Legislator Case Law & Legislation
1370/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding evidence assessment and procedural absence.

Case Number 1370/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored specific documentary evidence proving the respondent's lack of contribution to asset growth. The court found the lower court had explicitly considered all legally submitted evidence, including the disputed documents, in its final ruling. Consequently, the appeal was rejected as the alleged procedural and evidentiary errors were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D; Art. 226 para. 4 items 3 & 4 K.Pol.D; Art. 559 no. 11 para. 3 K.Pol.D: The Supreme Court reviews procedural absence by examining whether the absent party expedited the hearing or was lawfully summoned; a second instance court must consider all evidence submitted without needing separate evaluation, and an appeal based on failure to consider evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it weighed all documents.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence assessment procedural absence second instance judgment documentary proof court of appeal legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D
Art. 226 para. 4 items 3 & 4 K.Pol.D
Art. 559 no. 11 para. 3 K.Pol.D

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1370/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Καδδίτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Έ. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4917/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 982/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του ως και με το από 24 Μαρτίου 2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20.11.2009 αίτησης και του από 24.3.2011 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1823γ/ 2.6.2010 και 3.297γ/29.3.2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 20.11.2009 αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των από 24.3.2011 προσθέτων αυτής λόγων, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση τους και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, δια θυροκολλήσεως, τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, για την δικάσιμο της 2.5.2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικώς για την 5.3.2012 και στη συνέχεια για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

ΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, 28/1997).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε, ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση της τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, π.χ. ύπαρξη καταθέσεων ή χρεών ή δανείων ανεξόφλητων κατά τους δύο κρίσιμους χρόνους υπολογισμού της τελικής περιουσίας που διαφοροποιούν απομειωτικά την καθαρή αξία της τελικής περιουσίας, αποτελεί βάση καταλυτικής ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, έστω και αν πρόκειται για ακίνητα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά την έναρξη της διάστασης και πριν από τη συμπλήρωση τριετίας από της έναρξης.

Στο ίδιο δε κρίσιμο χρονικό σημείο μεταφέρεται και συνυπολογίζεται και η αξία της συμβολής του ενός συζύγου με την παροχή υπηρεσιών κατά την προαναφερθείσα έννοια έστω και εάν δεν υφίσταται απόλυτη χρονική αντιστοιχία μεταξύ του χρόνου παροχής των υπηρεσιών και της κτήσης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων.

Τέλος, ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 1223/2007, 661/2005, 662/2005).

Η συμβολή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση) κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ).

Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων ή εκτός της οικίας στην επιχείρηση του συζύγου της, χωρίς να αμείβεται με το ποσό εκείνο που θα λάμβανε οποιοσδήποτε τρίτος που θα παρείχε τις ίδιες εργασίες, αποτελεί τη δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές, των οποίων προσδιορίζεται και η αξία τους έστω και η συνολική στην απόφαση (Α.Π. 1678/2005, 1418/2005) είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει, χωρίς να είναι αναγκαίο σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των αποκτημάτων του υπόχρεου (ΑΠ 3/2003, 252/2002, 1658/2001), ή σε σχέση με καθένα από τα αποκτήματα αυτά χωριστά (ΑΠ 193/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στην Αθήνα την 1-7-1984, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα ήδη ενήλικα. Ο γάμος λύθηκε με την 234/2005 απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη αμετάκλητη από 3-11-2005.

Και τον χρόνο τέλεσης του γάμου ο εναγόμενος δεν διέθετε ακίνητη περιουσία. Κατά τη διάρκεια του γάμου απέκτησε τα παρακάτω ακίνητα, στα οποία εστιάζεται η αξίωση της ενάγουσας. Με το υπ' αριθμ. .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πασχαλίδου Φωτοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένο, απέκτησε δύο όμορα οικόπεδα επιφανείας 440 τ.μ.

και 317,25 τ.μ., συνολικής αξίας κατά το χρόνο της λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής 300.000 ευρώ. Με το υπ' αριθμ. .../1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γιαννόπουλου Τσωνοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένο, αγόρασε ένα οικόπεδο με την πεπαλαιωμένη οικία που υπήρχε σε αυτό, επιφανείας 227,78 τ.μ..

Εν συνεχεία δε με την υπ' αριθμ. .../1989 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών, αφού κατεδάφισε την υπάρχουσα οικία, ανήγειρε μονοκατοικία μεζονέτα πολυτελούς κατασκευής, αποτελούμενη από υπόγειο επιφανείας 125,15 τ.μ., ισόγειο επιφανείας 125,15 τ.μ., πρώτο και δεύτερο όροφο επιφανείας 125,15 τ.μ. καθένας.

Η μονοκατοικία αυτή διαθέτει ανελκυστήρα, έχει αυτόνομη ανά επίπεδο θέρμανση, με εγκατάσταση συναγερμού, είναι πολύ υψηλής ποιότητας κατασκευή, και βρίσκεται σε προνομιακή θέση πολύ κοντά στο λόφο Φιλοπάππου. Η αξία του άνω ακινήτου κατά το χρόνο της λύσης του γάμου των διαδίκων και της άσκησης της αγωγής ανερχόταν σε 1.302.000 ευρώ.

Το άνω ακίνητο ο εναγόμενος μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. .../24-7-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοκόση στον αδερφό του Ε. Π. με το αναγραφόμενο τίμημα της αντικειμενικής του αξίας ποσού 395.227,28 ευρώ. Το τίμημα αυτό είναι προφανώς δυσανάλογο με την πραγματική αξία του ακινήτου την οποία ο εναγόμενος προσδιορίζει στο ποσό των 1.200.000 ευρώ, πέραν δε τούτου αποδείχθηκε ότι η άνω μεταβίβαση έγινε σε μικρό χρονικό διάστημα από την κατάθεση από τους διαδίκους κοινής αίτησης προς έκδοση συναινετικού διαζυγίου και ενώ εκκρεμούσε η υπόθεση του Δικαστηρίου, ήτοι από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η ενάγουσα απέκτησε το δικαίωμα να ζητήσει εμπράγματη ασφάλεια για την αξίωση της από τα αποκτήματα.

Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 29649 Σ/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, επετράπηκε στην ενάγουσα να εγγράψει επί του ακινήτου αυτού προσημείωση υποθήκης με τη συναίνεση του άνω αγοραστή Ε. Π. για την αξίωση της από τα αποκτήματα κατά του εναγομένου συζύγου της, για ποσό 234.776 ευρώ, ενώ ουδέποτε άσκησε αυτός οποιαδήποτε πράξη νομής στην άνω κατοικία στην οποία εξακολουθεί να διαμένει η ενάγουσα με τα τέκνα της, χωρίς να καταβάλει μισθώματα σε αυτόν.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να θεωρηθεί η άνω μεταβίβαση εικονική (άρθρο 138 Α.Κ.) και να συνυπολογισθεί η αξία της στην τελική περιουσία του εναγόμενου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν έχει αξίωση από αποκτήματα εναντίον του διότι με τα από 22-1-2003 και από 21-7-2004 ιδιωτικά μεταξύ τους συμφωνητικά ρυθμίστηκαν οι εκ της λύσεως του γάμου τους περιουσιακές σχέσεις, και ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε μετά από αυτά από την αξίωση της στα αποκτήματα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον από το περιεχόμενο των άνω συμφωνητικών προκύπτει ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, στα πλαίσια διευθέτησης των υποθέσεων τους από τη λύση του γάμου τους, μεταξύ άλλων να προβεί στην αγορά ενός διαμερίσματος, επ' ονόματι της συζύγου και των τέκνων του, κατά τα συμφωνηθέντα ποσοστά συγκυριότητας αυτών, η δε ενάγουσα την υποχρέωση να παραιτηθεί από τυχόν αξίωση της εκ των εκ του γάμου αποκτημάτων, υπό την αναβλητική αίρεση της εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο εναγόμενος (άρθρο 201 Α.Κ.), η οποία όπως συνομολογείται δεν πληρώθηκε, και μέχρι την εκπλήρωση της εξακολουθεί να υφίσταται η αξίωση της ενάγουσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκαν ότι εκ των διαδίκων: ο μεν εναγόμενος ήταν δραστήριος επιχειρηματίας, είχε αρχίσει την εμπορική του δραστηριότητα ως μικροπωλητής πολύ πριν από το γάμο του, από το έτος 1975 είχε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εισαγωγές και εμπορία ρολογιών και ψιλικών, από το έτος δε 1985 ίδρυσαν από κοινού με τον αδερφό του Ε.

Π. διάφορες εταιρείες με αντικείμενο την εμπορία ρολογιών και άλλων ειδών, απασχολούσαν αρκετά άτομα προσωπικό, είχαν μεγάλο κύκλο εργασιών και υψηλά κέρδη, συγκεκριμένα δε κατά το διάστημα από 1985 έως 2002 ίδρυσαν και λειτούργησαν ως εταιρείες "ΑΦΟΙ Π. Ε.Π.Ε.", "ΑΦΟΙ Π. Α. Ε." και την εταιρεία "Χ & Β Π. ΑΒΕΕ", επεξέτειναν σταδιακά τον κύκλο εργασιών τους, προσέλαβαν περισσότερο προσωπικό και επεξέτειναν τα γραφεία τους.

Από το έτος 1988 μέχρι το έτος 2002 ο εναγόμενος λειτούργησε ατομική επιχείρηση με όμοιο αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας. Η ενάγουσα εξάλλου η οποία σημειωτέον πριν από το γάμο της ήταν φοιτήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά συνέχισε τις σπουδές της και μετά το γάμο και έλαβε το πτυχίο της το έτος 1995, (βλ.

προσκομιζόμενο από την ίδια αντίγραφο πτυχίου με αναλυτική βαθμολογία του άνω Πανεπιστημίου) απασχολήθηκε από την αρχή του γάμου της στις επιχειρήσεις του εναγόμενου συζύγου της ως βοηθός λογιστή όπως φαίνεται και από της προσκομιζόμενης βεβαιώσεως των άλλων εταιρειών, και στην τελευταία ατομική επιχείρηση του εναγόμενου μέχρι και τις 31-12-2001 ως υπάλληλος γραφείου.

Η απασχόληση της όμως δεν ήταν συνεχής, ούτε τηρούσε το ωράριο εργασίας των υπαλλήλων του εναγόμενου, καθόσον πλην των περιόδων λοχείας της από τη γέννηση των τέκνων της που διέκοπτε την απασχόληση της, ήταν απασχολημένη με τη φροντίδα της οικογένειας της και την ανατροφή των τέκνων της, όπως η ίδια άλλωστε εκθέτει στην αγωγή της, είχε αυτή επωμισθεί τη φροντίδα του οίκου τους και την ανατροφή των τέκνων τους.

Στις οικιακές εργασίες απασχολούσαν οικιακή βοηθό τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι οι υπηρεσίες της ενάγουσας στη συζυγική οικία υπερέβησαν την υποχρέωση συμβολής της στις οικογενειακές ανάγκες. Τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου ο ενάγων, καθώς και την πληρωμή των διδάκτρων των ιδιωτικών σχολείων που φοιτούσαν τα τέκνα τους.

Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι η αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά τη διάρκεια του γάμου με τα άνω ακίνητα στα οποία επικεντρώνεται η αξίωση της ενάγουσας συνολικής αξίας κατά τη λύση του γάμου 1.602.000 ευρώ οφείλεται κυρίως στη δική του επιχειρηματική, εμπορική δραστηριότητα από την οποία απεκόμιζε υψηλά κέρδη.

Στην αύξηση αυτή συνέβαλε και η ενάγουσα με την κατά τα άνω απασχόληση της ως βοηθός λογιστή, κατά μικρότερο ποσοστό 20%, εργασία για την οποία δεν εισέπραττε αμοιβή παρόλο που για λογιστικούς λόγους και για την ασφάλιση της καταχωρούντο τέτοιες δαπάνες στα βιβλία των άνω εταιρειών. Αντίθετα πέραν της άνω περιορισμένης απασχόλησης της, δεν αποδείχθηκε άλλη συμβολή της στην επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγόμενου και ανάπτυξη των επιχειρήσεων του, ο οποίος είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στον τομέα αυτό πριν από το γάμο του.

Ούτε επίσης αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι τα χρήματα με τα οποία αγοράσθηκαν τα άνω ακίνητα από αυτόν και κατασκευάσθηκε η άνω κατοικία είχε αποκομίσει και αποταμιεύσει αυτός πριν από το γάμο. Έτσι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τα ανωτέρω, ανέρχεται σε 320.400 ευρώ (1.602.000 Χ 20%), ποσό στο οποίο ανέρχεται και η απαίτηση της κατ' αυτού, από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατά μερική παραδοχή της αγωγής αφού δέχθηκε εν μέρει την εκ του άρθρου 1 εδ.β του άρθρου 1400 Α.Κ. ένσταση του εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα 320.400 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες οι οποίες εν μέρει συμπληρώνονται και διορθώνονται με τις παρούσες, και οι λόγοι των αντιθέτων εφέσεων με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, σε σχέση με τη συμβολή της αναιρεσίβλητης πρώην συζύγου του στην επαύξηση της περιουσίας του (αναιρεσείοντος) αντικαθιστώντας αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της με παροχή υπηρεσιών χωρίς αμοιβή στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος πέραν του αναγκαίου μέτρου, που δεν είχε ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης ως προς το είδος και την αξία των υπηρεσιών που συνιστούν τη συνυπολογιστέα συμβολή της αναιρεσίβλητης συζύγου, δικαιολογούν την παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής κατά το αντίστοιχο αίτημα της, έστω και αν δεν εμφανίζεται χρονική απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των παραχθεισών υπηρεσιών κατά το χρόνο της έγγαμης συμβίωσης και του χρόνου κτήσης των ένδικων περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τέσσερις συναφείς λογούς του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου) από τον αριθ. 1 του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. και τους δεύτερο και τρίτο λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους ίδιους λόγους του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος τους και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη κατά νόμο υπόθεση ότι έπρεπε να υπάρχει απόλυτη χρονική αντιστοιχία μεταξύ του χρόνου κτήσης των ένδικων περιουσιακών στοιχείων και του χρόνου παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης συζύγου.

Εξάλλου οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το τρίτο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περίπου κατά πόσο δηλαδή υπήρξε ή όχι συμβολή πραγματική της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:

α) με το ότι η πώληση του ενός περιουσιακού στοιχείου δεν ήταν εικονική, β) πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με χρήματα δικών του αποταμιεύσεων, που υπήρχαν πριν από την τέλεση του γάμου των διαδίκων, γ) δεν υπήρξε καμία πραγματική συμβολή της αναιρεσίβλητης και δ) δεν αιτιολογείται επαρκώς η διαφοροποίηση στην προσβαλλόμενη της πραγματικής αξίας των ενδίκων ακινήτων σε σχέση με εκείνη που έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι απορριπτέα, κατά τα προεκτιθέμενα, αφού το από τις διατάξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου δεν είχε ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης η έννοια του αναγκαίου μέτρου, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, όλα τα προαναφερθέντα δεκτά γενόμενα και κατ' ουσίαν, αποτέλεσαν και περιεχόμενο της ένδικης από 5.5.2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης με την οποία επικαλέσθηκε ότι ο αναιρεσείων αύξησε την περιουσία του και κατά την αξία του ακινήτου που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου και που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ...

αρ. 24, το οποίο ναι μεν το είχε μεταβιβάσει λόγω πώλησης στον αδελφό του Ε. Π., προ του χρόνου γέννησης της αξίωσης της (31-01-2005), δηλαδή την 24-07-2003, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2003 Συμβολαίου Αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κοκκόση, πλην όμως η πώληση είναι εικονική και για αυτό θα πρέπει να υπολογισθεί το ακίνητο στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, επικουρικά δε σε κάθε περίπτωση, όπως επί λέξει αναφέρει, "αν ακόμα ήθελε υποτεθεί ότι η ανωτέρω πώληση είναι πραγματική και όχι εικονική τότε το πραγματικό τίμημα που έλαβε ο εναγόμενος είναι τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ".

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι νομικά ορισμένη στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας και περιέχει δύο (2) αντιφατικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 219 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτά ασκήθηκαν επικουρικά.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε νομικά ορισμένη την αγωγή δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται αβάσιμος.

IIΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2.2008).

Με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος της μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας τους, που αποκτήθηκε με δικά του χρήματα προερχόμενα από καταθέσεις προϋπάρχουσες του γάμου των διαδίκων: 1) τις υπ' αριθ. ..., ...

και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, 2) το υπ' αριθ. .../1989 συμβόλαιο και την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην

προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τη μηδενική συμβολή της αναιρεσείουσας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.11.2009 αίτηση, ως και τους από 24.3.2011 προσθέτους αυτής λόγους, του Χ. Π., για την αναίρεση της 982/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ