεται την ημέρα διενέργειας της εξετάσεως στη Β' Πνευμονολογική Κλινική του Νοσοκομείου "…", με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και τετραπληγία λόγω κατάγματος Α5 σπονδύλου, μετά από αναφερόμενο εργατικό ατύχημα με άγνωστο σήμερα το χρόνο νοσηλείας του.

Ότι, στη συνέχεια, στις 11-1-2007 ο ενάγων εξετάσθηκε από την πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ Γρεβενών, η οποία διέγνωσε κάταγμα Α5 σπονδύλου, σπονδυλοδεσία Α3-Α7, παραπληγία και γνωμάτευσε ότι χρήζει φυσιοθεραπειών από 1-1-2007 έως 31-12-2007, ενώ κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 100% και του χορηγήθηκε πλήρης σύνταξη βαρειάς αναπηρίας από εργατικό ατύχημα από 11-2-2007 μέχρι 28-2-2010.

Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο ότι ο ενάγων είναι μόνιμος κάτοικος …, δεν μπορεί να εργασθεί και να συμμετάσχει στις στοιχειώδεις κοινωνικές δραστηριότητες συνεπεία του τραυματισμού του, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 29 ετών (γεννήθηκε στις 18-1-1977) και έχει σύζυγο και τρία ανήλικα τέκνα, τον Κ., που γεννήθηκε στο … Αλβανίας στις 31-1-2000, τον Α., που γεννήθηκε στο … Αλβανίας στις 9-12-2001 και την Σ., που γεννήθηκε στην Ελλάδα την 1-5-2006 και εκτός της συντάξεως αναπηρίας, η οποία του χορηγήθηκε από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ποσού 556,79 ευρώ, δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα, γιατί η σύζυγός του δεν εργάζεται.

Ότι με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, αυτός δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον σοβαρό τραυματισμό του στο εν λόγω εργατικό ατύχημα. Λαμβανομένων δε υπόψη: 1) των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό συνέβη, 2) του βαθμού της αμέλειας των εναγομένων και των αρμοδίων οργάνων τους, 3) της σοβαρότητας του τραυματισμού και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, 4) της αδυναμίας αποθεραπείας του, 5) της κατάστασης της υγείας του μετά τη θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε, 6) της κοινωνικής κατάστασης των μερών, 7) της περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος (μόνα εισοδήματά του αυτά από την εργασία του ως εργατοτεχνίτη οικοδόμου, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ακίνητη ή άλλη περιουσία), 7) της καλής οικονομικής κατάστασης των εναγομένων, εργολάβου και αρχιτέκτονος μηχανικού, αντίστοιχα και 8) της ηλικίας του ενάγοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος, το δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι για την εύλογη ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος απαιτείται ποσό 70.000 ευρώ από τον πρώτο εναγόμενο και 50.000 ευρώ από τη δεύτερη εναγομένη.

Μέρος αυτών των ποσών ύψους 69.956 και 49.956 ευρώ πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν οι εναγόμενοι αντίστοιχα, αφαιρουμένου από καθέναν τους ποσού 44 ευρώ, το οποίο ο ενάγων επιφυλάχθηκε να αξιώσει παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 349.912 ευρώ (το ποσό των 249.956 ευρώ υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο να το καταβάλει και το ποσό των 99.956 ευρώ υποχρέωσε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να το καταβάλει) και δικάζοντας επί της αγωγής επιδίκασε στον ενάγοντα τα προαναφερόμενα ποσά των 70.000 και 50.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τα κριτήρια που έλαβε υπόψη και βάσει των οποίων προέβη στον καθορισμό των επιδικαστέων στον ενάγοντα ποσών. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση τα ανωτέρω ποσά, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ με το να μη διαλάβει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά αναφορικά με το ζήτημα των δυσμενών συνεπειών που επέφερε η μόνιμη ολική ανικανότητά του (τετραπληγία) στην κοινωνική του ζωή, καθώς εξ αιτίας αυτής είναι συνεχώς κλινήρης, υποστηριζόμενος από τρίτα πρόσωπα, αδυνατώντας να προσφέρει στα μέλη της οικογένειάς του οποιαδήποτε υλική, ηθική και ψυχική υποστήριξη, αδυνατώντας να έλθει σε οποιαδήποτε συνεύρεση με τη σύζυγό του, έστω και για τις στοιχειώδεις απολαύσεις της ζωής, όλα δε τα ανωτέρω ως στοιχεία προσδιοριστικά του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας, αλλά, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ της οποίας πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Περαιτέρω, με την παραπάνω κρίση ως προς το ύψος της επιδικαστέας στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη, υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσών.

Ενόψει αυτών, το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παραπάνω χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, είναι βάσιμο.

3. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, εφόσον το κρίσιμο ζήτημα της παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επιλύθηκε τελικά από την Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 141/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ