136/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated136/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 03 Αυγούστου 2022 (αριθμός κατάθεσης 80/03.08.2022) και επίδοση αυτού στις 05 Αυγούστου 2022 στον αναρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 136 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Ν., 2) Σ. Κ. του Θ., 3)Α. Κ. του Ν., 4) Γ. Κ. του Ι., 5) Π. Κ. του Η., 6) Μ. Κ. του Λ.,7) Α. Κ. του Ι., 8) Μ. Λ. του Ν. και 9) Ε. Λ. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Γκάτα, η οποία κατέθεσε προτάσεις στις οποίες δήλωσε διορθώσεις ως προς τα υποδεδειγμένα σε αυτές.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΠΑΡΤΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Σπάρτη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ποτούλας Κωστάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2675/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2018 αίτησή τους και τους από 27-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24.02.2022 κλήση των αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 30.04.2018 και με αριθμό κατάθεσης 7143/608/27.07.2018) αίτηση για αναίρεση της 559/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 02.11.2021, η οποία ορίστηκε με την από 19.04.2021 κλήση των αναιρεσειόντων μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο (από την αρχικώς ορισθείσα της 17.09.2019) της 04.02.2020.
Με την από 30.04.2018 και με αριθμό κατάθεσης 7143/608/27.07.2018) αίτηση αναίρεσης και τους από 27.07.2022 και με αριθ. κατάθεσης 80/03.08.2022 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η 559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία 2675/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής την αγωγή αυτών (ήδη αναιρεσειόντων) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου (σημειωτέον ότι είχε επίσης απορρίψει, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τότε πρώτης συνεναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣΗ Α.Ε.", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αφορούσε αξιώσεις αυτών ως νυκτερινών φυλάκων, που συνδέονταν εν τοις πράγμασι με τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Σπάρτης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά την κατ' επίφαση πρόσληψή τους στα πλαίσια προγράμματος για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και με υπογραφή συμφωνητικών συνεργασίας με τον τελευταίο, εκ παρανόμων υπερωριών, εργασίας Κυριακών και αργιών, νυκτερινής εργασίας, εξόδων κίνησης, επιδόματος γάμου, Πάσχα και αδείας των ετών 2001 έως και 2006, οπότε εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου με απόφαση του ΑΣΕΠ και καταδίκασε τους ενάγοντες στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των τότε εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτου και του έτερου συνεναγομένου μη διαδίκου εν προκειμένω) την οποία όρισε στο ποσό των 600 ευρώ για καθέναν από τους ενάγοντες.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 03 Αυγούστου 2022 (αριθμός κατάθεσης 80/03.08.2022) και επίδοση αυτού στις 05 Αυγούστου 2022 στον αναρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης Α. Φ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να συνεκδικαστούν αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), αλλά και, έκτοτε, του άρθρου 276 παρ. 2 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κ.λπ., από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005, βλ. και ΑΠ 1369/2021, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 1411/2019).
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασµό µε αυτήν του άρθρου 304 του π.δ. 410/1995 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. Α.Ε.Δ. 9/2009, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ/τος 496/1974, που αφορά τον χρόνο παραγραφής - επίσης διετούς - των κατά του Ν.Π.Δ.Δ.
αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου), ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (Α.Ε.Δ. 1/2012) και β) στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που κυρώθηκαν με το ν.δ/τα 53/1974 και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. (ΟλΑΠ 2/2011 επί ομοίας διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ/τος 496/1974, ΑΠ 1369/2021, ΑΠ 462/2013, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 123/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. α' και β' του ίδιου νόμου (2362/1995), η παραγραφή διακόπτεται "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" (ΑΠ 1369/2021) και "β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση [...] της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. [...]" (ΑΠ 1411/2019, ΑΠ 515/2019, ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015). Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ, 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή και δεν δύναται να λάβει υπ' όψη αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 666/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ιδίους διαδίκους και με την ιδία ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στην προηγουμένη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 215/2011, 932/2007).
Ο ενάγων, δικαιούχος της απαιτήσεως, προς αντίκρουση της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεώς του, δύναται να προτείνει τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της αγωγής. Απαραίτητες, επομένως, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 263 ΑΚ, είναι η τελεσίδικη απόρριψη της προηγουμένης αγωγής για λόγους τυπικούς, δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της διαγνωστέας απαίτησης, ή η παραίτηση από την αγωγή και η άσκηση νέας, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών, αγωγής με τους αυτούς διαδίκους και την αυτή ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 1581/2017).
Από δε τα άρθρα 262 παρ. 1 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα ενστάσεως ή αντενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον ενιστάμενο ή αντενιστάμενο και συγχρόνως να διατυπώνεται από αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 215/2011, 1773/2011, 1372/2010, 624/2003).
Επομένως, για την πληρότητα της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής και το παραδεκτό της πρέπει κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως να προταθούν από τον αντενιστάμενο ενάγοντα τα άνω περιστατικά, που, αν αποδειχθούν αληθινά, επιφέρουν τη διακοπή της παραγραφής, και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα περί απορρίψεως της ενστάσεως περί παραγραφής για την αιτία αυτή (ΑΠ 1463/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: με την από 14.02.2013 και με αριθμό κατάθεσης 24517/667/2013 ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού επικαλέστηκαν ότι προσλήφθηκαν από τους εναγομένους 1.
ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣΗ Α.Ε." (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και 2. ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Σπάρτης, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας παρά την κατ' επίφαση πρόσληψή τους στα πλαίσια προγράμματος για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ως νυκτερινοί φύλακες σε σχολεία του 2ου εναγομένου Δήμου, με συμφωνημένο ημερομίσθιο 35,22 ευρώ και εργάστηκαν 22 ημέρες το μήνα επί 8 ώρες ημερησίως (αντί του νομίμου για τους δημόσιου πολιτικούς υπαλλήλους 7,5 ώρες), κατά τις καθημερινές, αλλά και Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα, από την κατάρτιση της σύμβασης ενός εκάστου και συγκεκριμένα την 01.03.2001 για την 6η ενάγουσα, 26.03.2001 για την 9η ενάγουσα και 12.02.2001 για τους λοιπούς ενάγοντες μέχρι τις 10-03-2006, οπότε ενάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου Δήμου με απόφαση του ΑΣΕΠ, ζήτησαν, μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν και να υποχρεωθούν αυτοί να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα ποσά για τις παραπάνω αιτίες άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, για παράνομες υπερωρίες (30 λεπτών ημερησίως πλέον του νομίμου), εργασία Κυριακών και αργιών, νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου, Πάσχα και αδείας των ετών 2001 έως και 2006 κατά τις εκεί διακρίσεις.
Με την αγωγή δε αυτή παραιτήθηκαν του δικογράφου της από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2777/2007 προγενέστερης, ομοίου κατ' αυτούς περιεχομένου, αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2675/2013 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την απέρριψε (ως προς την πρώτη εναγομένη, μη διαδίκου εν προκειμένω, ως παθητικώς ανομιμοποίητη), ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Σπάρτης ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων, αφού απέρριψε την αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής, και καταδίκασε τους ενάγοντες στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων την οποία όρισε σε 600 ευρώ για κάθε ενάγοντα, κατόπιν δε εφέσεως των εναγόντων κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 559/2018 απόφασή του δέχθηκε, επί του ζητήματος της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων εν σχέσει με τον 2ο εναγόμενο και ήδη μοναδικό αναιρεσίβλητο Δήμο Σπάρτης, τα εξής: "Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες ζητούν να τους επιδικαστούν ποσά που αφορούν στα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006. Επομένως, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στις 15-2-2013 (βλ. τις 5143/15-2-2013 και 3833/15-2-2013 των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών Κ. Μ. και Α. Φ.), οι αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη (δηλαδή του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995).
Ως προς την αντένσταση διακοπής της παραγραφής που προέβαλαν παραδεκτά οι ενάγοντες, ήδη καθ' υποφορά με την αγωγή τους και την οποία επαναφέρουν, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Α) Οι ενάγοντες υπέβαλαν προς το Δήμο Σπάρτης το ... υπόμνημά τους με το οποίο ζήτησαν διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση και επιδόματα άδειας, αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες, με το οποίο υπόμνημα διακόπηκε η παραγραφή για τις μετά το Δεκέμβριο του 2004 αξιώσεις των εναγόντων.
Ακολούθως, εφ' όσον ο Δήμος δεν προκύπτει ότι απάντησε στο ως άνω υπόμνημα, από τις 29-6-2007, οπότε παρήλθε το εξάμηνο, άρχισε εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, με συνέπεια η διετής παραγραφή να συμπληρωθεί στις 29-6-2009, οπότε η ένδικη αγωγή δεν είχε ασκηθεί ακόμα. Β) Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών τη με αριθμό κατάθεσης 2777/21-12-2007 αγωγή τους, από την οποία παραιτήθηκαν με την υπό κρίση αγωγή.
Με την προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής οι ενάγοντες δεν αναφέρουν, με ορισμένο τρόπο, το περιεχόμενο της προγενέστερης αυτής αγωγής τους, προκειμένου να κριθεί από το παρόν Δικαστήριο εάν τα αιτούμενα κονδύλια ταυτίζονται με εκείνα της πρώτης αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί αν και για ποιά από αυτά έχει διακοπεί η παραγραφή.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν ζητήσει με αυτήν να επιδικαστεί σε κάθε έναν από αυτούς το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ (ίδιο σε όλους), χωρίς να προσδιορίζουν τα επί μέρους κονδύλια, ενώ στο ιστορικό της αγωγής τους γίνεται λόγος, διηγηματικά, για μη καταβολή ειδικών μηνιαίων παροχών, διαφορών δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, αμοιβής νυκτερινής εργασίας, υπερωριών και "λοιπά".
Επίσης, με την αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου αιτούνται το συνολικό ως άνω ποσό για το χρονικό διάστημα έως και το 2007, ενώ με την παρούσα αγωγή αναφέρονται στο χρονικό διάστημα έως και το έτος 2006. Ως εκ τούτου, εφ' όσον δεν προκύπτει ότι οι ως άνω αγωγές (προγενέστερη και κρινόμενη) είναι ίδιες κατά περιεχόμενο και αιτήματα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, δεν έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής και οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου Δήμου έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή".
Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης και το συναφή δεύτερο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 σε συνδυασμό με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με το να απορρίψει την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής ως αόριστη, καθώς δεν έλαβε υπόψη του αναγκαία για την θεμελίωση της αντένστασης γεγονότα που εκτίθονταν σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αναγκαίας για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες με τις από 07.10.2013 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρότειναν αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων με την έγερση της από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2777/2007 προγενέστερης αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά (μεταξύ των άλλων) του ήδη αναιρεσιβλήτου 2ου εναγομένου Δήμου Σπάρτης, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο αυτό στις 27.12.2007, με την οποία διεκδικούσαν, μεταξύ άλλων, "με την ίδια ιστορική και νομική βάση και τις επίδικες αξιώσεις", από το δικόγραφο της οποίας (αγωγής) παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή, αντένσταση την οποία πρότειναν, και προφορικά, έστω και συνοπτικά, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού (σημειωτέον ότι την αντένσταση αυτή είχαν προτείνει ατελώς το πρώτον καθ' υποφοράν με την ένδικη αγωγή).
Την αντένσταση αυτή οι εναγόντες εκκαλούντες επανέφεραν παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι "με την προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής οι ενάγοντες δεν αναφέρουν, με ορισμένο τρόπο, το περιεχόμενο της προγενέστερης αυτής αγωγής τους, προκειμένου να κριθεί από το παρόν Δικαστήριο εάν τα αιτούμενα κονδύλια ταυτίζονται με εκείνα της πρώτης αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί αν και για ποιά από αυτά έχει διακοπεί η παραγραφή", υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 σε συνδυασμό με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι για την πληρότητα της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, αναφέρονταν σ' αυτή με επάρκεια, όπως προαναφέρθηκε, τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν και δη ότι με την προγενέστερη αγωγή κατά του αυτού εναγομένου διεκδικούσαν με την ίδια ιστορική και νομική βάση (όλες) τις επίδικες αξιώσεις, και είναι βάσιμος ο ανωτέρω πρόσθετος λόγο αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος λόγος αυτής.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την προγενέστερη από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2777/2007 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών των και ήδη εναγόντων κατά των και ήδη εναγομένων που κοινοποιήθηκε στον δεύτερο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) στις 27.12.2007 με την ...
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Π. Ζ., οι ενάγοντες αφού προέβαλαν το ίδιο με την ένδικη αγωγή ιστορικό ενσχέσει με το καθεστώς εργασίας τους, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, οφειλόμενα ποσά για εργασία Κυριακών και αργιών, νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης και επίδομα γάμου (οικογενειακή παροχή) των ετών 2001 και δη από την πρόσληψη εκάστου έως και τους τρεις μήνες του έτους 2006, τα οποία και αναλύουν σε επισυναπτόμενους στην αγωγή αυτή πίνακες, ενώ διηγηματικά και μόνον στο ιστορικό αυτής αναφέρουν ότι τους οφείλονται (επιπλέον) αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες (αναφέρεται μόνο ο σχετικός όρος), επιδόματα εορτών Χριστουγέννων (δεν είναι επίδικα) και Πάσχα, και επίδομα αδείας, και επιπροσθέτως αναφέρουν ότι τους οφείλονται ποσά και για το έτος 2007 χωρίς να τα προσδιορίζουν και να αιτούνται σχετικά ποσά.
Η ανωτέρω αγωγή, που κοινοποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, στον δεύτερο εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο στις 27.12.2007, και από το δικόγραφο της οποία παραιτήθηκαν οι ενάγοντες με την ένδικη, διέκοψε την παραγραφή αναφορικά με τις ως άνω αμοιβές για εργασία Κυριακών και αργιών, νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης και επίδομα γάμου, που περιέχονταν σ' αυτή, για όσες από τις αξιώσεις αυτές είχαν γεννηθεί μετά (εντεύθεν) της 27.12.2005 (ήτοι αυτές που γεννήθηκαν μέσα στα δύο χρόνια πριν από την άσκηση της ανωτέρω προγενέστερης αγωγής), ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (σε συνδυασμό µε αυτήν του άρθρου 304 του π.δ/τος 410/1995) θεσπίζεται ειδική βραχυχρόνια διετής παραγραφή από της γενέσεώς τους για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, αναφορικά με αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, ενώ κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, αν όμως ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Επίσης, αναφορικά με τις εκ των ανωτέρω αξιώσεων για αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες, όσες εξ αυτών γεννήθηκαν μετά την 29.12.2004 διεκόπη η παραγραφή με την υποβολή του κατωτέρω αναφερόμενου υπομνήματος/αιτήσεως προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου, ενώ οι εξ αυτών γεννηθείσες προ της ανωτέρω ημερομηνίας (29.12.2004) είχαν υποκύψει στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (ήτοι δύο χρόνια πριν από την υποβολή του κατωτέρω αναφερόμενου υπομνήματος/αιτήσεως προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "Οι ενάγοντες υπέβαλαν προς το Δήμο Σπάρτης το ... υπόμνημά τους με το οποίο ζήτησαν διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών, αποζημίωση και επιδόματα άδειας, αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες, με το οποίο υπόμνημα διακόπηκε η παραγραφή για τις μετά το Δεκέμβριο του 2004 αξιώσεις των εναγόντων.
Ακολούθως, εφ' όσον ο Δήμος δεν προκύπτει ότι απάντησε στο ως άνω υπόμνημα, από τις 29-6-2007, οπότε παρήλθε το εξάμηνο, άρχισε εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, με συνέπεια η διετής παραγραφή να συμπληρωθεί στις 29-6-2009, οπότε η ένδικη αγωγή δεν είχε ασκηθεί ακόμα". Όμως, εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αναιρετικώς ανελέγκτως ότι "οι ενάγοντες υπέβαλαν προς το Δήμο Σπάρτης το ...
υπόμνημά τους με το οποίο ζήτησαν διαφορές αποδοχών (δεν είναι επίδικες), επιδόματα εορτών (δεν είναι επίδικο το επίδομα Χριστουγέννων), αποζημίωση και επιδόματα άδειας (δεν είναι επίδικη η αποζημίωση αδείας), αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες", με το υπόμνημα αυτό διακόπηκε η παραγραφή για τις γεννηθείσες μετά τις 29-12-2004 ανωτέρω επίδικες αξιώσεις των εναγόντων (ήτοι για όσες γεννήθηκαν δύο χρόνια πριν από την υποβολή του υπομνήματος/αιτήσεως προς την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου), και καθώς επίσης η απόφαση αυτή δέχθηκε ανελέγκτως ότι "ο εναγόμενος Δήμος δεν απάντησε στο ως άνω υπόμνημα", από τις 29.06.2007, οπότε παρήλθε το εξάμηνο, άρχισε εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 93 περ.
β' του ν. 2362/1995, με συνέπεια η διετής παραγραφή να συμπληρωθεί το αργότερο στις 29.06.2009 (οπότε η ένδικη αγωγή δεν είχε ασκηθεί ακόμα) για τις εκ των ανωτέρω επιδίκων αξιώσεων για επίδομα Πάσχα και επίδομα άδειας' όμως για τις ανωτέρω αξιώσεις για εργασία Κυριακών και αργιών και νυκτερινή εργασία, καθώς ήδη με την ανωτέρω προγενέστερη, της ένδικης, αγωγή (από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οι ενάγοντες με την ένδικη) είχε διακοπεί η παραγραφή για όσες από αυτές είχαν γεννηθεί από τις 27.12.2005 και μετά, και εφόσον μέχρι τότε δεν είχε παρέλθει διετία από το άνω υπόμνημα/αίτηση (...) που είχε διακόψει την παραγραφή για όσες από αυτές γεννήθηκαν μετά τις 29.12.2004, διεκόπη η παραγραφή αυτών από την ημερομηνία αυτή και εντεύθεν, ενώ η μη απάντηση του εναγομένου στο ανωτέρω υπόμνημα/αίτηση δεν ασκεί επιρροή ως προς αυτές, των οποίων η παραγραφή διεκόπη εκ νέου με την προγενέστερη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Πέραν των ανωτέρω, οι λοιπές αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στη διετή εκ του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 σε συνδυασμό µε αυτήν του άρθρου 304 του π.δ/τος. 410/1995 παραγραφή, καθώς δεν διεκόπησαν κατά κανένα των ανωτέρω τρόπων, η δε άσκηση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα μετά πάροδο διετίας από τη γέννηση αυτών.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης περί παραβίασης από το εφετείο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκαν με το ν.δ. 53/1974 και έχουν υπερνομοθετική ισχύ με το άρθρο 28 του Συντάγματος, με την εφαρμογή του, αντικείμενου στις ανωτέρω διατάξεις, άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 περί διετούς παραγραφή των αποδοχών των υπαλλήλων του Δήμου είναι αβάσιμος.
Ο τρίτος όμως αναιρετικός λόγος σε συνδυασμό με τον σχετικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 (και όχι 1 και 19) ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε το δικόγραφο της προγενέστερης αγωγής (που είχε το ίδιο περιεχόμενο με την ένδικη και με την οποία διακόπηκε η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων), και απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, κρίνοντας ότι αυτή ανέφερε αορίστως τα αιτούμενα κονδύλια και δεν προκύπτει ότι οι δύο αγωγές ταυτίζονται κατά περιεχόμενο, μη λαμβάνοντας υπόψη, παρά το νόμο, αναγκαία, προταθέντα, για τη θεμελίωση της αντένστασης διακοπής της παραγραφής γεγονότα που εκτίθενται σ' αυτή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις για εργασία Κυριακών και αργιών και νυκτερινή εργασία, που έχουν γεννηθεί από τις 29.12.2004 και μετά και για έξοδα κίνησης και επίδομα γάμου που έχουν γεννηθεί από τις 27.12.2005 και μετά (ενώ είναι αβάσιμος ως προς τις λοιπές αξιώσεις και πρέπει ως προς αυτές να απορριφθεί) και πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (σε συνδυασμό και με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης και το συναφή δεύτερο λόγο αυτής με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτός), μόνο όμως κατά το μέρος της αναφορικά με τα επιμέρους ανωτέρω κονδύλια και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε λόγο έφεσης για υπέρογκα δικαστικά έξοδα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού μετά την (έστω και εν μέρει) αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, τα δικαστικά έξοδα θα κριθούν ενιαίως από το δικαστήριο της παραπομπής εφετείο.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το νόμιμο και εν μέρει βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", κατά ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω 559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο αιτιολογικό και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ