Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim due to insufficient thirty-year possession period. The court rejects arguments regarding the defendant's ownership rights. The ruling upholds the lower court's decision on legal uncertainty. Adverse possession requires strict statutory compliance. The court applies civil code provisions on property acquisition. Legal principles regarding long-term possession are clarified. The judgment emphasizes procedural and substantive law adherence. Property rights depend on continuous and lawful possession. The court finds the claim legally insufficient. Adverse possession rules are strictly interpreted. The decision clarifies ownership acquisition standards. Legal certainty is maintained through this ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding a claim of adverse possession. The appellant argued for ownership based on thirty years of possession, but the court found the possession period insufficient and legally flawed. The court ruled that the lower court did not violate substantive law and rejected all appeal arguments as baseless or inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045 and 1051 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Adverse possession requires continuous possession for thirty years, and an appeal is inadmissible if the court of first instance rejects a claim as legally uncertain without violating substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1370 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1370/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, τέως συζύγου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Βογιατζόγλου, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου για τον 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσίβλητων: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, 2) Ψ1 (....) του Ψ2 (..... ), και 3) ΄Ψ3 θυγατέρας Ψ2 (....), κατοίκου Γερμανίας, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8130/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 7739/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 7739/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθόσον στρέφεται κατά των δεύτερου και τρίτης από τους αναιρεσιβλήτους και της παραδοχής της ίδιας, καθόσον στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Κατά δε τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 πρ.Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) και έχει στην ένδικη υπόθεση εφαρμογή με βάση το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ΄ αυτό με καλή πίστη για μια τριακονταετία, με δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του από 21-6/3-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", των άρθρων του ν. ΔΞΗ΄/1912, των αλλεπάλληλων β.δ/των "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του νόμου αυτού και του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και αντιτάσσεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκτός αν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο επί του οποίου έχει γίνει κύριο το Δημόσιο, οπότε η ίδια χρησικτησία χωρεί μεν με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, εφόσον όμως αυτή έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915 (π.ρ.
β.λ. Ολ. ΑΠ 75/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 9-3-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με αυτήν, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, ζητήθηκε να αναγνωριστεί η και αμφισβητούμενη από το εναγόμενο κυριότητα της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, αγρού, εμβαδού 14.467,80 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "...." της περιφέρειας της Κοινότητας .... Αττικής, του τέως Δήμου .... επί της παραλιακής λεωφόρου ...., όπως αυτό, ειδικότερα, κατά τα όρια και πλευρές ορίων περιγράφεται στην αγωγή, αφού προηγουμένως εκτέθηκαν σ΄αυτή τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο απέκτησε η ενάγουσα παραγώγως με τα νομίμως μεταγραμμένα .....
και ....., αντίστοιχα, συμβολαιογραφικά συμβόλαια πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας και νομής από αληθείς κυρίους, ενώ συνέτρεξαν και απώτεροι δικαιοπάροχοι και αληθείς κύριοι, αναγόμενοι έως το έτος 1837, οπότε, σημειωτέον, το επίδικο αποτελούσε τμήμα ευρύτερης αγροτικής έκτασης, επιφανείας 28.000 περίπου βασιλικών στρεμμάτων, χαρακτηριζομένης ως "Τζεφλίκια (ή τσιφλίκια) της Αττικής, ονομαζόμενα ΄...., .... (ή ...) και ..." (ή ενιαίως "΄......" και βραδύτερα "΄...."), όπως οι σχετικές ειδικές και καθολικές διαδοχές αναφέρθηκαν στην αγωγή.
Επικουρικά το επίδικο ακίνητο απέκτησε η ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της και στα πρόσωπα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της, και ειδικότερα, υπό την ισχύ μεν του Α.Κ., με νομή επί του επιδίκου, μέχρι δε την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) με νομή επί του επιδίκου με καλή πίστη, συνιστάμενη δε τη νομή στη διενέργεια των στην αγωγή αναφερόμενων διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση εξουσίασής του ως ιδίου, όπως λ.χ.
καλλιέργειας και μάλιστα αυτοπροσώπως ή δια μισθωτών, περιφράξεων, επισκέψεων κ.ά.. Σημειωτέον ότι οι πιο πάνω ειδικές και καθολικές διαδοχές στην επί του επιδίκου νομή αναφέρθηκαν στην αγωγή σαφώς, πλήρως και αδιακόπτως, εκτός από μια περίπτωση, συνισταμένη στο εξής: Με το νομίμως μεταγραμμένο ..... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο ο Ζ1 πούλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα και νομή το επί του επιδίκου σε μεγαλύτερη έκταση υπό τις ονομασίες "΄...." και "...." μοναδικό για εκείνον ιδανικό μερίδιό του εκ 10% εξ αδιαιρέτου από την πατρική κληρονομία στον αδελφό του Ζ2 , που ήδη είχε αποκτήσει από την πατρική, επίσης, κληρονομία το άλλο ιδανικό μερίδιό του εκ 10% εξ αδιαιρέτου.
Με το δε μεταγραμμένο .... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο οι Ζ2, Ζ3, ΄Ζ4 θυγατέρα Ζ, Ζ5 θυγατέρα Ζ και Ζ6 θυγατέρα Ζ2, συγκύριοι του επιδίκου σε μεγαλύτερη έκταση υπό τις ονομασίες ΄..... και .... κατά τα ιδανικά ποσοστά 20%, 10%, 10%, 10% και 50%, αντίστοιχα, διένειμαν αυτό, με τη μεγαλύτερη έκταση, κατά κυριότητα και νομή, με συνέπεια να περιέλθει αυτό, σε μεγαλύτερη έκταση υπό την ονομασία "....., στα τέσσερα πιο πάνω τέκνα του θανόντος Ζ, ακολούθως δε, με το, επίσης, νομίμως μεταγραμμένο ....
συμβολαιογραφικό διανεμητήριο συμβόλαιο, που συντάχθηκε μεταξύ των ιδίων παραπάνω συγκυρίων, να περιέλθει το επίδικο στον Ζ2 σε μεγαλύτερη έκταση, υπό τις ονομασίες "μεριδα Δ΄ -..." και "μερίδα Ε΄ -....". Ο Ζ2 πέθανε το έτος 1908 και κληρονομήθηκε εκ (δημόσιας) διαθήκης από την αδελφή του ΄Ζ4 θυγατέρα Ζ. Ο προαναφερόμενος όμως αδελφός του θανόντος Ζ1 κατέλαβε μετά το θάνατο εκείνου και κατά το ίδιο έτος (1908), με διάνοια κυρίου, το επίδικο, σε μεγαλύτερη έκταση, υπό τις ονομασίες "μερίδα Δ΄- ....." και "μερίδα Ε΄- ...." και έκτοτε το νεμόταν έως το θάνατό του, επισυμβάντα στις 12-5-1933, οπότε χώρησε η εξ αδιαθέτου κληρονομική αυτού διαδοχή από τη σύζυγό του ...
και τον υιοθετημένο γιό του .... κατά τα αντίστοιχα ιδανικά ποσοστά 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου. Σ΄ αυτή βέβαια την περίπτωση οι επικαλούμενες από την ενάγουσα ειδικές και καθολικές διαδοχές στην επί του επιδίκου νομή από το έτος 1837 και εφεξής διακόπηκαν το έτος 1908 και αμέσως μετά την εν λόγω διακοπή άρχισαν άλλες τέτοιες διαδοχές έως την άσκηση της αγωγής.
Στην ίδια, τέλος, αγωγή, ως επικουρική βάση αυτής, για την περίπτωση που το εναγόμενο Δημόσιο ήθελε προτείνει την ένσταση ότι αμέσως πριν από την έναρξη ισχύος του β.δ. της 17 (29)-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" το επίδικο ήταν δάσος, με συνέπεια να καταστεί εκείνο, μετά την άπρακτη πάροδο της προβλεπόμενης στο πιο πάνω β.δ/μα προθεσμίας, δημόσιο κτήμα, εκτέθηκε ότι από τότε που το ίδιο ακίνητο, ως δάσος, έγινε δημόσιο κτήμα και έως και τις 11-9-1915, παρεμβλήθηκε έκτακτη χρησικτησία στα πρόσωπα των προαναφερόμενων αντίστοιχων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, με άμεσο επακόλουθο την απώλεια από το εναγόμενο της κυριότητας επί του επιδίκου, η οποία και περιήλθε τελικά κατά τον αναφερόμενο ειδικά στην αγωγή παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο στην ενάγουσα.
Όπως προκύπτει δε από τις προτάσεις του εναγομένου της πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, κατ΄ ορθή εκτίμησή τους, το διάδικο αυτό αρνήθηκε την ύπαρξη κυριότητας επί του επιδίκου στο πρόσωπο τόσο της ενάγουσας, όσο και όλων των αναφερομένων στην αγωγή δικαιοπαρόχων της. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της ενάγουσας της πρωτοβάθμιας επίσης, συζήτησης της αγωγής, η διάδικος αυτή δεν συμπλήρωσε με τις εν λόγω προτάσεις της την αγωγή με παράθεση νέων δικαιοπαρόχων της και νέων πραγματικών γεγονότων που να αφορούν την επί του επιδίκου κυριότητα ή νομή.
΄Εχοντας τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή, κατά την κύρια βάση της περί της κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, που αφορά το χρονικό διάστημα από την εκ μέρους του Ζ1 με διάνοια κυρίου κατάληψη του επιδίκου, σε μεγαλύτερη έκταση, κατά το έτος 1908 και εφεξής την επ΄ αυτού νομή του ιδίου και των άλλων μεταγενέστερων καθολικών ή ειδικών δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (διανοία) με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), έκτοτε δε και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (1998) ανεξάρτητα από καλή πίστη, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προεκτιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, αντίστοιχα, δεν πάσχει από νομική αοριστία.
Επομένως, το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή, κατά το πιο πάνω μέρος της, απορριπτέα εξαιτίας νομικής αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γι΄ αυτό ο επ΄ αυτής της πλημμέλειας στηριζόμενος δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά το πιο πάνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, αφού τέτοια σύνθεση κρίνεται εφικτή.
Αντίθετα η αγωγή, έχοντας το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, κατά μεν την κύρια βάση αυτής ως προς το υπόλοιπο μέρος αυτής (περί έκτακτης χρησικτησίας έως την κατά το 1908 κατάληψη του επιδίκου εκ μέρους του Ζ1) είναι, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, μη νόμιμη εξαιτίας του ότι οι έως εκείνο το χρονικό σημείο (του 1908) αναφερόμενοι στην αγωγή ως απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας δεν είχαν τέτοια ιδιότητα λόγω της τότε (1908) επελθούσας διακοπής της διαδοχής, κατά δε την επικουρική βάση αυτής (περί έκτακτης χρησικτησίας επί δημόσιου κτήματος και συγκεκριμένα δημόσιου δάσους έως και τη χρονολογία της 11-9-1915), είναι μη νόμιμη εκ της αυτής ως άνω αιτίας και επί πλέον εκ της αιτίας του ότι ο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας του προαναφερόμενου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ζ1 από την εκ μέρους του κατά το 1908 κατάληψη του επιδίκου και έως και την 11-9-1915 υπολειπόταν της για την έκτακτη χρησικτησίας αναγκαίας τριακονταετίας.
Συνεπώς, το Εφετείο, που, με την αναιρεσιβαλλομένη, έκρινε την αγωγή, κατά τα υπό συζήτηση μέρη της, ως πάσχουσα από νομική αοριστία, δεν παραβίασε τις προεκτιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, συνδυαζόμενες και προς εκείνη περί του ορισμένου της αγωγής του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΚΠολΔ, έλαβε δε υπόψη τους περί των αντιθέτων λόγους έφεσης της ενάγουσας, τους οποίους, σημειωτέον, στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμους, και οι περί των αντιθέτων α) πρώτος, μέρη πρώτο και δεύτερο, και τρίτος, μέρος πρώτο, και β) πρώτος, μέρος τρίτο, δεύτερος, μέρος δεύτερο, και τρίτος, μέρος δεύτερο, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 εδ.
α΄ και 8 περίπ.. β΄, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ενόψει δε του ότι από το άρθρο 559 αριθ. 19 σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο αυτού του άρθρου συνάγεται ότι δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης συνιστάμενος στο ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αγωγή (κλπ) ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη (ή ως πάσχουσα από νομική αοριστία) χωρίς αιτιολογία ή με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι πρώτος, μέρος τέταρτο, δεύτερος, μέρος τρίτο, και τρίτος, μέρος τέταρτο, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή, κατά τα υπό συζήτηση μέρη της, ως πάσχουσα από νομική αοριστία, έπραξε δε έτσι χωρίς αιτιολογία, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Ενόψει, επίσης, του ότι από το άρθρο 559 αριθ. 16 (όπου, σημειωτέον, προβλέπεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο) σε συνδυασμό και προς το όλο περιεχόμενο αυτού του άρθρου συνάγεται ότι δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης, συνιστάμενος στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, ο τελευταίος προς εξέταση τρίτος μέρος τρίτο, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι ο Εφετείο, κρίνοντας κατά τα ως άνω, υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, αφού δεν δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από προαναφερόμενη στο αναιρετήριο απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, ενόψει της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός από τους διαδίκους πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2004 αίτηση αναίρεσης της 7739/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά τους λόγους αναίρεσης που στο σκεπτικό της παρούσας κρίθηκαν απορριπτέοι.
Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση κατά το μέρος της που στο σκεπτικό της παρούσας κρίθηκε ως αναιρετέο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ