136/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 136 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2017
Legislator headnote
AI generated136/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 136 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2017
Full text
Απόφαση 136 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Δ. Κ., 2)Σ. Δ. Κ., 3)Ν. χήρας Δ. Κ.,, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Γούργουρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. συζ. Χ. Β., 2)Α. συζ. Δ. Α., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-3-1985 και 23-4-1986 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων και αναιρεσειόντων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 574/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2006 αίτησή τους, η οποία επανήλθε προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, με τις από 1-10-2014, 2-4-2015 και 4-12-2015 κλήσεις τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε, με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, η κρινόμενη από 17/1/2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 574/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών, εμφανίστηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης με την από 4/12/2015 κλήση τους, εκπροσωπούμενοι από τον νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους, δεν εμφανίστηκαν όμως ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, οι αναιρεσίβλητες. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι οι απολειπόμενες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο (2/11/2016) αναιρεσίβλητες Μ. Β. και Α. Α. είχαν παραστεί νομίμως, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 22/9/2010 που ορίστηκε με την από 10/4/2009 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κανελλόπουλου, όσο και κατά την (κατόπιν αλλεπάλληλων αναβολών και ματαιώσεων της συζήτησης της υπόθεσης) δικάσιμο της 6/4/2016, κατά την οποία η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ, όταν η δια μαρτύρων απόδειξη δεν αποκλείεται, επιτρέπονται και τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο δύναται να συναγάγει από οπουδήποτε, επομένως και από ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, οι οποίες δεν ολοκληρώθηκαν. Επομένως, το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Γ. Α. ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, η οποία δεν ολοκληρώθηκε, εξαιτίας του θανάτου του μάρτυρος αυτού, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις, οι οποίες προσδίδουν ορισμένη αποδεικτική βαρύτητα σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, όχι όμως και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, προσδίδει σε ορισμένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, ότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στις καταθέσεις ορισμένων από τους εξετασθέντες μάρτυρες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, της δίκης. Κατά. την. έννοια της εν λόγω διάταξης, ο από αυτή προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διάταξης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο από τον Άρειο Πάγο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του, όχι όμως και στην περίπτωση που παρεισέφρησαν σφάλματα, αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων, εκτίθενται όμως με σαφήνεια και πληρότητα τα εξ αυτών συναχθέντα συμπεράσματα. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εμφιλοχώρησαν ασάφειες στο πλαίσιο της αξιολόγησης των. αποδεικτικών, μέσων, και, ειδικότερα, στην. αποδεικτική, βαρύτητα, που. προσδόθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο εάν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων (άρθρο 4 του Συντάγματος), του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος) και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, δεν επιτράπηκε στον πληρεξούσιο, δικηγόρο των αναιρεσειόντων να παραστεί και να συμμετάσχει ενεργώς στην αποδεικτική διαδικασία, με την υποβολή ερωτήσεων στους εξετασθέντες μάρτυρες. Όπως, όμως, δέχθηκε το Εφετείο, προκύπτει δε και από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα (εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων), οι αναιρεσείοντες παρέστησαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου σε όλα τα στάδια, της αποδεικτικής διαδικασίας, υποβάλλοντας ερωτήσεις στους εξετασθέντες μάρτυρες, ασκώντας όλα τα από το νόμο παρεχόμενα σε αυτούς ως διαδίκους δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η υποβολή αιτήματος αναβολής εξέτασης των μαρτύρων, η μη αποδοχή του οποίου από τον Εισηγητή Δικαστή, υποκείμενη στην κυριαρχική του κρίση, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, καμία παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων δεν επέφερε, εντεύθεν δε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια, κατά την εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, χωρίς να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, αφού αυτές, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν στα παραπάνω έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/1/2006 αίτηση των Α. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 574/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ