Legislator Case Law & Legislation
1370/2007 AI generated

1370/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1370/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1370/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αττικής, με μικτές αποδοχές 800.000 δρχ. μηνιαίως. Προηγουμένως ο ενάγων εργαζόταν με μικρότερες αποδοχές ως εμπορικός αντιπρόσωπος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εταιρία Εμφιαλώσεως Λουτρακίου Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΡΙΣ", η οποία ασκεί όμοια και μάλιστα ανταγωνιστική επιχειρηματική δραστηριότητα με την εναγομένη.

Keywords

AI generated
redundancy overtime exceeding statutory hours breach of employment obligations abandonment of employment inflicted job loss cessation of gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1370 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1370/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Προβής Α.Ε.", που εδρεύει στο Λουτράκι Κορινθίας, Βιομηχανική Περιοχή Λουτρακίου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο. Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Ρονίδη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 31-7-2006 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 658/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 7-3-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ., δηλαδή απαγορεύει η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι όμως ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε.

Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία, με έδρα το Λουτράκι Κορινθίας, ασκεί επιχείρηση εμφιαλώσεως και διαθέσεως στην κατανάλωση φυσικού μεταλλικού νερού, την 5-3-2001 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διευθυντή του υποκαταστήματός της στον ......

Αττικής, με μικτές αποδοχές 800.000 δρχ. μηνιαίως. Προηγουμένως ο ενάγων εργαζόταν με μικρότερες αποδοχές ως εμπορικός αντιπρόσωπος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εταιρία Εμφιαλώσεως Λουτρακίου Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΡΙΣ", η οποία ασκεί όμοια και μάλιστα ανταγωνιστική επιχειρηματική δραστηριότητα με την εναγομένη.

Έτσι, ο ενάγων διέθετε λόγω της σχετικής προϋπηρεσίας του την αναγκαία εμπειρία για την ανωτέρω θέση και ακριβώς σ΄ αυτή την εμπειρία του απέβλεψε η εναγομένη κατά την πρόσληψή του. Ωστόσο η τελευταία την 22-3-2001 κατήγγειλε προφορικά την εν λόγω σύμβαση και αρνήθηκε έκτοτε να αποδεχθεί την προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος, ισχυριζόμενη ότι ήταν ανεπαρκής και δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της.

Με την υπ΄ αριθμ. 998/2002 απόφαση του αυτού Εφετείου που εκδόθηκε επί της από 1-6-2001 προηγούμενης αγωγής του αυτού ενάγοντος κατά της αυτής εναγομένης, έγινε δεκτό ότι η ανωτέρω από 22-3-2001 προφορική καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη, ως παράνομη και καταχρηστική, γι΄ αυτό και υποχρεώθηκε η εναγομένη, που κρίθηκε υπερήμερη, να καταβάλει σ΄ αυτόν το ποσό των 6.296.000 δραχμών για οφειλόμενες αποδοχές του κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2001 μέχρι 6-11-2001.

Από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση απορρέει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη υπερημερίας της εναγομένης για τις οφειλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές κατά το προηγούμενο ως άνω χρονικό διάστημα, που δεσμεύει στο πλαίσιο και της παρούσας δίκης, αφού ναι μεν το αντικείμενό της δεν ταυτίζεται με εκείνο της πρώτης δίκης, πλην όμως έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Μάλιστα το δεδικασμένο καλύπτει και το ύψος του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος για το επίδικο από 7-11-2001 μέχρι 30-9-2003 χρονικό διάστημα, αφού το ύψος αυτού, ανερχόμενο σε 800.000 δραχμών, αποτέλεσε στην προηγούμενη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση στον ενάγοντα αποδοχών υπερημερίας και έκτοτε δεν υπήρξε μεταβολή από την οποία να επηρεάζεται.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, η εναγομένη δεν απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένων θέσεων εργασίας, που προσφέρθηκαν στον ενάγοντα ή ήταν διαθέσιμες και απορρίφθηκαν απ΄ αυτόν, παρότι ήταν ανάλογες με την ειδικότητα και τα προσόντα του και απλώς συμπεραίνει η ίδια ότι, λόγω της εμπειρίας του στον τομέα των πωλήσεων προϊόντων και υπηρεσιών, μπορούσε, με δεδομένη τη μεγάλη ζήτηση στελεχών στον τομέα αυτό, να ανεύρει εύκολα εργασία, έστω και ως απλός πωλητής, αν πραγματικά ενδιαφερόταν κατά το επίδικο διάστημα.

Το δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει αποδοχές υπερημερίας δεν αποκρούεται ως καταχρηστικό, αν υποτεθεί ότι αυτός παρέλειψε να αναζητήσει ή αποποιήθηκε θέση απλού πωλητή, δηλαδή κατώτερη των προσόντων του, τα οποία μέχρι τότε του είχαν εξασφαλίσει θέσεις εμπορικού αντιπροσώπου και εμπορικού διευθυντή.

Πράγματι, ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1966 και είναι έγγαμος με ένα τέκνο, έχει δε σπουδάσει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο WEBSTER της Γενεύης και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, εργάσθηκε με βάση τα προσόντα του αυτά αρχικά ως βοηθός συμβούλου στην TRADE DEVELOPMENT BANK της Γενεύης (1985 - 1989) και στη συνέχεια, ως διευθυντής πωλήσεων ή εμπορικός αντιπρόσωπος, σε διάφορες εταιρίες στην Αθήνα και στο Λουτράκι (THE WARE HOUSE, PATRADING S.A., IRIS A.E.).

Η εμπειρία του στις θέσεις αυτές είναι δεδομένη και σημαντικά είναι τα συναφή προσόντα του, ωστόσο όμως δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη ανάλογη θέση εργασίας, μολονότι επανειλημμένα την αναζήτησε. Έτσι, ο ενάγων από 6-4-2001 είναι εγγεγραμμένος ως άνεργος στον ΟΑΕΔ για να μπορεί να έχει από τον Οργανισμό αυτό πληροφόρηση για υπάρχουσες θέσεις εργασίας.

Παράλληλα και ο ίδιος παρακολουθεί σχετικές αγγελίες στις εφημερίδες και απέστειλε κατά το επίδικο διάστημα βιογραφικά σημειώματά του για την πρόσληψή του στις επιχειρήσεις ITCC AE, MARLEY AEBET, EXTENSION OF GRAFIC ARTS, EUROPEAN AMERICAN RESOURCES, ΡΙΣΑΛΚΟ ΑΕ, ACTION PLAN S.A, οπό τις οποίες έλαβε τις από 13-12-2001, 30-1-2002, 29-3-2002, 11-6-2002, 26-8-2002 και 10-7-2002 αντίστοιχες αρνητικές απαντήσεις.

Η προσπάθεια αυτή του ενάγοντος να ανεύρει κατάλληλη θέση εργασίας δεν υπήρξε προσχηματική, αλλά ειλικρινής και δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως περιστασιακή απλώς και μόνο από τον αριθμό των επαφών του, εφόσον η εναγομένη δεν απέδειξε την ύπαρξη άλλων καταλλήλων θέσεων εργασίας, τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε αδικαιολόγητα.

Η ένταση της προσπάθειας του ενάγοντος για την εξεύρεση νέας εργασίας θα ήταν ενδεικτική αρνητικής διαθέσεώς του μόνο στο μέτρο που, συγκρινόμενη με τον αριθμό των προσφερόμενων σ΄ αυτόν θέσεων εργασίας, θα εμφανιζόταν αδικαιολόγητα ελλειμματική και τέτοιο έλλειμμα δεν αποδείχθηκε ούτε με τη βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας που επικαλέσθηκε η εναγομένη.

Μετά από όλα αυτά κατέληξε το Εφετείο, ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος για αξίωση μισθών υπερημερίας για το μεταγενέστερο της απολύσεώς του (22-3-2001) από 7-11-2001 έως 30-9-2003 χρονικό διάστημα δεν παρίσταται ως καταχρηστική. Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, και απορρίπτοντας ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την περί καταχρηστικότητας ένσταση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο για μισθούς υπερημερίας της ανωτέρω χρονικής περιόδου συνολικό ποσό 62.916,96 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος προς απόληψη μισθών υπερημερίας κατά το ως άνω διάστημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 281 και 656 ΑΚ.

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν μαζί με την αποστολή τω βιογραφικών σημειωμάτων στις ανωτέρω εταιρίες ο αναιρεσίβλητος επεδίωκε ή όχι και προσωπικές συναντήσεις με τους εκπροσώπους των εταιριών αυτών ή αν, επιδεικνύοντας την προσήκουσα επιμέλεια και επιμονή, μπορούσε ή όχι να ανεύρει ανάλογη εργασία με την ίδια αμοιβή σε άλλη βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση.

Επίσης δεν αναφέρεται αν στις πιο πάνω αρνητικές απαντήσεις των ανωτέρω εταιριών περιλαμβάνετο ή όχι η αιτία της σχετικής αρνήσεως. Ακόμη δεν προκύπτει σαφώς εάν κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί μη καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος το Εφετείο έλαβε ή όχι υπόψη την πολύ μικρή διάρκεια της απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα (17 ημέρες), τον μακρό σχετικώς χρόνο κατά τον οποίο αυτός παρέμεινε άνεργος, τις συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς εργασίας, καθώς και τις προσωπικές ιδιότητες του αναιρεσιβλήτου και προπαντός το νεαρό της ηλικίας του (35 ετών κατά το έτος 2001) και τα ιδιαιτέρως αυξημένα προσόντα του (επιστημονικά και επαγγελματικά).

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 658/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ