Legislator Case Law & Legislation
136/2021 AI generated

136/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 136/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

136/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφ' όσον (επομένως( οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση παραστάσεώς τους (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 242 παρ.2, 578 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Keywords

AI generated
adapted work capacity onset of incapacity cessation of gainful employment temporary loss of work suspension of disability benefits termination of insurance benefits
AI generated
1056/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2692/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4663/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2006 αίτησή του.
341/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7862/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2007 αίτησή της.
1571/2022
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
1130/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1103/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 138/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/5/2012 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 136 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 136/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημα του, την 17η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Παπανικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) ομόρρυθμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία " ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ -ΤΟΜΗ Α.ΒΈ.Τ.Ε - ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΟΔΙΚΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ ΟΕ" με διακριτικό τίτλο " ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΙΣ ΟΔΩΝ Ο.Ε" πρώην "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ - Δ Κ. ΑΕ. Λειτουργία και Συντήρηση Οδικών Αρτηριών Ο.Ε", που έχει την έδρα της στη Ν. Κηφισιά Αττικής, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" πρώην " ΕΦΑ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ ", ως διάδοχος από το νόμο της Ανώνυμης Τεχνικής (βαρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ " που έχει την έδρα της στη Ν. Κηφισιά Αττικής, 3) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία " ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ ", με την ιδιότητα της α) ως καθολική διάδοχος από το νόμο της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", β) ως καθολική διάδοχος από το νόμο της εταιρίας με την επωνυμία Δ. Κ. ΑΕ και γ) ως ομόρρυθμος εταίρος της Ομόρρυθμης Τεχνικής Εταιρίας, με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ - ΤΟΜΗ Α.Β.Ε.Τ.Ε - ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΟΔΙΚΩΝ ΑΡΤΗΡΙΩΝ ΟΕ " με διακριτικό τίτλο " ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΙΣ ΟΔΩΝ Ο.Ε " πρώην "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ – Δ. Κ. ΑΕ. Λειτουργία και Συντήρηση Οδικών Αρτηριών Ο.Ε", που έχει την έδρα της στη Ν. Κηφισιά Αττικής, που εκπροσωπούνται όπως ορίζει ο νόμος, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε " πρώην "Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ " που έχει την έδρα της στην Ν.Κηφισιά Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3846/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4820/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 2849Ζ, 2850Ζ, 2851Ζ και 2852Ζ/21-10-2019, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους για τη δικάσιμο της 7-4-2020, κατά την οποία δεν συζητήθηκε η υπόθεση λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (βλ.

ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.21159 - ΦΕΚ Τεύχος Β' 1074/27.03.2020). Στη συνέχεια, με την από 23-6-2020 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, (αρθ. 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020), αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στο site, του Αρείου Πάγου WWW.areiospagos.gr, στη διαδυκτιακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων.

Εφ' όσον (επομένως( οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την παρούσα δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση παραστάσεώς τους (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 242 παρ.2, 578 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Με την από 12-6-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 5424/541/2029) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 4820/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η από 16-2-2015 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 971/2015) έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 3946/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28-12-2010 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 2622/81/2011) αγωγή του αναιρεσείοντος και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου α.ν., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26-1-1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29-4-2002) αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα (12) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δεκατεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο.

Με το άρθρο 6 της από 23-5- 2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Με το άρθρο 3 της από 2-4-2008 ΕΓΣΣΕ (πράξη Κατάθεσης Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 13/18-4-2008) που φέρει τον τίτλο "Προσαύξηση της Κανονικής άδειας μετά 25ετή εργασία" ορίζεται ότι "Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες (τριες), που συμπληρώνουν υπηρεσία δέκα (10) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα (12) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή είκοσι πέντε (25) εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (ΑΠ 1117/2017).

Από 1-1-2008, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλαδή συνολικά τριάντα μία (31) ημέρες και είκοσι έξι (26) ημέρες αντίστοιχα". Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, να χορηγεί σ' αυτόν την παραπάνω αναλογία της κανονικής άδειας (αρθρ. 1 β ν. 3302/2004).

Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδεια που δικαιούται, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας του, αυξημένες κατά 100 %, δηλαδή στο διπλάσιο (άρθρο 3 Ν.Δ. 3755/1957) (ΑΠ 1189/2013, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 437/2010).

Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής), η οποία απαιτείται μόνο για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, για την οποία απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 1050/2018, ΑΠ 902/2011, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 437/2010).

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, θεσπίστηκε και ένα πρόσθετο ποσό, το "επίδομα άδειας", το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών άδειας, με τον περιορισμό ότι αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15θημέρου για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά ή κατ' άλλον τρόπο, και καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές άδειας (ΑΠ 122/2017, ΑΠ 519/2017, ΑΠ 792/2017, ΑΠ 522/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 6/2019, 9/2016, 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αίτημα της από 28-12-2010 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. (2611/81/2011) αγωγής του αναιρεσείοντος για καταβολή αποδοχών αδείας των ετών 2007 έως 2010 και επιδόματος αδείας του έτους 2006, για την προσφερόμενη εργασία του προς τις αναιρεσίβλητες δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη:

Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη στις 21-6-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, μοναδικά μέλη της οποίας είναι οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες εταιρείες, προκειμένου να εργασθεί ως ηλεκτρολόγος στη συντήρηση των ηλεκτρολογικών εργασιών (φωτισμού ηλεκτρογεννητριών, μονταρίσματος πινάκων των σηρράγων κ.λ.π) στο έργο που είχε αναλάβει η εν λόγω εταιρεία και που ήταν η συντήρηση και λειτουργία του τμήματος από Ηγουμενίτσα έως τον κόμβο "ΜΕΤΟΧΙ Α.Ε.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", έχοντας κατά την πρόσληψή του προϋπηρεσία 24 έτη, που γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη. Ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος διέπονταν κατά τη συμφωνία τους και καθορίζονταν από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (Ε.Κ.Σ.Σ.Ε.) και διαιτητικές αποφάσεις (Δ.Α.) που αφορούσαν τους ηλεκτροτεχνίτες ηλεκτρολογικών καταστημάτων όλης της χώρας.

Ότι με την παραπάνω ιδιότητά του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, εργαζόμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, μέχρι τις 6-4-2020, οπότε η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του.? Ότι βάσει των από 26-3-2005 ΣΣΕ, 21/2006 ΔΑ, 26/2007 ΔΑ, 28-7-2008 ΣΣΕ και ΔΑ 33/2008, οι νόμιμοι μισθοί του με τα δικαιούμενα επιδόματα προσωπικά και εργασίας και οι καταβαλλόμενοι μισθοί στο επίδικο διάστημα ανέρχονταν:

α) από 1-7-2006 έως 31-12-206 1.894,04 ευρώ νόμιμος και καταβαλλόμενος 1.800 ευρώ. β) από 1-1-2007 έως 30-6-2007 1.935 ευρώ νόμιμος και καταβαλλόμενος 1.800 ευρώ. γ) από 1-7-2007 έως 31-12-2007 2.069 ευρώ νόμιμος και καταβαλλόμενος 1.800 ευρώ. δ) από 1-1-2008 έως 30-6-2008 2.092 ευρώ νόμιμος και καταβαλλόμενος 1.800 ευρώ. ε) από 1-7- 2008 έως 31-12-2008 2.177 ευρώ και καταβαλλόμενος 1.800 ευρώ μέχρι 30- 9-2008 και 1.906 ευρώ από 1-10-2008, στ) από 1-1-2009 έως 30-6-2009 2.243 ευρώ νόμιμος και 1.963,73 ευρώ καταβαλλόμενος και ζ) από 1-7-2009 μέχρι 6-4-2010 2.417 ευρώ νόμιμος και 2.125,26 ευρώ καταβαλλόμενος.

Ότι ο ενάγων ελάμβανε από το έτος 2006-2010 τις δικαιούμενες ημέρες αδείας, όπως προκύπτει και από τα σχετικά έγγραφα που ο ίδιος έχει υπογράψει χωρίς καμία αμφισβήτηση ως προς τον ορθό υπολογισμό των ημερών αδείας που έλαβε και που δικαιούται, δεκτής γενομένης της ένστασης εξόφλησης (άρθρ. 416 ΑΚ), ως ουσία βάσιμης εν μέρει.

Δικαιούται, όμως, το ποσό των 592,50 ευρώ για διαφορές επιδομάτων αδείας των ετών 2007-2010 λόγω εσφαλμένου υπολογισμού του ημερομισθίου εκ μέρους των εναγομένων, ενώ για το έτος 2006 δε/ δικαιούται επίδομα αδείας, καθόσον δεν είχε συμπληρώσει ένα (1) έτος εργασίας στις εναγόμενες. Με τις κρίσεις του, όμως αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά το ζήτημα των δικαιούμενων κατ' έτος ημερών ετήσιας άδειας και των αντίστοιχων δικαιούμενων αποδοχών αδείας, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί εκθέτει κατά τρόπο αόριστο, ελλιπή και αντιφατικό τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε κατά νόμο να εκτεθούν ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν εφαρμόσθηκαν σωστά οι προαναφερόμενες διατάξεις•.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τον δικαιούμενο κατ' έτος αριθμό ημερών αδείας, το χρόνο χορήγησης της κατά τα άνω αδείας, ώστε να κριθεί αν οι ημέρες άδειας συνέπιπταν με αργίες και Σαββατοκύριακα, καθώς και τα ποσά που ο ενάγων δικαιούταν για αποδοχές αδείας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και αυτά που του κατεβλήθησαν, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν όντως οι αναιρεσίβλητες έχουν εξοφλήσει πλήρως την οφειλή τους αυτή, τούτο δε σε συνδυασμό με τις αντιφατικές ως προς το ανωτέρω αίτημα του ενάγοντος παραδοχές της, ότι ο τελευταίος εργαζόταν συνεχώς καθ' όλο το επίδικο διάστημα από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί 38 ώρες την εβδομάδα και όλους τους μήνες των επίδικων ετών από την πρόσληψή του, τον Ιούνιο του έτους 2006, μέχρι τις 6-4-2010, κατά τον καθορισμό της δικαιούμενης διαφοράς νόμιμων και καταβαλλόμενων αποδοχών του, επιδικάζοντάς του για το διάστημα αυτό το ποσό των 11.043,86 ευρώ.

Κατόπιν αυτών ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων - αναιρεσείων, δεν δικαιούται επίδομα αδείας του έτους 2006, λόγω μη συμπλήρωσης ενός έτους εργασίας στις εναγόμενες, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ως άνω, περί επιδόματος αδείας, διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι, αφού αυτός εργάστηκε από 21-6-2006 έως 31-12-2006, δικαιούται το αναλογούν επίδομα αδείας του έτους 2006 (ΑΠ 1420/2015).

Επομένως, ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4820/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ