136/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 136 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2018
Legislator headnote
AI generated136/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 136 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2018
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 136 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Σ. Ν. συζύγου Α. Τ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και
3) ελληνικού δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2009 αγωγή των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και την από 18-1-2010 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1489/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4165/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 31-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως ως προς το Ελληνικό Δημόσιο (τρίτο αναιρεσίβλητο) και 2) να απορριφθεί κατά τα λοιπά ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ... και .../16.9.2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Χ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (13.2.2017), κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στους πρώτο και δεύτερη από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, δεδομένου ότι κατά τα άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ η από το πινάκιο αναβολή επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους. Οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι με την από 2.11.2009 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή τους, την οποία είχαν απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ζήτησαν την εξάλειψη των υποθηκών που είχαν εγγραφεί επί ακινήτου του δικαιοπαρόχου τους προς εξασφάλιση οφειλής του προς την Τράπεζα, διότι η τελευταία δεν συναινούσε προς τούτο καίτοι η ενυπόθηκη οφειλή είχε εξοφληθεί. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανακοίνωσε τη δίκη στο Ελληνικό Δημόσιο που είχε εγγυηθεί το δάνειο από το οποίο προέκυψε η ενυπόθηκη οφειλή και ζήτησε να υποχρεωθεί να παρέμβει υπέρ αυτής στη δίκη.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1489/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η μεν αγωγή έγινε δεκτή, η δε προσεπίκληση απορρίφθηκε. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4164/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η έφεση της εναγομένης κατά της ανωτέρω απόφασης απορρίφθηκε ως προς τους ενάγοντες - δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, ενώ ως προς το προσεπικληθέν Ελληνικό Δημόσιο - τρίτο αναιρεσίβλητο η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω μη κλητεύσεώς του. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου. Σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ..., β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή". Χαρακτηρίζονται επομένως ως οριστικές οι αποφάσεις αυτές που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Έτσι, οριστική είναι η απόφαση του Εφετείου ως προς τη διάταξη εκείνη, με την οποία κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως γίνεται δεκτό ή απορρίπτεται κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής ή ανταγωγής καθ' όλες ή μερικές από τις βάσεις του και απογυμνώνεται το δικαστήριο από οποιαδήποτε στη συνέχεια εξουσία ως προς το αίτημα αυτό της αγωγής ή της ανταγωγής για τις αντίστοιχες βάσεις. Αντίθετα, δεν είναι οριστική η απόφαση του Εφετείου, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη κλήτευσης ή μη νομότυπης κλήτευσης του εφεσίβλητου.
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται όχι μόνον κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων ως προς τους οποίους η απόφαση του Εφετείου διέλαβε οριστικές διατάξεις, αλλά και κατά του προσεπικληθέντος-εφεσίβλητου Δημοσίου ως προς το οποίο η συζήτηση της εφέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω μη κλητεύσεώς του και επομένως η περί αυτού διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι κατά τα προαναφερόμενα οριστική, μη υποκείμενη σε αναίρεση.
Για τους λόγους αυτούς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά μεν στρέφεται κατά των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους η αναιρεσείουσα νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, απαράδεκτα όμως στρέφεται και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (τρίτου αναιρεσίβλητου) και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή, σύμφωνα με την απόφαση υπ' αριθ. 67651/2142/1978 του Υπουργού Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου παρ. 7 α.ν. 9/1967, σε συνδυασμό με την απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής υπ' αριθ. 197/11/3.4.1978, μπορεί να παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις εμπορικές τράπεζες για την κάλυψη των δανείων που χορηγούνται από 1.5.1978 στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις, υπό τους ειδικότερους όρους της υπ' αριθ. 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, καθώς και υπό τον πρόσθετο όρο (ΙΙΙ 4α' απόφασης) ότι οι πιστώτριες τράπεζες υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τη συναίνεση των οφειλετών για τη μετενεχυρίαση και μεταβίβαση στο Δημόσιο όλων των ασφαλειών, εμπραγμάτων, προσωπικών ή οποιασδήποτε άλλης φύσεως εγγυήσεως τρίτων, που παρασχέθηκαν ως πρόσθετη ασφάλεια της εγγυημένης από το Δημόσιο χρηματοδοτήσεως. Ακόμη ορίζεται με την υπουργική απόφαση ότι σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να ζητήσει με έγγραφό της προς το Υπουργείο Οικονομικών, που θα περιέχει όλα τα στοιχεία του β.δ. 757/1969 και θα κοινοποιείται και στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο, την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, καθώς και ότι τα δημόσια ταμεία θα προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση σε βάρος της οφειλέτιδας βιοτεχνίας του συνόλου της οφειλής. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, όρος της παροχής της εγγυήσεως του Δημοσίου είναι η προς αυτό μετενεχυρίαση και μεταβίβαση όλων των ασφαλειών, εμπραγμάτων, προσωπικών ή οποιασδήποτε άλλης φύσεως εγγυήσεως τρίτων, από την πιστώτρια τράπεζα, με συναίνεση και όλων των άλλων οφειλετών της απαιτήσεως της τράπεζας και των τρίτων εγγυητών της ίδιας απαιτήσεως, ήτοι η σύσταση υπέρ του Δημοσίου της ίδιας εμπράγματης ασφάλειας (ενεχύρου ή υποθήκης) απαιτήσεως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, όταν παρέχει, με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και έπειτα από απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, την εγγύησή του προς τις δανείστριες Τράπεζες για την κάλυψη δανείων που χορηγούνται από αυτές για τη χρηματοδότηση βιοτεχνιών και ακολούθως, λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως, ικανοποιήσει τη δανείστρια, υποκαθίσταται αυτοδίκαια στα δικαιώματα αυτής, όχι μόνο κατά του πρωτοφειλέτη αλλά και κατά των τρίτων, που ενδεχομένως είχαν επίσης εγγυηθεί υπέρ τούτου (πρωτοφειλέτη) για την απόδοση του δανεισθέντος χρηματικού ποσού. Αν γίνει αυτή η υποκατάσταση, τότε οι εν λόγω τρίτοι εγγυητές ευθύνονται έναντι του Δημοσίου, βάσει των διατάξεων αυτών, εις ολόκληρο με τον πρωτοφειλέτη και όχι αναγωγικά βάσει των διατάξεων των άρθρων 860 και 487 ΑΚ (ΑΠ 1179/2004, ΑΠ 115/1996). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 851 ΑΚ, "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη". Επομένως, δεν ενδιαφέρουν τον εγγυητή μεταγενέστερες της εγγυήσεως συμφωνίες, με τις οποίες ο πρωτοφειλέτης αναλαμβάνει πρόσθετες ή μεγαλύτερες εκτάσεως υποχρεώσεις έναντι του δανειστή. Αντίθετα, μεταγενέστερη της εγγυήσεως μείωση της κύριας οφειλής από συμβατική ή νόμιμη αιτία αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή, πράγμα συναγόμενο και από το άρθρο 483 παρ. 1 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 864 ΑΚ, όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί έκφραση του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, προκύπτει ότι η ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται αυτόματα, αρκεί η απόσβεση της κύριας οφειλής να μη προκλήθηκε από πταίσμα του. Σε περίπτωση μερικής αποσβέσεως της κύριας οφειλής μειώνεται ανάλογα και η ευθύνη του εγγυητή. Για την ελευθέρωση του εγγυητή είναι αδιάφορος ο λόγος αποσβέσεως της κύριας οφειλής (ΑΠ 186/2001). Μπορεί να γίνει π.χ. μετά από μείωση του συνολικού ύψους της κύριας οφειλής δυνάμει διατάξεως νόμου και καταβολή του τελικά οφειλόμενου μειωμένου ποσού. Έτσι, με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 ορίστηκε ότι "... 1. κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείου ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 15-4-98, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσιά του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων... προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτερο όριο", ενώ με την παρ. 9 περ. γ' του ίδιου ως άνω άρθρου (30) ορίσθηκε ότι "δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου α'...β' και γ) οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή του ΟΑΕ". Με την εν λόγω ρύθμιση επιχειρήθηκε η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης από Τραπεζικό δανεισμό πολλών δανειοδοτών ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών και γι' αυτό περιορίσθηκε μόνο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, ενώ εξαιρέθηκε ρητά το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι, όταν το Δημόσιο έχει εγγυηθεί προς μία τράπεζα τη χρηματοδότηση ενός βιοτεχνικού δανείου υπό τους ειδικότερους όρους της υπ' αριθ. 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής και ακολούθως, λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεώς του, ικανοποιήσει τη δανείστρια τράπεζα, υποκαθίσταται αυτοδίκαια στα δικαιώματα αυτής κατά του πρωτοφειλέτη και των υπέρ αυτού εγγυητών με τις ίδιες εμπράγματες και προσωπικές ασφάλειες που είχε κατ' αυτών η τράπεζα. Από την άποψη αυτή ενδιαφέρει το Δημόσιο η τύχη των ασφαλειών αυτών, όσο η κύρια προς την τράπεζα οφειλή δεν έχει εξοφληθεί από τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή του. Αν όμως προ της καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου η προς την τράπεζα οφειλή μειωθεί λόγω υπαγωγής της στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (μείωση η οποία όπως προαναφέρθηκε αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή) και ο πρωτοφειλέτης ή ο εγγυητής του εξοφλήσουν την από τη νόμιμη αυτή μεταγενέστερη αιτία μειωμένη οφειλή, τότε επέρχεται αυτόματα και η ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή. Συνακόλουθα παύει να έχει κάποια νομική ωφέλεια γι' αυτό η διατήρηση των εμπραγμάτων ασφαλειών (λ.χ. υποθηκών) που είχαν παράσχει στην τράπεζα ο πρωτοφειλέτης βιοτέχνης ή ο εγγυητής του. Γι' αυτό οι τελευταίοι δικαιούνται να ζητήσουν την εξάλειψή τους. Αν όμως αυτοί δεν εξοφλήσουν την αρχική οφειλή τους και καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου, ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ' ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού χρέους διότι την επιφύλαξε αποκλειστικά υπέρ των ιδιωτών φυσικών και νομικών προσώπων εξαιρώντας ρητά το δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση. Αυτή είναι η ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ' ν. 2789/2000) σύμφωνης άλλωστε και προς τις κατευθύνσεις των άρθρων 851, 863 και 483 ΑΚ και όχι ότι για το υπόλοιπο (μετά την αφαίρεση από το αρχικό χρέος του καταβληθέντος από τον πρωτοφειλέτη μειωμένου λόγω της ανωτέρω ευνοϊκής ρυθμίσεως ποσού) εξακολουθεί το Δημόσιο να ενέχεται έναντι της Τράπεζας ως εγγυητής υπό τους ειδικότερους όρους της υπ' αριθ. 197/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, με την ψευδή ερμηνευτική αιτιολογία ότι ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ' ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού (κατά το υπολειπόμενο μέρος) χρέους. Μία τέτοια ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε αναίρεση του σκοπού του νομοθέτη (ν. 2789/2000) να ευεργετηθούν οι ιδιώτες οφειλέτες των τραπεζών αφού, αν γίνει δεκτή, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν όχι μόνο το ευεργετικά μειωμένο ποσό της οφειλής (στην τράπεζα), αλλά και το υπόλοιπο του αρχικού ποσού αυτής (στο Δημόσιο) που θα υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση τη προσβαλλόμενη αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, προς εξασφάλιση απαίτησής της (πλέον τόκων και εξόδων), που πήγαζε από την υπ' αριθ. .../7-9-1989 σύμβαση πίστωσης ανοικτού - αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" ως πιστούχου και του πατέρα των εναγόντων, ήδη εφεσίβλητων Κ. Μ. του Β., ως εγγυητή, ποσού 30.000.000 δραχμών και την από 4-10-1989 πρόσθετη πράξη χρηματοδότησης, δυνάμει της υπ' αριθ. 13841/1989 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενέγραψε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (στον τόμο …, φύλλο … και αριθ. 1) προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 12.000.000 δραχμών ήδη 35.216,43 ευρώ επί μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήτοι του υπό στοιχεία … διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα στη θέση "…" επί της οδού … αρ. … εμβαδού 113,30 τ.μ. Το παραπάνω διαμέρισμα, περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα των εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθ. …/30-6-1988 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ., που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος …, με αυξ. αριθ. …). Η εν λόγω προσημείωση υποθήκης, στις 10-4-1996 ετράπη ολικώς σε υποθήκη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο προπεριγραφόμενο διαμέρισμα εγγράφηκαν, υπέρ της εναγομένης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5913/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 14-4-1995 δεύτερη προσημείωση υποθήκης ποσού 8.000.000 δραχμών ή 23.477,62 Ευρώ, η οποία ετράπη ολικώς σε υποθήκη, στις 10-4-1995, τρίτη υποθήκη, στις 14-4-1999, ποσού 2.500.000 δραχμών ή 7336,75 Ευρώ και τέταρτη υποθήκη, στις 8-5-2003, ποσού 35.500 Ευρώ. Συνολικά, επομένως, η εναγομένη προέβη στην εγγραφή των παραπάνω βαρών στο επίμαχο διαμέρισμα, συνολικού ύψους 34.596.620 δραχμών ή 101.530,80 ευρώ. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο Κ. Μ. απεβίωσε στις 13-8-1999 και κληρονομήθηκε, εξ αδιαθέτου, από τη σύζυγο του Σ. και τα νόμιμα τέκνα του Β. Μ. (πρώτο ενάγοντα), Σ. Ν. Τ. (δεύτερη ενάγουσα) και Α. Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από καθένα. Την εν λόγω κληρονομιά, ήτοι το προπεριγραφέν διαμέρισμα οι πιο πάνω κληρονόμοι, αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. …/14-4-2005 Πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμ/φου Αθηνών Π. Ο. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος …, με αυξ. αριθ. …). Ακολούθως, η Σ. χήρα Κ. Μ. και η Α. Μ. μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής η πρώτη και λόγω πώλησης η δεύτερη τα μερίδιά τους επί του κληρονομιαίου διαμερίσματος (το 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά) στη δεύτερη ενάγουσα δυνάμει των υπ' αριθμ. …/17-11-2005 και …/17-11-2005 συμβολαίων της αυτής, ως άνω, συμ/φου Αθηνών, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος …, με αυξ. αριθ. … και . αντίστοιχα). Στη συνέχεια , οι ενάγοντες, (συγκύριοι ο πρώτος κατά ποσοστό 1/4 και η δεύτερη κατά ποσοστό3/4 εξ αδιαιρέτου) υπέβαλαν στην εναγομένη, την από 9-3-2005 αίτησή τους για υπαγωγή της οφειλής του αποβιώσαντος πατρός τους Κ. Μ. στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η αίτησή τους έγινε δεκτή και η αρχική οφειλή των 361.513,00 Ευρώ επανακαθορίστηκε, με ημερομηνία 4-8-2004 στο ποσό των 71.836,32 Ευρώ το οποίο οι ενάγοντες εξόφλησαν πλήρως, όπως αποδεικνύεται από τα προσαχθέντα γραμμάτια είσπραξης της εναγομένης και συγκεκριμένα από το από 8-4-2005, ποσού 3.000 €, το από 1-7-2005 ποσού 14.500 €, το από 29-12- 2005, ποσού 15.000 €, το από 31-7-2006 ποσού 21.836,45 €, το από 6-12-2006, ποσού 17.511,42 € και το από 19-4-2007, ποσού 16.732,86 €. Η ενυπόθηκη, επομένως, απαίτηση της εναγομένης και οι εξ αυτής απαιτήσεις, εξοφλήθηκαν πλήρως, εξόφληση, η οποία άγει σε απόσβεση των υποθηκών που είχε η τελευταία εγγράψει επί του επιδίκου κληρονομιαίου διαμερίσματος και, τη συνακόλουθη, εξάλειψή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1318, 1328 ΑΚ. Η εναγομένη, όμως, δεν συναινεί στην εξάλειψή τους, ισχυριζόμενη ότι αρμόδιο προς τούτο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, δικαιούχος των επίδικων υποθηκών. Το τελευταίο, όμως, αφού η κύρια οφειλή αποσβέστηκε, όπως προαναφέρθηκε, ελευθερώθηκε, ως εγγυητής και ουδέποτε υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εναγομένης από τη σύμβαση αυτή. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου οφειλές από πρωτοφειλή ή εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου των ΝΠΔΔ ή του ΟΑΕ. Σε περίπτωση, συνεπώς, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο και ο πρωτοφειλέτης είτε δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, είτε ο πρωτοφειλέτης εξόφλησε πριν την έναρξή του, είτε δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα την αίτηση για υπαγωγή του στη ρύθμιση, δεν δύναται το πρώτον, το Ελληνικό Δημόσιο να υποβάλει αίτηση και να ζητήσει την υπαγωγή της δικής του οφειλής, ως εγγυητή, στη ρύθμιση του νόμου. Οι πρωτοφειλέτες, όμως ανταποκρίθηκαν στην πληρωμή της οφειλής τους και για το λόγο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε μερίμνησε για τη βεβαίωση των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για να καταστεί δυνατή η πλήρης υποκατάσταση αυτού στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο, όπως στη νομική σκέψη αναφέρθηκε". Με τις αιτιολογίες, απέρριψε το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά για την εξάλειψη των ένδικων υποθηκών διότι τα εξ αυτών δικαιώματα ήδη μεταβιβάσθηκαν στο Δημόσιο το οποίο υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα εκ της δανειακής συμβάσεως δικαιώματα κατά του πρωτοφειλέτη και του υπέρ αυτού εγγυητή για το ποσό της αρχικής δανειακής οφειλής, που απέμεινε μετά την καταβολή από τους ενάγοντες (κληρονόμους του εγγυητή του πρωτοφειλέτη) του μειωμένου ποσού οφειλής που καθορίσθηκε ευεργετικά με βάση τη ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, αφού (κατά την αναιρεσείουσα) η ως άνω εξόφληση του μειωμένου δανείου δεν ελευθέρωσε το Δημόσιο ως εγγυητή για το επί πλέον ποσό, ενώ (το Δημόσιο) δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού (κατά το υπολειπόμενο μέρος) χρέους. Γι' αυτό η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και γι' αυτό δεν εφάρμοσε το άρθρο 30 παρ. 9 ν. 2789/2000, με αποτέλεσμα να θεωρήσει α) ότι το Δημόσιο ελευθερώθηκε από την εγγύηση και επομένως δεν έχουν μεταβιβασθεί σ' αυτό - λόγω υποκαταστάσεως στη θέση της- τα εκ των ένδικων υποθηκών δικαιώματα και β) για την εξάλειψη των υποθηκών νομιμοποιείται παθητικά αυτή. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, το Εφετείο κρίνοντας ως ανωτέρω ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και επομένως ο μοναδικός ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα Δικαστικά έξοδα για τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (αρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιουνίου 2015 αίτηση της "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4165/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ