Legislator Case Law & Legislation
1370/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claims, ruling evidence failed to prove ownership against defendants' counter-claims.

Case Number 1370/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Regional Court's decision regarding inheritance and possession of a property. The appellant argued that the lower court misapplied burden of proof rules and contained contradictory findings, but the court found these arguments baseless. The court determined the appellant failed to prove historical acquisition of ownership through inheritance or usucaption, while the defendants successfully demonstrated they granted the appellant mere usage rights without compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 2345/1920 and 4 of Law 147/1914; Inheritance relations of Muslim Greek nationals regarding pure ownership property (mulki) are governed by Islamic law, and the burden of proof for establishing ownership lies with the claimant who must demonstrate historical acquisition or usucaption, which was not met in this case.

Keywords

AI generated
Islamic law inheritance usucaption acquisition burden of proof property ownership appellate review contradictory findings legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 2345/1920
Article 4 of Law 147/1914
Article 559, paragraphs 13 and 17 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1588/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1370/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο. Ο. Ζ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισχάν Αχμέτ - Κεχαγιά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Χ. Ο. Ν. του Ι., 2) Ο. Χ. Ο. Σ. του Ι. και 3) Σ. Ο. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Χατζηχρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.2345/1920, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του Εισ.Ν ΚΠολΔ, η οποία επανέλαβε τροποποιημένη τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών (1.11.1913) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπεται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού νόμου.

Επίσης με το άρθρο 4 του ν.147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι τα των συγγενικών δεσμών των Ισραηλιτών και Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ' αυτών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σκοπήθηκε από το νομοθέτη όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματα αυτών (μούλκια), διέπονται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού νόμου.

Εξάλλου οι διατάξεις του ν. 2345/20 δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ, διότι για το παραπάνω θέμα διέλαβε ειδικώς το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, με το οποίο καταργήθηκε το παραπάνω άρθρο 4 του ν. 147/1914 μόνο ως προς τους Ισραηλίτες. Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι ν. 147/1914 και 2345/20, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) από τον μουσουλμανικό νόμο (ΑΠ 1588/2011, ΑΠ 2113/2009).

Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του ν.1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24.12.1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών" καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ.2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920 και συνεπώς και μετά το ν. 1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από τον μουσουλμανικό νόμο (ΑΠ 2113/2009 οπ.π).

Οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες εξασφαλίσθηκαν με τις προαναφερθείσες συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης, είναι προστατευτικές από άποψη εφαρμοστέου δικαίου για τους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους, αποτελούν ειδικό δίκαιο που εφαρμόζεται με βάση τις διατάξεις του διαπροσωπικού δικαίου και δεν αντίκεινται, ούτε στην αρχή της ισότητας;

που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στη συμπορευόμενη με αυτό διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, ούτε προς το συμπορευόμενο με αυτό δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και της "δίκαιης δίκης", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας τη "δίκαιη δίκη" υπό την έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων.

Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ. Περίπτωση, όμως, τέτοιας υπερβάσεως δικαιοδοσίας δεν συντρέχει όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία του, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2 και 282 ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση, αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον, όταν το δικαστήριο στερείται σχετικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας, οπότε η απόφασή του για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα, στην περίπτωση που, έχει εισαχθεί στο δικαστήριο προς εκδίκαση διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή ακινήτων, μεταξύ διαδίκων που είναι Έλληνες υπήκοοι και Μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και έχει καταχθεί στη δίκη ως κύριο ζήτημα το δικαίωμα συγκυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων αστικών ακινήτων, που είναι καθαρής ιδιοκτησίας, (μούλκια), το δε παρεμπίπτον ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής, στην οποία στηρίζεται το δικαίωμα αυτό του ενάγοντος, καίτοι εκφεύγει της δικαιοδοσίας του, είχε εξουσία το δικαστήριο να το εξετάσει παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1041/2000).

Σύμφωνα δε με τον μουσουλμανικό νόμο (Ιερονομικό Κληρονομικό των Μωαμεθανών Δίκαιο ΦΕΡΑΙΖ), βάση του κληρονομικού δικαίου των μουσουλμάνων αποτελεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και όχι η εκ διαθήκης, δεδομένου ότι στο δίκαιο αυτό, δεν προβλέπεται αντίστοιχος θεσμός, με τη μορφή και τη θέση που έχει στα σύγχρονα δίκαια, ώστε να αποτελεί λόγο κλήσεως στην κληρονομιά, παρά μόνον, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται, με άλλη διάταξη του Κορανίου, που προτρέπει τους πιστούς σε αγαθοεργίες, ότι οι μουσουλμάνοι μπορούν κινούμενοι από πνεύμα αγαθοεργίας, να διαθέτουν υπέρ τρίτων ποσοστό μη υπερβαίνον το 1/3 της κληρονομίας.

Προαπαιτούμενο αυτής είναι και η εν ζωή ύπαρξη του κληρονόμου κατά το χρόνο - του θανάτου του κληρονομούμενου. Επί αυθυποστάτων αρρενογενών της αυτής κλάσεως ο εγγύτερος κατά βαθμό αποκλείει τον απώτερο. Ο εγγονός τον δισέγγονο, ο υιός τον εγγονό, ο πατήρ τον παππού και ο αδελφός τα τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών (ΑΠ 1097/2007) .Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου (Μουσουλμανικό Κληρονομικό Δίκαιο Φεραϊζ), "η σύζυγος διττώς διαδέχεται τον τελευτήσαντα, α) δικαιούται εις το 1/4 μη συντρεχόντων τέκνων, β) συντρεχόντων δε τέκνων εις το 1/8".

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974 επ., 980, 982, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι λ.χ. ο χρησάμενος ή κατά παράκληση λαβών (ΑΚ) τεκμαίρεται ότι, όσον διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα του άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κλπ.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ, μάλιστα στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από το κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του (ΑΠ 1821/2008).

Το προαναφερόμενο δε τεκμήριο της νομής (ΑΚ 980§2) έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης, που συνδέει τον κάτοχο με το νομέα αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα. Με βάση αυτά, εκείνος που αντιποιείται για τον εαυτό του πλέον τη νομή, εφόσον είναι ενάγων, προκειμένου να αντικρούσει την αγωγή του, και εφόσον είναι εναγόμενος προκειμένου να αναστρέψει την αγωγή έχει το βάρος να αποδείξει όχι μόνο ότι μετέβαλε στο μεταξύ βούληση, διότι άρχισε να νέμεται για τον εαυτό του ή και για τρίτο, αλλά επί πλέον, εφόσον πρόκειται για ακίνητο, ότι ο νομέας ή ο κληρονόμος του, αφού, κατά το άρθρο 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, έλαβαν γνώση της μεταβολής αυτής και δεν εναντιώθηκαν αποτελεσματικώς και ότι, συνεπώς, έτσι χάθηκε η νομή για το νομέα ή τους κληρονόμους του.

Άρα στην περίπτωση, αντιποιήσεως της νομής π.χ. από το χρησάμενο ή κατά παράκληση λαβόντα δεν χάνουν τη νομή ούτε ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ούτε ο κληρονόμος του, προτού ο χρησάμενος ή ο κληρονόμος του εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το ακίνητο με διάνοια κυρίου και λάβουν γνώση του γεγονός αυτού ο αντιπροσωπευόμενος χρήστης, ή εφόσον αυτός απεβίωσε στο μεταξύ ο κληρονόμος του και, επιπλέον βέβαια, έχει παρέλθει στην συνέχεια ο αναγκαίος κατά το άρθρο 1045 ΑΚ χρόνος εικοσαετούς νομής).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στην πόλη της Ξάνθης επί της οδού ... αριθμ. 20 στο συνοικισμό Υδραγωγείου, υφίσταται οικόπεδο, εμβαδού 204,20 τ,μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ρ.

Ο. Χ., δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Κ. Α. Χ., βόρεια με ιδιοκτησία Τ. Μ. Φ. και νότια με οδό ..., σε σχήμα "Γ", όπως το ανωτέρω οικόπεδο αποτυπώνεται στο από τον Μάιο του 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Γ. με στοιχεία περιγράμματος Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Α, το οποίο επισυνάπτεται στο δικόγραφο της αγωγής και με επίκληση προσκομίζει ο εκκαλών.

Εντός του ακινήτου υφίσταται μία διώροφη οικία, η οποία επίσης αποτυπώνεται στο διάγραμμα κατόψεων του ίδιου ως άνω μηχανικού και έχει εμβαδόν ο ισόγειος όροφος 102,20 τ.μ. και 97,10 τ.μ ο δεύτερος. Το ανωτέρω ακίνητο, απέκτησε ο παππούς του ενάγοντος και προπάππους των εναγομένων, Ο. Ο. Χ., ο οποίος αποβίωσε στη Ξάνθη το έτος 1933, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του, το έτος 1910.

Ως προς το ακίνητο αυτό, το οποίο ανήκε στον ανωτέρω, ως Μουσουλμάνος το θρήσκευμα και Έλληνα υπήκοο, οι κληρονομικές σχέσεις των διαδίκων, επίσης Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας διέπονται όχι από τον Αστικό Κώδικα, αλλά από τον Ιερονομικό Κληρονομικό δίκαιο των Μωαμεθανών ΦΕΡΑΙΖ, βάση του οποίου είναι η εξ αδιαθέτου διαδοχή, προαπαιτούμενο δε αυτής είναι και η εν ζωή ύπαρξη του κληρονόμου κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

Επί αυθυπόστατων αρρενογενών της αυτής κλάσεως, ο εγγύτερος κατά βαθμό αποκλείει τον απώτερο, ο εγγονός τον δισέγγονο, ο υιός τον εγγονό, ο πατέρας τον παππού και ο αδελφός τα τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών. Με βάση, λοιπόν, το δίκαιο αυτό, στην κληρονομιά του θανόντος Ο. Ο. Χ. υπεισήλθαν, η σύζυγος του Ε. κατά ποσοστό 3/24, η θυγατέρα του Σ.

κατά ποσοστό 7/24 και ο υιός του και πατέρας των εναγομένων Ο. Χ. Ο. Ι. κατά ποσοστό 14/24, ενώ, ο πατέρας του ενάγοντος, ο οποίος προαποβίωσε του παππού, κατά το έτος 1930 και επομένως, ο ενάγων ως υιός του, ουδέποτε κλήθηκε στην κληρονομιά του παππού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και εξετάζονται παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο, γεγονός που ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του.

Στη συνέχεια, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1939 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ξάνθης Δημητρίου Παπαπέτρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... και αριθμό 78, αγόρασε από την μητέρα του Ε. και την αδελφή του Σ., τα ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους που αντιστοιχούσαν στην κληρονομική τους μερίδα επί του ακινήτου, με αποτέλεσμα να γίνει αυτός αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επίδικου ακινήτου.

Παράλληλα, σύμφωνα με την υποχρέωση του τελευταίου από το Μουσουλμανικό νόμο, ανέλαβε την ανατροφή του ενάγοντος, ο οποίος διαβίωνε με την οικογένεια του θείου του, τη μητέρα και τον αδελφό του, στην ίδια οικία, εντός του επίδικου ακινήτου. Όταν το έτος 1955 ο αδελφός και η μητέρα του ενάγοντος, αναχώρησαν από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Τουρκία, ο ενάγων, παρά την ενηλικίωση του (γεννηθείς το 1929), συνέχισε να διαμένει στο ακίνητο και να διαβιεί με την οικογένεια του θείου του, σαν να ήταν όλοι μία οικογένεια (βλ.

καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Το έτος μάλιστα 1958 ο ενάγων παντρεύτηκε και απέκτησε τέκνα, συνέχισε δε να κατοικεί και αυτός με την οικογένεια του στην ίδια οικία, γιατί επέτρεψε αρχικά ο δικαιοπάροχος των εναγόντων και στη συνέχεια οι ενάγοντες να κάνει μαζί με αυτούς χρήση της οικίας μέχρι σήμερα χωρίς κανένα απολύτως αντάλλαγμα, γιατί είχαν την αντίληψη ότι ήταν μια οικογένεια.

Εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχτηκε ότι το έτος 1955 υπήρξε μεταξύ του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, άτυπη συμφωνία για την εγκατάσταση του ενάγοντος ως συγκυρίου στο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων και μετά την ενηλικίωση του συνέχισε να παραμένει με την οικογένεια του θείου του, κατά παραχώρηση του τελευταίου, ο οποίος τον είχε ενσωματώσει στην οικογένεια του, τον φρόντιζε και τον ανάθρεψε, απασχολούσε δε αυτόν ως εργαζόμενο στο κατάστημα του.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχτηκε η εγκατάσταση των γονέων, αλλά και αυτών των ίδιων των εναγομένων στην Τουρκία από το έτος 1955, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι γονείς των εναγομένων, ήτοι ο πατέρας τους Ο. Χ. Ο. Ι., και η μητέρα τους Χ. χήρα Ο. Χ. Ο. Ι., όλα τα χρόνια της ζωής τους κατοικούσαν στη Ξάνθη.

Ειδικότερα ο πατέρας τους, που ήταν συνταξιούχος ΙΚΑ, αποβίωσε στις 19-1-1984 στην Ξάνθη, στην οικία του επί της οδού ..., αριθμ. 20 (επίδικη) όπως και η ως άνω σύζυγος του Χ., η οποία και αυτή απεβίωσε επίσης στην Ξάνθη στην ως άνω κατοικία τους, στις 19-2-1990 (βλ. με επίκληση προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους υπ' αριθμ. 344 και 47 ληξιαρχικές πράξεις του Ληξίαρχου Ξάνθης που είναι περασμένες στους τόμους ...

και ... αντίστοιχα). Την κληρονομιά του πατέρα, της μητέρας και της θανούσας στις 26-3-1997 στην Ξάνθη αδελφής των εναγομένων, Σ. Ο. Χ. Ο., που αποβίωσαν χωρίς να αφήσουν διαθήκη, αποδέχτηκαν οι εναγόμενοι με τις υπ' αριθμ. .../2000, .../2000 και .../2000 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ξάνθης Γεωργίας Μολοχίδου, νομίμως μεταγραφείσες στον τόμο ...

και αριθμούς 415, 416 και 417 αντίστοιχα των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης και με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι, κατέστησαν πλέον συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ωσαύτως, αποδείχτηκε ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες από της γεννήσεως τους μέχρι την άσκηση της αγωγής κατοικούν στην Ξάνθη στην επίδικη οικία και μόνο για μερικούς μήνες το χρόνο επισκέπτονται τον τρίτο εναγόμενο στην Τουρκία, όπου ο τελευταίος κατοικεί στην Άγκυρα (βλ.

κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Η δεύτερη εναγόμενη μάλιστα εργαζόταν ως δασκάλα στο 10/θ Μ/κό σχολείο στο ... για τριάντα πέντε έτη, αποχωρήσασα αυτοδίκαια από την υπηρεσία με τη λήξη του σχολικού έτους 2004-2005, διότι συμπλήρωσε 35 έτη υπηρεσίας και το προβλεπόμενο όριο ηλικίας (βλ.

υπ' αριθμ. πρωτ. 1177/1-9-1968 έγγραφο της Επιθεώρησης Μουσουλμανικών Σχολείων Νομού Ξάνθης και υπ' αριθμ. πρωτ. Φ.10.1/Π.Ε./1210 της Περιφ. Δ/νσης Π.-Δ. Εκπ/σης Αν. Μακεδονίας και Θράκης 1° Γραφείο Π.Ε. Ξάνθης). Ακόμη, όπως προελέχθη, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι κατ' αρχήν ο πατέρας των εναγομένων και στη συνέχεια οι ίδιοι οι εναγόμενοι, επέτρεπαν στον ενάγοντα, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, να διαμένει στην επίδικη οικία με την οικογένεια του, χωρίς ουδέποτε να απαιτήσουν αντάλλαγμα και μετά το πέρας της νομικής και ηθικής υποχρέωσης της ανατροφής του ενάγοντος, που ανέλαβε ο πατέρας των εναγομένων.

Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνάγεται ότι η παραχώρηση της χρήσης (σε καμία περίπτωση δε αποκλειστικής), χωρίς αντάλλαγμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της επίδικης οικίας, προς τον ενάγοντα φέρει το χαρακτήρα της κατά παράκληση χρήσης, οι δε εναγόμενοι ουδέποτε εγκατέλειψαν την οικία τους, ενώ εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ασκούσε επί του ακινήτου πράξεις νομής με διάνοια κυρίου.

Το ανωτέρω ενισχύεται από τα αναφερόμενα στην αγωγή του, περί κοινής χρήσης με τους εναγόμενους της κουζίνας που βρίσκεται στο ισόγειο και του λουτρού της κατοικίας, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο, ενώ σε καμία περίπτωση δε συνιστούν πράξεις νομής η εξόφληση του ημίσεως των λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ούτε και οι επισκευές και τα επιχρίσματα της οικίας, αφού όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων συμβίωνε αυτός και η οικογένεια του, με τους εναγόμενους στο επίδικο και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.

Τέλος, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκδήλωσε την πρόθεση του για αντιποίηση της νομής του ακινήτου, ούτε προς τον πατέρα των εναγομένων, ούτε προς τους ίδιους, ως εκ τούτου, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας οι τελευταίοι ουδέποτε απώλεσαν τη νομή, ούτε οι ίδιοι ως κληρονόμοι του κατά παράκληση παραχωρήσαντα πατέρα τους Ο.

Χ. Ο. Ι., ούτε ο ίδιος πριν αποβιώσει. Μόλις δε κατά το έτος 2008, ο ενάγων εκδήλωσε το πρώτον τη βούληση του να προβάλει δικαιώματα στο επίδικο, αλλά κατά μικρότερο του αιτούμενου με την αγωγή ποσοστού, αποστέλλοντας προς τους εναγόμενους ιδιωτικό συμφωνητικό, συνταχθέν από τον ίδιο και σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από τους εναγόμενους να δεσμευτούν να του καταβάλουν το 1/4 του τιμήματος από την τυχόν μελλοντική πώληση του επιδίκου (βλ.

το από μηνός Ιανουαρίου 2008 με επίκληση προσκομιζόμενο από τους εφεσίβλητους ιδιωτικό συμφωνητικό). Κατόπιν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν αποδείχτηκε η άσκηση της σύννομης εκ μέρους του ενάγοντος επί του ακινήτου, ούτε δε σε κάθε περίπτωση η πάροδος εικοσαετίας από τη γνώση της αντιποίησης της νομής εκ μέρους των εναγομένων, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων (ενάγων) ουδέποτε εκδήλωσε την πρόθεσή του για αντιποίηση της νομής του επίδικου ακινήτου ούτε προς τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων ούτε προς τους ίδιους, οι οποίοι ουδέποτε απώλεσαν τη νομή τους σε αυτό. Ότι ουδέποτε υπήρξε άτυπη συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου (πατέρα) των αναιρεσιβλήτων κατά το έτος 1955, για εγκατάσταση του αναιρεσείοντος ως συγκυρίου στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου.

Ότι για πρώτη φορά, το έτος 2008, ο τελευταίος εκδήλωσε τη βούλησή του προς τους αναιρεσίβλητους για ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητάς του (κατά ποσοστό μικρότερο εκείνου που επικαλείται στην αγωγή) στο επίδικο. Ότι, τέλος, ο αναιρεσείων ουδέποτε άσκησε σύννομη σε αυτό ούτε παρήλθε εικοσαετία, αφότου γνωστοποίησε στους αναιρεσίβλητους την αντιποίηση της νομής τους εκ μέρους του.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες στην αρχή της παρούσας πρότασης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, όπως αυτό αναπτύχθηκε παραπάνω, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο και οικία) με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Επομένως, οι πρώτος και έκτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ.1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πέραν του ότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 7 παρ.2 του ω. 2915/2001, και ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, και όχι αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς ή πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ ΑΠ 3/1998), χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές (ΑΠ 259/2007).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2195/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη "ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ο χρόνος της χρησικτησίας, ενώ αποδείχθηκε ότι ουδέποτε έγινε σύμβαση χρησιδανείου ούτε παραχώρηση της οικίας προς αυτόν από τους αναιρεσίβλητους, και ότι ο ίδιος κατοικεί εκεί τουλάχιστον από το έτος 1933".

Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο ότι "παραβίασε τους κανόνες σχετικά με τη δύναμη των αποδείξεων, διότι απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στο μη αποδειχθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί ύπαρξης σύμβασης χρησιδανείου και όχι αποδεδειγμένο γεγονός της ιδιοκατοίκησης του στο επίδικο ακίνητο".

Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ, ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, διότι "ενώ ο αναιρεσείων απέδειξε τους (αγωγικούς) ισχυρισμούς του περί κληρονομικής διαδοχής και χρησικτησίας, με την άσκηση εκ μέρους του διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο που συνεπάγονται αντιποίηση της νομής των αναιρεσιβλήτων μπροστά στα μάτια τους, οι τελευταίοι δεν απέδειξαν τον αντίθετο ισχυρισμό τους για την ύπαρξη σύμβασης χρησιδανείου και την άσκηση νομής από τον αναιρεσείοντα για λογαριασμό τους".

Όλοι οι πιο πάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που εκτίθενται σε αυτή (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα) ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής για την κτήση κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο ούτε με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) ούτε με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι εναγόμενοι ανταπέδειξαν τον ισχυρισμό τους ότι ο πατέρας των αναιρεσιβλήτων, αλλά στη συνέχεια και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι, είχαν παραχωρήσει κατά παράκληση τη χρήση του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της επίδικης οικίας στον αναιρεσείοντα για να διαμένει με την οικογένεια του, χωρίς αντάλλαγμα (δηλ.

με σύμβαση χρησιδανείου κατά τον Αστικό Κώδικα) και ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) ουδέποτε εγκατέλειψαν την πιο πάνω οικία τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει, όταν στην απόφαση υπάρχουν αντιφατικές διατάξεις. Τέτοια αντίφαση υφίσταται, όταν αυτή προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση βρίσκεται στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι περιέχονται αντιφατικές κρίσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τη μη ύπαρξη σύμβασης χρησιδανείου και παραχώρησης του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους αφενός και την ύπαρξη νομής του αναιρεσείοντος αφετέρου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αναφέρονται μόνο στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4, (όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012), στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/9/2013 αίτηση του Ο. Ο. Ζ. για αναίρεση της 192/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ