Legislator Case Law & Legislation
1370/2009 AI generated

Court dismisses appeal on fixed-term contracts, ruling repeated renewals without legal basis constitute illegal disguised permanent employment.

Case Number 1370/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that fixed-term employment contracts were invalid. The State argued for the validity of successive one-year contracts, while the plaintiffs contended these renewals were a deliberate circumvention of mandatory permanent employment laws. The court held that without a specific legal justification, repeated contract renewals for permanent tasks create an illegal de facto permanent relationship, rendering the contracts void.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920: Successive fixed-term employment contracts are void if their duration is not justified by the nature of the work or specific operational needs, as this constitutes a deliberate circumvention of mandatory permanent employment provisions.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contracts disguised permanent employment successive contract renewals mandatory permanent employment illegal circumvention of law labor law validity state employment relations

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Law 4558/1920, Article 11
Law 539/1945, Article 3
Law 4504/1966, Article 3, paragraph 16
Law 1082/1980, Article 1, paragraph 1
Article 103, paragraph 2b of the Constitution
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1370/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Καμάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: ....(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 256 ΟΝΟΜΑΤΑ), εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 547/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4951/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 15-9-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 7-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.

Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.

Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 18/2006, Ολ. ΑΠ 19/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον από το έτος 1994 και εφεξής με συμβάσεις, που άλλες μεν χαρακτηρίστηκαν ως "συμβάσεις έργου" άλλες "ωρομίσθιες" για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο κέντρο πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ).

Η εργασία τους συνίστατο στον έλεγχο και την καταχώριση δηλώσεων και στοιχείων των φορολογουμένων, πληκτρολόγηση, διάτρηση, δακτυλογράφηση κειμένων, χειρισμό Η/Υ, εισαγωγή δεδομένων κ.τ.λ.. Ήταν δε ίδια με αυτή (εργασία) που εκτελούσε το τακτικό προσωπικό, την παραπάνω εργασία εκτελούσαν στα γραφεία της οικείας υπηρεσίας, σε κανονικό ωράριο, υπογράφοντας σε ειδικό βιβλίο.

Αμείβονταν δε "ανά δακτυλισμό" με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις της Διεύθυνσης του αναιρεσείοντος, χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς, γι' αυτό και οι συμβάσεις τους, που αρχικά ήταν ενός έτους, ανανεώθηκαν διαδοχικά, μετά τη λήξη τους σε ισόποση χρονική διάρκεια μέχρι το έτος 1998, πλην της 143ης αναιρεσίβλητης, της οποίας η σύμβαση έληξε στις 1-5-1998.

επιπρόσθετα, οι αναιρεσίβλητοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τελούσαν υπό τις εντολές και τον ιεραρχικό έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων του κάθε τμήματος, λαμβάνουσες οδηγίες και εντολές για το είδος, τη φύση, και τον τρόπο εκτέλεσης της ανατεθειμένης σ' αυτούς εργασία. Ακολούθως, δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι συμβάσεων έργου.

Οι συμβάσεις αυτές, ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται. Επίσης δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αφού δεν υπάρχει νόμος, που να επιτρέπει την κατάρτισή τους, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2β του Συντάγματος.

Έτσι, οι ενάγοντες, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται τα επιδόματα των εορτών του Πάσχα 1999, των Χριστουγέννων 1998 και 1999 και τις αποδοχές άδειας 1999, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και την ΥΑ 19041/1981.

Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει εν μέρει αντιθέτως, δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 23-12-2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 4951/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ