136/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Legislator headnote
AI generated136/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 18-1-2010 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6072/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δικάζοντας επί των από 27-10-2013 και 20-11-2013 αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 5732/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε αυτές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 136 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 136/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αφροδίτης Καρούκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α Δ του Σ, 2)Α Τ του Σ, 3) ΧΑ του Ε, 4)Ι Σ του Κ, 5) Κ Α του Γ, 6) ΑΟ του Α, 7) Μ Ο του Ι, 8) ΕΣ του Χ, 9) Σ Μ του Μ, 10) Α Κ-Δ του Λ, 11) Δ Μ του Σ, 12) Μ Κ-Κ του Μ, 13) Ε Σ του Ε, 14) Αθηνάς Κουκουλάκη του Νικολάου, και 15) Α Σ του Ν, κατοίκων Θ.., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μαύρου Μαυρουδή, εκτός των με α/α αναιρεσίβλητων 4ης, 5ης, 10ης που δεν παραστάθηκαν, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5732/2003 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6072/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 26-3-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 18-1-2010 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6072/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δικάζοντας επί των από 27-10-2013 και 20-11-2013 αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 5732/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε αυτές.
Τη συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επέσπευσε το αναιρεσείον. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Μ. Μαυρουδής, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί όλους τους αναιρεσείοντες πλην των 4ης αναιρεσίβλητης Ι.Σ, 5ης Κ.
Α και 10ης Α. Κ- Δ, που κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ήσαν απούσες, για τις οποίες διαπιστώνεται από την έρευνα της δικογραφίας ότι δεν κλητεύτηκαν για να παρασταθούν κατά την ως άνω δικάσιμο. Επομένως, αφού όλες οι προαναφερόμενες αναιρεσίβλητες είναι απλοί ομόδικοι με τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους, πρέπει, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως και να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως παρίστανται.
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18-2-2003 (αριθμ.κατ. 2694/2003) αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι, δυνάμει διαδοχικών εγγράφων συμβάσεων δεκάμηνης διάρκειας που συνήψαν με τα αρμόδια όργανα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, τις οποίες το τελευταίο χαρακτήρισε ως συμβάσεις έργου, αλλά στην ουσία υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτουν, παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο ως καθαρίστριες στο σχολικό συγκρότημα "E", κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρουν για την καθεμιά και υπό τους όρους που, επίσης, αναλυτικά εκθέτουν και ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε σ' αυτές την αποζημίωση και το επίδομα αδείας για τα έτη 2001 έως και 2003, καθώς και τα ποσά που αντιστοιχούν στο δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών αυτών, συνολικού ποσού 4.047,43 ευρώ για καθεμιά εξ αυτών.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί προς τούτο, της ευθύνης του απορρέουσας από τη λειτουργία των ως άνω συμβάσεων, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμότοκα ως προς την αποζημίωση και το επίδομα αδείας από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η επ' αυτών αξίωσή τους, ως προς το δώρο Χριστουγέννων από το τέλος Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το δώρο του αντίστοιχου έτους, άλλως από το τέλος του έτους που έκαστο αυτών γεννήθηκε και ως προς το δώρο Πάσχα από το τέλος Απριλίου κάθε έτους, άλλως το τέλος του έτους που έκαστο αυτών γεννήθηκε.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 5732/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την κύρια βάση της, δεχόμενο ότι οι συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου ήταν εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθεμιά των εναγουσών μέρος του αιτούμενου ποσού, ανερχόμενο στο ποσό των 3.586,73 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι από 20-11-2013 και 27-10-2013 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε αυτές.
4. Στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου".
Από αυτή προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017).
5. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Δυνάμει διαδοχικών εγγράφων συμβάσεων που συνάπτονταν την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους μεταξύ του εναγομένου, εκπροσωπούμενου από τον Προϊστάμενο του γραφείου Τ.Ε.Ε.
της Α' Διεύθυνσης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θ.. και κάθε μιάς των εναγουσών και συγκεκριμένα από το έτος 1990 ως προς τις 3η και 13η αυτών (εναγουσών), το έτος 1991 ως προς τις 1η, 4η και 6η, το έτος 1992 ως προς τις 2η, 8η και 11η, το έτος 1993 ως προς τις 12η και 14η, το έτος 1995 ως προς τις 5η, 7η και 9η, το έτος 1997 ως προς τις 10η και 15η μέχρι και το έτος 2002 οι ενάγουσες ανέλαβαν έναντι αμοιβής τον ημερήσιο καθαρισμό του σχολικού συγκροτήματος "E", που βρίσκεται στην πόλη της Θ.., κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 30η Ιουνίου του επόμενου έτους, που καταρτιζόταν η κάθε σύμβαση.
Στα έγγραφα που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, όμως κατά την εκτέλεσή τους λειτούργησαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως τούτο προκύπτει από την εκτίμηση των συνθηκών εκτέλεσης των συμβάσεων αυτών κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και ενόψει του ότι ο ορθός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση αυτή, διότι οι ενάγουσες: α) παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο υπό την εξάρτηση και υποκείμενες στο διευθυντικό δικαίωμα των οργάνων του και ειδικότερα του Διευθυντή του ως άνω σχολείου και της Σχολικής Επιτροπής αυτού εκπροσωπούμενων από τον επιστάτη του σχολικού συγκροτήματος, που παρίστατο κατά την παροχή της εργασίας από τις ενάγουσες, ήτοι καθημερινά μετά τη λήξη της πρωινής και βραδινής βάρδιας λειτουργίας του σχολείου και συνολικά για διάστημα 5,5 ωρών.
Ειδικότερα, οι ενάγουσες ελέγχονταν από τους ανωτέρω ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους και την παρείχαν σύμφωνα με τις οδηγίες τους, που μετέφερε σε αυτές ο ως άνω επιστάτης, υποχρεώνονταν να τηρούν το ως άνω ωράριο ως προς το χρόνο διάρκειάς του αλλά και τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης, μη δυνάμενες ν' απουσιάσουν χωρίς την άδεια των οργάνων του εναγομένου και χρησιμοποιούσαν για την εκτέλεση της εργασίας τους υλικά, που τους παρείχαν οι ανωτέρω, υποκείμενες στον έλεγχό τους ως προς τις ποσότητες αυτών που χρησιμοποιούσαν, β) αμείβονταν μηνιαίως με ισόποσα ποσά που αντιστοιχούσαν στο 1/10 της συμφωνηθείσας αμοιβής κατ' έτος και ασφαλίζονταν βάσει του ποσού αυτού στο ΙΚΑ από το εναγόμενο.
Ακόμη, εργάζονταν και πέραν του συμφωνηθέντος χρόνου και συγκεκριμένα καθημερινά την πρώτη εβδομάδα του μηνός Ιουλίου και το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου και για μια ημέρα την εβδομάδα το υπόλοιπο χρονικό διάστημα των δύο αυτών μηνών. Το γεγονός ότι στην § 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/1990 ορίζεται ότι ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης γίνεται από καθαρίστριες, που εκτελούν το έργο αυτό με σύμβαση μίσθωσης έργου δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ότι δηλαδή οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις έργου, μη δυνάμενες να χαρακτηριστούν άλλως, αφού κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη ρύθμιση του ως άνω νόμου που δεν προσδιορίζει ως μοναδική δυνατή μορφή παροχής του ως άνω έργου τη σύμβαση έργου, απαγορευομένης της εκτέλεσης αυτού και δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας.
Εξάλλου, ενισχυτικό της ανωτέρω κρίσης αποτελεί και το γεγονός ότι: α) με έγγραφά της (βλ. δύο σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα) προς το ΑΣΕΠ η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α.. Θ.., που υπάγεται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ότι για τις ενάγουσες συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, που αφορά πρόσωπα που συνδέονταν με το εναγόμενο κατά την έναρξη ισχύος του με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, που υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 3 εδ.
δ και 5 παρ. 1 του ως άνω δ/τος) και β) ακολούθως, κατατάχθηκαν με την 2928/Δ4/2007 απόφαση της Υπουργού του ως άνω Υπουργείου σε οργανικές θέσεις καθαριστριών σχολικών μονάδων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Σημειωτέον δε, ότι το Νομικό Συμβούλιο του κράτους με την 129/2005 γνωμοδότησή του απεφάνθη (κατά πλειοψηφία) ότι "οι συμβάσεις του προσωπικού καθαρισμού των δημοσίων σχολείων που έχουν συναφθεί με το δημόσιο ως συμβάσεις έργου, εμπίπτουν στις ρυθμίσεις των διατάξεων του ΠΔ 164/2004, και ιδίως του άρθρου 11 αυτού, ως διαδοχικές και ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού του Π.Δ.
και, ως εκ τούτου, πρέπει να ακολουθηθεί η προβλεπομένη από τις ως άνω διατάξεις διαδικασία, υπό την έννοια ότι τα αρμόδια όργανα (υπηρεσιακά συμβούλια ή όργανα εξομοιούμενα προς αυτά), αν και εφ' όσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο σχετική αίτηση, οφείλουν, χωρίς να δεσμεύονται από το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων έργων, ακόμη και από τον νόμο, να ερευνήσουν κατ' αρχάς αν καθεμία από αυτές, όπως εφαρμόσθηκε και εξελίχθηκε ως διαδοχική σύμβαση, ενεργός κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του νέου Π.Δ., είναι πράγματι σύμβαση έργου ή υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και σε περίπτωση που κριθεί ότι υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία, να ερευνήσουν περαιτέρω τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, προκειμένου τελικώς να κριθεί εάν συνιστά και σύμβαση αορίστου χρόνου ή όχι.
Περαιτέρω, οι ένδικες συμβάσεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ενόψει των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ σημειωτέον ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, που δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού άρχισαν να ισχύουν μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, αφορούν συμβάσεις που ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), οι οποίες χαρακτηρίζονται υπό προϋποθέσεις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, για το χρόνο όμως μετά την έναρξη ισχύος του και όχι πριν, που αφορά το ένδικο χρονικό διάστημα (2001-2003).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και χαρακτήρισε τις ένδικες συμβάσεις ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν έσφαλε, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου λόγων των εκκαλούντων στις δύο εφέσεις εκ των οποίων, το μεν Δημόσιο ισχυρίζεται ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν συμβάσεις έργου, μη δυνάμενες να χαρακτηρισθούν άλλως από το Δικαστήριο, ενόψει της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 113 § 5 ν. 1892/1990, οι δε εργαζόμενες ενάγουσες ότι ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο μηνιαίος μισθός και το ημερομίσθιο καθεμιάς των εναγουσών για το σχολικό έτος 2000-2001 ανερχόταν σε 418,91 ευρώ και 16,74 ευρώ αντίστοιχα και για τα δύο επόμενα επίδικα έτη (2001-2002, 2002-2003) σε 460,70 ευρώ και 18,43 ευρώ αντίστοιχα. Το εναγόμενο δεν κατέβαλε σε αυτές το ως άνω χρονικό διάστημα τα αναλογούντα επιδόματα αδείας, αποζημιώσεις αδείας, δώρα Χριστουγέννων και δώρα Πάσχα που ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά:
α) η αποζημίωση αδείας του 2001 σε 418,91 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός) και το επίδομα αδείας του ιδίου έτους σε 217,49 ευρώ (13 ημερομίσθια Χ 16,73 ευρώ), η αποζημίωση αδείας καθενός των ετών 2002 και 2003 σε 460,70 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός) και το επίδομα αδείας για τα έτη αυτά σε 239,59 ευρώ (13 ημερομίσθια Χ 18,43 ευρώ), β) το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2001 σε 418,91 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός) και του έτους 2002 σε 460,70 ευρώ (1 μηνιαίος μισθός), ενώ για το δώρο Χριστουγέννων 2003 κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (19- 3-2003) δεν είχε γεννηθεί η αξίωση των εναγουσών και γ) το δώρο Πάσχα του έτους 2001 σε 209,45 ευρώ (1/2 μισθού) και καθενός των ετών 2002 και 2003 σε 230,35 ευρώ (1/2 μισθού), όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά τον υπολογισμό των ένδικων ποσών, ενόψει του χρονικού διαστήματος απασχόλησης των εναγουσών κατ' έτος, ενώ δεν υπάρχει διαφορετική νομοθετική ρύθμιση για τον υπολογισμό των ως άνω επιδομάτων επί συμβάσεως ορισμένου και αορίστου χρόνου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν Δημόσιο με σχετικό λόγο της εφέσεώς του, που ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
6. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθώς τις προαναφερθείσες στην μείζονα σκέψη υπό στοιχ 3 διατάξεις απέρριψε την έφεση του εναγομένου.
Συνεπώς ο μόνος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ. 560 παρ 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 μειωμένη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠοΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-1-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 6072/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις τέταρτη (4η), πέμπτη (5η) και δέκατη (10η) των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τις ανωτέρω από τις αναιρεσίβλητες και την συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς.
Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 6072/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. -Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Νοεμβρίου 2019. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την
11η Φεβρουαρίου 2020. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 12 της 136/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Π.Π.