Legislator Case Law & Legislation
1370/2015 AI generated

1370/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1370/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1370/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
restrictions and intellectual property rights geographical market private property voluntary restraint common organisation of agricultural markets agricultural rent control
AI generated
1450/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
731/2010
Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership decision due to failure to consider relevant evidence.
108/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 6894/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1575/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2010 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-7-2010 αίτησή τους.
610/2012
Appeal dismissed; new defense arguments raised late in proceedings were inadmissible under procedural law.
971/2024
Supreme Court allows appeal against First Instance Court decision due to procedural error in applying civil code provisions.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1370/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κονταξόγλου.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κανατάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 85/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και 94/2012 Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 23-5-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1128 ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος. Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή χρησικτησία για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 974, 975 ΑΚ, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος, και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα. Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ’ άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../17.02.1960 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Βασιλείου Ασλάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου στον Τόμο … με αριθμό ..., ο πατέρας της ενάγουσας, Ι.

Π., απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου κείμενου στην τότε Κοινότητα και ήδη Δημοτικό Διαμέρισμα ..., πρώην χωραφιού, συνολικού εμβαδού 340 τ.μ. μήκους από ανατολάς προς δυσμάς μέτρων 20 και πλάτους από βορρά προς νότο 17 μέτρων και συνορευόμενου, κατά τον τίτλο κτήσης, ανατολικά με οικία Π. Π., νότια με οικόπεδο Β.

Χ. και υπόλοιπο οικόπεδο του πωλητή Ι. Χ., προς δυσμάς με δημοτικό σχολείο ... και προς βορρά με άλλη ιδιοκτησία του αγοραστή Ι. Π.. Το αγορασθέν οικόπεδο αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου, που ανήκε στον πωλητή Ι. Χ., ο οποίος περί το έτος 1950 προέβη στην κατάτμηση τούτου (ενιαίου ακινήτου) σε μικρότερα οικόπεδα, με σκοπό να τα πωλήσει ακολούθως σε τρίτους.

Επειδή, όμως, κάποια από τα μικρότερα αυτά οικόπεδα ήταν τυφλά, χωρίς πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο, ο αρχικός ιδιοκτήτης τους Ι. Χ. έκρινε σκόπιμο να δημιουργήσει ανάμεσα τους, για πολεοδομικούς καθαρά λόγους, μία ιδιωτική οδό, πλάτους 2,5 μέτρων περίπου, που θα διευκόλυνε τη διέλευση προς αυτά, την οποία μάλιστα εμφάνισε ως σύνορο προς βορρά, όταν το 1950 προέβη στις δύο πρώτες μεταβιβάσεις τμημάτων του ενιαίου ακινήτου του προς την Β.

σύζυγο Ν. Χ. αφενός και προς τον Π. Ε. αφετέρου, όπως τούτο συνάγεται από τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθ. .../1950 και .../1950 αντίστοιχα συμβόλαια πωλήσεως του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Βασιλείου Ασλάνη. Ωστόσο, όταν το έτος 1960 ο Ι. Χ. πώλησε με το προαναφερθέν συμβόλαιο στον πατέρα της ενάγουσας το οικόπεδο των 340 τ.μ., δεν ανέφερε καθόλου σ’ αυτό ως "όριο" του πωλουμένου "προς Νότο" την ανωτέρω ιδιωτική οδό (ανέφερε ως όριο προς νότο το οικόπεδο της Β.

Χ. και το υπόλοιπο οικόπεδο του, το οποίο στη συνέχεια μεταβίβασε στον πατέρα του εναγομένου, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί), σε αντίθεση με τα προγενέστερα συμβόλαια, όπου γίνεται ξεκάθαρα αναφορά στην ύπαρξη της. Προκύπτει, επομένως, ότι ο Ι. Χ. συμπεριέλαβε στη μεταβιβασθείσα προς τον πατέρα της ενάγουσας έκταση και τμήμα της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας, που έως τότε χαρακτηριζόταν ως "..." και δη το τμήμα αυτό που, από ανατολάς προς δυσμάς, ξεκινάει από το πωληθέν στη Β.

Χ. οικόπεδο και καταλήγει στην περίφραξη του δημοτικού σχολείο της Κοινότητας .... Ο πατέρας της ενάγουσας, στη συνέχεια, εξαιτίας της αδυναμίας ανοικοδόμησης του ακινήτου του, το οποίο δεν είχε πρόσοψη σε κοινοτικό δρόμο, αλλά και ενόψει της ύπαρξης της προαναφερθείσας ιδιωτικής οδού για περίπου δέκα έτη, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή του προαναφερθέντος συμβολαίου μεταβίβασης, προέβη μαζί με τον σύζυγο της Β.

Χ., Ν., στην υπογραφή του από 21/02/1960 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου οι δύο συμβαλλόμενοι συμφώνησαν όπως το μεν οικόπεδο του πατέρα της ενάγουσας θα εκτείνεται από το νότιο τοίχο του ελαιοτριβείου με κατεύθυνση προς νότο, η δυτική πλευρά του επί 14,80 τ.μ. και η ανατολική πλευρά του επί 13,70 τ.μ. (αντί για 17 μέτρα που ορίζονταν στον τίτλο κτήσεως για την κάθε μια από τις πλευρές αυτές), το δε οικόπεδο του Ν.

Χ. θα εκτείνεται από της αμαξωτής οδού (πρόκειται για την εθνική οδό ...), η ανατολική πλευρά του με κατεύθυνση προς βορρά επί 15,80 τ.μ. και η δυτική επί 17 μέτρα και ότι η μεταξύ τους ιδιωτική κοινόχρηστη οδός θα έχει πλάτος κατά μεν την ανατολική πλευρά 2,90 μ. κατά δε τη δυτική πλευρά 2,60 μ. Με αυτόν τον τρόπο προσδιορίστηκαν επακριβώς τα όρια της προϋπάρχουσας αυτής ιδιωτικής οδού, η οποία παρόλο που χαρακτηρίστηκε ως ιδιωτική κοινόχρηστη οδός, ανήκε στην κυριότητα του πατέρα της ενάγουσας, αφού συμπεριλήφθηκε, όπως προαναφέρθηκε και όπως προκύπτει από το συνδυασμό του υπ’ αριθμ. .../17-2-1960 συμβολαίου μεταβίβασης (και κυρίως τις αναφερόμενες σ’ αυτό διαστάσεις των πλευρών του ακινήτου) και του 21-2-1960 ιδιωτικού συμφωνητικού, στη συνολική έκταση των 340 τ.μ., που πωλήθηκαν σ’ αυτόν.

Συνεπώς, η ενάγουσα, στην οποία το ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον πατέρα της λόγω γονικής παροχής με το υπ’ αριθ. .../1984 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σάμου, Ι. Κιράνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό ... των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, κατέστη κυρία όλου του οικοπέδου των 340 τ.μ., συμπεριλαμβανομένης και της χαρακτηριζόμενης ως ιδιωτικής οδού εδαφικής λωρίδος.

Την εδαφική αυτή λωρίδα, τόσο η ενάγουσα, όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, χρησιμοποιούσαν από το 1960 και μετέπειτα για να μπαίνουν στο οικόπεδο τους, την επέβλεπαν από τον κίνδυνο καταπάτησης, όταν δε σε ανύποπτο χρόνο η τότε Κοινότητα ... προέβη σε τσιμεντόστρωση παρακείμενου κοινοτικού δρόμου, τότε με προσωπική εργασία του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επιστρώθηκε με τσιμέντο και ο μέχρι τότε χωμάτινος "ιδιωτικός δρόμος" (βλ.

κατάθεση μάρτυρος Σ. Σ. στα υπ’ αριθμ. 3/2007 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Σάμου). Το γεγονός ότι ο πατέρας της ενάγουσας περιέφραξε το οικόπεδο του με σύρμα, πασσάλους και καγκελόπορτα, αφήνοντας έξω την επίδικη εδαφική λωρίδα, καθώς και το γεγονός, ότι εκ παραδρομής δεν αναγράφηκαν οι σωστές διαστάσεις των πλευρών του οικοπέδου κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου γονικής, παροχής, δεν αναιρεί το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του όλου ακινήτου και κυρίως επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, επί της οποίας, όπως αποδείχθηκε, αυτή ασκούσε τη φυσική εξουσίαση διάνοια κυρίας για περισσότερο από είκοσι έτη, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου της, δεδομένου μάλιστα ότι συντάχθηκε εκ των υστέρων η υπ’ αριθ. .../27.11.2006 διορθωτική πράξη του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής από τον ίδιο ως άνω Συμβολαιογράφο, στην οποία αποτυπώθηκε επακριβώς η κατάσταση και τα όρια του ακινήτου, με βάση και τα οριζόμενα στο αρχικό υπ’ αριθμ. .../17-2-1960 συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου από τον πατέρα της.

Εξάλλου, ούτε ο χαρακτηρισμός της ως άνω εδαφικής λωρίδος ως "κοινοτικού δρόμου" σε κάποιες συμβολαιογραφικές πράξεις, μεταγενέστερες του έτους 1982, στις οποίες προέβησαν τόσο η ενάγουσα και ο πατέρας της, όσο και η οικογένεια του εναγομένου, μπορεί να προσδώσει σ’ αυτήν χαρακτήρα κοινοχρήστου πράγματος, δοθέντος ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος του Δ/Δ ..., ενώ χορήγησε αρχικώς βεβαίωση ότι ο δρόμος είναι κοινοτικός, στη συνέχεια την ανακάλεσε, διότι δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού (βλ.

το υπ’ αριθ. 75/2005 έγγραφο του ως άνω Προέδρου). Εξάλλου, για να αποκτήσει ένα ιδιωτικό ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου (όπως δρόμου, πλατείας κλπ), θα πρέπει: α) να προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστος χώρος και β) η κοινοχρησία να είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειες του, ή να προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ’ ανοχή του ιδιοκτήτη (ΑΠ 1200/1993 ΕΔ 36, 375), προϋποθέσεις που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω.

Επίσης, η αναγραφή σε προγενέστερη αγωγή της ενάγουσας (στην από 20-3-2005 και με αριθμό πράξης κατάθεσης 30/2005) ότι είναι συγκυρία της επίδικης λωρίδας κατά το 1/2 αδιαιρέτως, του ετέρου 1/2 αδιαιρέτως ανήκοντος στην προς νότο όμορη ιδιοκτησία Ν. Χ., δεν συνιστά ομολογία της περί υπάρξεως κυριότητας της μόνο επί του 4 εξ αδιαιρέτου αυτής (επιδίκου εδαφικής λωρίδας), καθόσον τούτο αναγράφηκε από προφανή παραδρομή, αυτός ήταν, άλλωστε, και ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα παραιτήθηκε από το εν λόγω συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου ως, άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αδελφός του εναγομένου μεταβίβασε σ’ αυτόν και το βόρειο τμήμα του ακινήτου και έτσι το ακίνητο συνενώθηκε και πάλι και μοναδικός πλέον κύριος τούτου κατέστη ο εναγόμενος.

Στο νότιο τμήμα του εν λόγω, αρχικώς ενιαίου, οικοπέδου υπήρχαν από το έτος 1961 η οικία της οικογένειας του εναγομένου και στο βόρειο τμήμα του ένας στάβλος, μια αποθήκη και ένας φούρνος. Από το έτος 1961 και έως το χρόνο του θανάτου του (1973) ο πατέρας του εναγομένου διερχόταν, χωρίς να ενοχληθεί προς τούτο από το γείτονα του Ι.

Π. (πατέρα της ενάγουσας), από την ως άνω ιδιωτική οδό προκειμένου να πηγαίνει στην αποθήκη και στο στάβλο, που υπήρχαν στο βόρειο τμήμα του ακινήτου του και τα οποία είχαν αποκλειστική διόδευση προς δημόσιο δρόμο από τον επίδικο δρομίσκο. Χρησιμοποιώντας δε αποκλειστικά τον επίδικο δρομίσκο για τη διέλευση των ζώων, που στάβλιζε στο στάβλο του και για τη μεταφορά και την αποθήκευση γεωργικών προϊόντων στην υπάρχουσα εκεί αποθήκη, ασκούσε επ’ αυτού τη φυσική εξουσίαση διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, έχοντας την πεποίθηση ότι έχει το δικαίωμα αυτό.

Στη συνέχεια δε, στις ως άνω διακατοχικές πράξεις διάνοια δικαιούχων δουλείας προέβησαν και οι κληρονόμοι του, δηλαδή ο εναγόμενος, ο αδελφός του Π., και η μητέρα τους Γ. Ε. έως και το έτος 1982, όταν το ακίνητο κατατμήθηκε και περιήλθε το βόρειο τμήμα στον αδελφό του εναγομένου, ο οποίος συνέχισε πλέον μόνος του να προβαίνει στις ίδιες διακατοχικές πράξεις, αφού το βόρειο τμήμα εξακολουθούσε να έχει αποκλειστική δίοδο από την επίδικη λωρίδα.

Μετά δε την κατά το έτος 1985 συνένωση του οικοπέδου και την κτήση της κυριότητας του συνόλου του ακινήτου από τον εναγόμενο, προέβη αυτός, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1989 οικοδομικής αδείας, σε κατασκευή στο βόρειο τμήμα του ακινήτου αυτοτελούς και ανεξάρτητης - σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα πατρική οικία - διώροφης οικοδομής, η οποία, έχοντας την είσοδο της επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, απέκτησε πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο μόνο δια της διελεύσεως μέσω αυτής.

Έτσι, συνέχισε και ο εναγόμενος την άσκηση της φυσικής εξουσίασης επί της επίδικης λωρίδας ως δικαιούχος δουλείας διόδου και όχι απλώς με την ανοχή της ενάγουσας και του δικαιοπαρόχου της, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είχαν από ετών περιφράξει το οικόπεδο τους, χωρίς να την συμπεριλάβουν σ’ αυτό, αλλά αφήνοντας την στη χρήση και των ιδιοκτητών των γειτονικών ακινήτων.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι ναι μεν το ενιαίο σήμερα οικόπεδο του εναγομένου συνορεύει προς νότο με τη δημόσια επαρχιακή οδό ..., πλην όμως αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελούσε, ήδη, από το έτος 1961 και έτι περισσότερο από το 1982, όταν πραγματοποιήθηκε μεταξύ των κληρονόμων του Ε. Ε. η κατάτμηση του ακινήτου σε δύο αυτοτελή οικοπεδικά τμήματα, τη μοναδική δίοδο προς το βόρειο τμήμα του ακινήτου, το οποίο αποτελείτο από ανεξάρτητα κτίσματα σε σχέση με την προς νότο κυρίως πατρική οικία και τα οποία κτίσματα μόνο μέσω αυτής μπορούσαν να εξυπηρετηθούν.

Εάν αποκοπεί αυτή η δίοδος, τότε το αυτοτελές και ανεξάρτητο διώροφο κτίριο, που έχει ανεγερθεί από τον εναγόμενο στο ανωτέρω βόρειο τμήμα του οικοπέδου του, θα αχρηστευθεί εντελώς, δοθέντος ότι δεν επικοινωνεί με την προς Νότο δημόσια επαρχιακή οδό, έχει δε κύρια και αποκλειστική είσοδο από τον επίδικο ιδιωτικό δρόμο.

Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος έχει αποκτήσει επί του επιδίκου ιδιωτικού δρόμου εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διόδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι από το 1961 και μετέπειτα χρησιμοποιεί αυτόν ως πρόσβαση για το προπεριγραφέν τμήμα του ακινήτου του με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, προσμετρουμένου και του χρόνου οιονεί νομής των δικαιοπαρόχων του (ήτοι του πατρός, της μητρός και του αδελφού του).

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η σύσταση δουλείας διόδου απαγορεύεται κατά το άρθρο 25 του νέου ΓΟΚ (ν. 1577/1985), κι ότι ο εναγόμενος δεν μπορεί ούτε στις σχετικές εξαιρέσεις του εν λόγω άρθρου να υπαχθεί, αφού το ακίνητο του δεν στερείται της αναγκαίας διόδου προς κοινόχρηστο ή δημοτικό δρόμο, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, η επίδικη ..., που από το 1961 χρησιμοποιείτο διάνοια δικαιούχου ως δίοδος, αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί τη "μοναδική" πρόσβαση προς το βόρειο τμήμα του οικοπέδου του εναγομένου, όπου από το 1961 υπήρχαν αυτοτελή και ανεξάρτητα κτίσματα (αρχικώς στάβλος και αποθήκη και μετέπειτα διώροφο κτίσμα με είσοδο από την επίδικη εδαφική λωρίδα).

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι το ακίνητο του εναγομένου, κρινόμενο ενιαίως και όχι υπό το πρίσμα δύο αυτοτελών οικοπεδικών τμημάτων (νότιο και βόρειο), έχει πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο, τότε και πάλι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1577/1985, δοθέντος ότι πρόκειται για πραγματική δουλεία διόδου που συστάθηκε προ του έτους 1985 (οπότε και καθιερώθηκε ο Νέος ΓΟΧ), για να καταργηθεί δε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου (25§2 του ν.1577/1985 -Γ.Ο.Κ.), και να καταστεί, ακολούθως, μη νόμιμη η εκ μέρους του εναγομένου άσκηση της οιονεί νομής δουλείας, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:

α) η ολική ή μερική άσκηση της δουλείας να είναι ασυμβίβαστη με την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο δουλεύον ακίνητο, β) για τις εργασίες αυτές να έχει εκδοθεί νόμιμη άδεια της δημόσιας αρχής και γ) να έχει καταβληθεί προηγουμένως στο δικαιούχο (ενάγοντα) η ορισθείσα με απόφαση του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδικείου σχετική αποζημίωση (βλ.

ΑΠ 28/2003, ΝοΒ 2003,1618 ΑΠ 233/1998, ΝοΒ 1999,767, Εφ. Λαρ 57/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), προϋποθέσεις, που ουδόλως επικαλείται και αποδεικνύει εν προκειμένω η ενάγουσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το αναγνωριστικό αίτημα αυτής και απέρριψε την αρνητική αγωγή της αναιρεσείουσας ως κατ’ ουσία αβάσιμη, κάνοντας δεκτή την ένσταση του εναγομένου περί υπάρξεως εμπραγμάτου δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας και υπέρ του δικού του ακινήτου και στη συνέχεια απέρριψε τις δύο συνεκδικαζόμενες εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι, όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1121, 1120, 1118, 1119, 974, 975, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διαλαβόν στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ,που επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων νόμου.

Ακολούθως, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εν προκειμένω του Εφετείου Αιγαίου.

Η δε αναφορά στον πρώτο λόγο για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ. γίνεται μόνον ρηματικά και δεν παρατίθενται περιστατικά προς θεμελίωση του λόγου αυτού.

Συνεπώς, και κατά τούτο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.

Επειδή, κατ’ άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη πραγματικών γεγονότων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 έως 338 και 341 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το αποδεικτικό μέσο θα πρέπει να είχε προσκομισθεί στο δικαστήριο από οποιονδήποτε διάδικο παραδεκτά και πρέπει να είχε γίνει επίκληση προσκομιδής του από τον αναιρεσείοντα, έστω και αν το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε από τον αντίδικο του και μάλιστα με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της κρίσης του για την εν μέρει αποδοχή της αγωγής της και την αποδοχή της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί υπάρξεως δουλείας διόδου από το επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παρακάτω έγγραφα, που αυτή προσκόμισε και νόμιμα επικαλέστηκε και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του: 1) το υπ’ αριθμ. .../17-2-1960 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Βασιλείου Ασλάνη με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, 2) το από 21-2-1960 ιδιωτικό συμφωνητικό, 3) την υπ’ αριθμ.

…/1966 οικοδομική άδεια, 4) την υπ’ αριθμ. .../1971 οικοδομική άδεια, 5) το τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την ως άνω οικοδομική άδεια, 6) το υπ’ αριθμ. .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Σ. Κιράνη με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, 7) την υπ’ αριθμ. .../2006 διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Σάμου Σ.

Κιράνη με το πιστοποιητικό μεταγραφής της, 8) τα ειδικώς και νομίμως επικληθέντα και από την αναιρεσείουσα έγγραφα, δηλαδή τους τίτλους ιδιοκτησίας του εναγομένου, ήτοι το υπ’ αριθμ. .../1961 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Ι. Κιράνη και τα με αριθμούς .../1982 με τοπογραφικό διάγραμμα Θ. Τ. και .../1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Α.

Γιοκαρίνη με το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ζ. Μ., την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...2004 βεβαίωση και την από 10-11-2004 αναφορά, 9) το υπ’ αριθμ. .../1950 συμβόλαιο, 10) την από 18-8-2006 τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ. Κ. με τα από 16-8 και 17-8 τοπογραφικά, 11) την από 20-11-2006 τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ. Κ., 12) τα παλαιότερα συμβόλαια του μείζονος ακινήτου, 13) την υπ’ αριθμ. 15/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, 14) φωτογραφίες, που απεικονίζουν την ιδιοκτησία της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε και από τη ρητή διαβεβαίωση σε αυτήν ότι για το σχηματισμό της κρίσης του το Εφετείο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων" καθώς και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες της επιδίκου εδαφικής λωρίδας, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω έγγραφα και φωτογραφίες, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, για την οποία κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν θεμελιώνεται όταν η παραμόρφωση δεν αφορά σε έγγραφα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, αλλά σε διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, ανταγωγή και οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων ή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το δικαστήριο ή τις γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, διότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου συνιστά λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, που προαναφέρθηκε, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του από 21-2-1960 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε συναφθεί μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ κατά το σχετικό μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το δικαστήριο για σχηματισμό της δικανικής του κρίσης δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο (ιδιωτικό συμφωνητικό).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 α’ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 α’ ΚΠολΔ κατά το οικείο μέρος του, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί αποδοχής της αγωγής και δικαιώματος διελεύσεως από το επίδικο ακίνητο με σύσταση δουλείας, ισχυρισμό περί διαχωρισμού του όλου ακινήτου σε βόρειο και νότιο τμήμα, ο οποίος δεν προτάθηκε.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αφορά σε επιχείρημα του δικαστηρίου για το οποίο δεν ιδρύεται ο παρών λόγος. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο αναπόδεικτα κατέληξε στο ως άνω πόρισμα του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα. Κατ’ ακολουθία αυτών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2014 αίτηση της Μ. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Π. κατά του Σ. Ε. Ε. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 94/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ