Legislator Case Law & Legislation
136/2025 AI generated

136/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 136/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

136/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Keywords

AI generated
airport noise compensation expiry of lease export subsidies forfeiture under international sanctions extension of expropriation post-flight grounds
AI generated
326/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
910/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
61/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1673/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
24/2020
Με την από 21-6-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-4-2019 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η 2073/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε κατ' έφεση .εξαφάνισε την 55/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ,) ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 301/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκαν, συνεπώς, παραδεκτά (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 136 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 136/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Καραγεώργο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της Φ. Κ. του Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15.06.2021 (αρ.κατ. ../2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 44/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 44/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 10.8.2016 αγωγή κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία επικαλούμενη ότι τυγχάνει κυρία, με παράγωγο τρόπο, του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου (ελαιώνα), ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία τούτου και δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε οριστικά με την υπ' αριθμ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 261/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 20.12.2017 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44/2021 απόφαση, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών).

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".

Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, αλλά και στις Σποράδες, που διέπονται από το ίδιο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 284/2021,ΑΠ 447/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 1810/2009).

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, αλλά και των Σποράδων, μεταξύ των οποίων και η Σκόπελος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 617/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 284/2021,ΑΠ 447/2021, ΑΠ 1228/2020).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο αποκτά κάποιος ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα, για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων, που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει, είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής, ορισμένο νόμιμο τρόπο, με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου.

Τέτοιος τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι, το ίδιο πρόσωπο είχε στη νομή του, με καλή πίστη, το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.

Ακόμη, για το ορισμένο της αγωγής στην τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, που άσκησε, συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη, πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει ως δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντος) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη, ο ιδιώτης έχει υποχρέωση, για το ορισμένο της αγωγής του, να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ.

αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 117/20209, ΑΠ 1125/2018).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη νόμιμη την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 1125/2018).

Στην ένδικη από 10-8-2016 αγωγή, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι τυγχάνει κυρία, με παράγωγο τρόπο, του ειδικότερα περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια, ακινήτου (ελαιώνα), που βρίσκεται στη θέση "Α…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σ.., εμβαδού 3.614,40 τ.μ..

Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1997 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σ.. Χ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σκιάθου, αιτία γονικής παροχής της μητέρας της Ι.-Κ. Β.. Ότι στη δικαιοπάροχό της περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1971 προικοσύμφωνου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ν. 1329/1983, λόγω προίκας που συνέστησε ο πατέρας της Β.

Τ.. Ότι ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητά του δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ…, Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τον Π. Τ., στον οποίο περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1939 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη, Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, από αγορά από τον Κ.

Τ., στον δε τελευταίο περιήλθε από κληρονομία της μητέρας του, Δ. Τ., που απεβίωσε στις 16-6-1916, στην οποία υπεισήλθε με ανάμειξη, ως επίσης, ότι το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σ…. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του ως άνω ακινήτου και δικαιούχος της καθορισθείσας με την υπ' αριθμ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που τη θεμελιώνουν χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται, επί πλέον αν το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11-9-1915, αφού ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να προβληθεί και ν' αποδειχθεί, από το εναγόμενο.

Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας (σιγή) τον περί αοριστίας ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τον οποίο είχε προβάλει πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο έφεσης, με την επίκληση ότι δεν διαλαμβάνονταν στην αγωγή οι διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας επί του ακινήτου (καθαράς ιδιοκτησίας γαία), δια των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πριν από την 11-9-1915, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ νομική πλημμέλεια και, συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 13 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 του ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 του ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και, συνεπώς, έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 692/2017).

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1693/2017) και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1640/2014, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1270/2013).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται το αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 555/2019, 275/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αρ. …/13.11.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Νομού Μ.., η οποία δημοσιεύθηκε στο με αριθμό …/….2002 ΦΕΚ (τ.

Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες της Ε.Ε.Δ.Ε. του ΥΠΕΧΩΔΕ, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου της επέκτασης του δαπέδου στάθμευσης αεροσκαφών, έκτασης συνολικού εμβαδού 83.574 τμ, που βρίσκεται στη Σ.. του Νομού Μ.. και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Ιούλιο 2002 και με αριθμό … και … κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικά πίνακα και πίνακα επικείμενων, που είχε συντάξει ο τοπογράφος-μηχανικός Β.

Μ. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής του ΥΜΠΕ-ΥΠΑ της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών (..). Με την υπ' αρ. 207/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα ακίνητα και τα επικείμενα που περιλαμβάνονται στην ως άνω απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση, ενώ με την υπ' αρ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης...Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται:

Ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό .., με εμβαδό έκτασης που απαλλοτριώνεται αναγκαστικά 3.614,40 τμ, με επ' αυτής επικείμενα 65 μεγάλες ελιές, ξερολιθιά 66,80 μ. και ξερολιθιά 29,20 μ, που συνιστά τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης 4.073 τμ, ενός ελαιώνα, που βρίσκεται στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας Σ…, με φερόμενη δικαιούχο αποζημίωσης κατά τον κτηματολογικό πίνακα τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη).

Η τελευταία απέκτησε την κυριότητα του ως άνω μείζονος ακινήτου, το οποίο κατά νεότερη καταμέτρηση έχει εμβαδό 4.000 τμ περίπου, δυνάμει του υπ' αρ. …/1997 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ…, Χ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ.. στον τόμο … και με αριθμό .., αιτία γονικής παροχής από τη μητέρα της, Ι.-Κ.

Β.. Στη δικαιοπάροχό της περιήλθε δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου (τόμος .., αριθμός ..) υπ' αρ. …/1971 προικοσύμφωνου συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, σε συνδυασμό με το άρθρο 56 του ν. 1329/1983, λόγω προίκας που συνέστησε ο πατέρας της, Β. Τ.. Ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητά του με αγορά από τον Π.

Τ., με το υπ' αριθμ. …/1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ.., Σ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος …, αριθμός …). Στον Π. Τ. περιήλθε δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου (τόμος …, αριθμός …) υπ' αριθμ. …/1939 συμβολαίου που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη, Μ. Κ., από αγορά από τον Κ. Τ., στον δε τελευταίο είχε περιέλθει από την κληρονομιά της μητέρας του, Δ.

Τ., που απεβίωσε στις 16-6-1916. Επομένως, η ενάγουσα απέκτησε το επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο. Σημειώνεται ότι το ως άνω ακίνητο καταχωρίσθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σκιάθου και συγκεκριμένα στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ …., εμβαδού 4.304 τ.μ. στη θέση ’…. Α-Β.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. πρωτ. ../…/2014 βεβαίωση του Δασάρχη Σκοπέλου, η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται ως μη δασική, μη υπαγόμενη στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6α του ν. 998/1979). Το εκκαλούν -εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ισχυρίζεται ότι το εμβαδόν του επίδικου ακινήτου της ενάγουσας στο υπ'αριθμ.

…./1997 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σ.., Χ. Γ. είναι μεγαλύτερο (εμβαδού 4.000 τ.μ περίπου) σε σχέση με το αναφερόμενο στο υπ' αρ. …/1971 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου (2 στρεμμάτων περίπου) της δικαιοπαρόχου της- μητέρας της, ώστε δεν αποδεικνύεται το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του ακινήτου αυτού των 4.000 τμ περίπου.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ικανός να καταλύσει την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, διότι αφενός στις εν λόγω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν προσδιορίζεται ακριβώς το εμβαδό του επιδίκου ακινήτου, ούτε προσδιορίζονται οι πλευρικές του διαστάσεις, αλλά στο τελευταίο συμβόλαιο γονικής παροχής αναφέρεται η έκτασή του σύμφωνα με γενόμενη νεότερη καταμέτρηση σε 4.000 τ.μ περίπου ή όση έκταση και αν είναι μέσα στα όρια, όπως αναφέρονται στα εν λόγω συμβόλαια, αφετέρου δε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, Σ.

Γ. και Ι. Π., κατοίκων ..., που έχουν προσωπική αντίληψη, ο δεύτερος μάλιστα και από την εποχή ήταν δήμαρχος Σ…(…), οι οποίοι προσδιορίζουν σαφώς το επίδικο ακίνητο που έλαβε η ενάγουσα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο από την μητέρα της, η οποία και είχε τον ελαιώνα αυτόν με το ως άνω ../1971 προικοσύμφωνο συμβόλαιο, με βάση τα γειτονικά ακίνητα, με τα οποία συνορεύει το επίδικο και συγκεκριμένα με τα κτήματα Μ…, Σ…, Μ…, Ι… και εξωκλήσι του …… Αντιθέτως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου λόγω διαδοχής του Οθωμανικού Δημοσίου ως δημόσια γαία, αφού, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το επίδικο ακίνητο, που δεν αποτελεί δάσος, αλλά πρόκειται για γαία καθαρής ιδιοκτησίας, ως μη εξουσιαζόμενο πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο κατεχόμενο από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου και με βάση τα πρωτόκολλα, περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια και έκανε την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν δεκτή, δεν έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με ελλιπή αιτιολογία και για το λόγο αυτό, πρέπει μετά τη συμπλήρωση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης με την παρούσα (...), να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα ".

Κατόπιν των ανωτέρω, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", των άρθρων 1 και 2 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1724 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρεται :

α) ότι οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων και των Σποράδων στις οποίες ανήκει και η Σκόπελος, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο καταβολής εγγείου φόρου, οπότε τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, πλην όμως, ότι το ιδιαίτερο αυτό νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς ίσχυσε στις Κυκλάδες και στις Σποράδες, μόνο για τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά αυτά, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, β) ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 3.614,40 τ.μ., που συνιστά τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης 4.073 τ.μ., (ελαιώνα), που βρίσκεται στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας Σκιάθου, αποτελούσε αναμφισβήτητα ανέκαθεν γαία καθαρής ιδιοκτησίας (ελαιώνα) και, συνεπώς, ως μη εξουσιαζόμενο πριν από την Επανάσταση από τον Σουλτάνο κατεχόμενο από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ'αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 13 του όρθρου του 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, ως προς τον προταθέντα από το αναιρεσείον - εναγόμενο ισχυρισμό περί κτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κων/λεως της 20ης Ιουνίου/2ας Ιουλίου 1881, τον οποίο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε ότι συνιστά ένσταση αναπόδεικτη και απορριπτέα και, στη συνέχεια, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλουμένων γεγονότων, ότι δηλαδή το επίδικο ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τις έφερε το αναιρεσείον - εναγόμενο και όχι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί παραβόλου δεν διαλαμβάνεται, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4, εδαφ.

β' του ν. 2579/1998), (ΑΠ 1169/2023, ΑΠ 1807/2023). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, που προέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 182, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να οριστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και την 134423 οικ/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.6.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 44/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και, Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από τη Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ