136/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μ. Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated136/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα (εναγομένη) τραπεζική εταιρεία άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου από 20-6-1985 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2008. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 136 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 136/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μ. Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Γρύλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μ. Βαρελά ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατ' άρθρο 1020 ΑΚ, αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την προκειμένη διάταξη δεν προβλέπεται ιδιαίτερη αγωγή για την προστασία του τρίτου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στο πλειστηριασθέν κινητό ή ακίνητο, αλλά θεσπίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία.
Αφού όμως η διεκδικητική αγωγή ασκείται κατά του νομέα ή κατόχου, σημασία έχει για τα ακίνητα όχι μόνον η μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως αλλά και η εγκατάσταση του εναγομένου υπερθεματιστή αφού έκτοτε αποκτά και τη νομή του πλειστηριασθέντος. Πριν από τα γεγονότα αυτά, ο τρίτος προστατεύεται με την κατ' άρθρο 936 ανακοπή.
Ο εναγόμενος υπερθεματιστής, αποκρούοντας την εναντίον του διεκδικητική αγωγή μπορεί να προτείνει την πάροδο της προθεσμίας της προκειμένης διατάξεως κατ' ένσταση, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η εγκατάστασή του, αν δηλαδή έγινε με απόδοση σ' αυτόν του ακινήτου εκουσίως ή βιαίως από τον καθ' ου ο πλειστηριασμός ή από τρίτον μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας των πέντε (5) ετών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής έκθεσης και της εγκαταστάσεως στο πλειστηριασθέν ακίνητο του υπερθεματιστή, το δικαίωμα του τρίτου αποσβέννυται.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για είκοσι (20) έτη πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και κατά το άρθρο 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. 'Ασκηση νομής προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάσει.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής ή της ένστασης. 'Ετσι, ο ανωτέρω, αναιρετικός έλεγχος δεν συντρέχει στην περίπτωση που το δικαστήριο έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προβληθείσα από αυτή ένσταση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την οποία επανέφερε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο ασκηθείσης εφέσεώς της, ισχυριζομένη ότι από της μεταγραφής της υπ' αριθ. .../1962 κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Σακελλαρίου Μαΐλη μέχρι την άσκηση της ένδικης από 9-6-2008 αγωγής μεσολάβησε χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της πενταετίας που προβλέπεται για την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής κατά του υπερθεματιστή κατακυρωθέντος ακινήτου αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος. 'Ότι επίσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που νομίμως προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από αυτή και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα η κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού (επιδίκου ακινήτου) το έτος 1962 όταν μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλάκειο Καλύμνου η υπ' αριθμ. .../1962 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Σακελλαρίου Μαΐλη, καταστάσα ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου το έτος 1962 όταν μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Καλύμνου η υπ' αριθμ. .../1962 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Καλύμνου Σακελλαρίου Μαΐλη, καταστάσα ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι οι ως άνω ισχυρισμοί παραδεκτά προβληθέντες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Η μεν εκ του άρθρου 1020 ΚΠολΔ ένσταση του ενάγοντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής, απερρίφθη ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η βάση της ένδικης αγωγής αφορά γεγονότα που επακολούθησαν της εκποίησης δι' αναγκαστικής εκτελέσεως του επιδίκου ακινήτου και δη, πράξεις νομής χρησικτησίας που ασκήθηκαν επί του επιδίκου ακινήτου συνεχώς και αδιαλείπτως από 20-6-1985 και εφεξής έως την άσκηση της από 9-6-2008 αγωγής κατ' έτος 2008 του αναιρεσιβλήτου εναντίον της Α.Ε "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." με συνέπεια την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Ο δεύτερος ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε και αυτός υπόψη από το Εφετείο με την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι κατ' αρχήν το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης Αγροτικής Τράπεζας κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος της οφειλέτριας της Ε. Κ. Φ. και εγκαταστάσεως σε αυτό της εναγομένης ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας δυνάμει της υπ' αριθμ. 236/1962 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του τότε δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω Ν.
Κ. και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα (εναγομένη) τραπεζική εταιρεία άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου από 20-6-1985 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2008. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσοντος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 554 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: To επίδικο είναι ακίνητο, επιφανείας 1300 τ.μ. και κατόπιν νεότερης καταμέτρησης 1487,31 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Πάνορμος της νήσου Καλύμνου, το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά Α-Η μήκους 20 μέτρων με την κεντρική επαρχιακή οδό Χώρας-Μυρτιών, νότια σε πλευρά Δ-Ε μήκους 25 μέτρων με ιδιοκτησία Ε.
Κ., ανατολικά σε πλευρά Α-Β-Γ-Δ μήκους 63,20 μέτρων με δημοτική οδό και δυτικά σε πλευρά Η-Ζ-Ε μήκους 67 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Ι. Φ., αποτυπώνεται δε στο από Ιανουάριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Σ. Ζ.. Το επίδικο ανήκε σε μείζονα έκταση στη μάμμη εκ πατρός του ενάγοντος Ε. χήρα Κ. Φ.. Δυνάμει της υπ'αριθμ. .../1962 εκθέσεως περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Καλύμνου Σακελλάριου Μαΐλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στις 10.08.1962 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλύμνου στον τόμο 34 και υπό αύξοντα αριθμό 265.
Στη συνέχεια το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης - εκκαλούσας, που ήταν και επισπεύδουσα, ως τελευταία υπερθεματίστρια, κατόπιν πλειστηριασμού σε βάρος της οφειλέτριας της και άνω τιτλούχου Ε. χήρα Κ. Φ.. Ακολούθως δε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 236/1962 εκθέσεως αποβολής και εγκατάστασης του τότε δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω, Ν.
Κ. η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο επίδικο και απέβαλε τους ήδη αποβιώσαντες Ε. χήρα Κ. Φ. και Ι. Φ., υιό της και πατέρα του ενάγοντος, από την νομή του εν λόγω ακινήτου. Ο ως άνω Ι. Φ., μη συμμορφούμενος με το διατακτικό της ανωτέρω κατακυρωτικής εκθέσεως, προέβαλε ίδια δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου, με αποτέλεσμα η εναγομένη να ασκήσει εναντίον του και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω την από 14.03.1972 διεκδικητική αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ.149/73 απόφαση, που αναγνώρισε την εναγομένη κυρία του επιδίκου.
Η ως άνω απόφαση εκτελέστηκε, δια της υπ' αριθμ. 578/1975 εκθέσεως βιαίας αποβολής του τότε ως άνω δικαστικού επιμελητού Ν. Κ., ο οποίος απέβαλε από το επίδικο τον Ι. Φ. και εγκατέστησε σ' αυτό την εναγόμενη. Στη συνέχεια η σύζυγος του Ι. Φ., Μ. Φ., πρόβαλε ίδια δικαιώματα στο επίδικο και η εναγομένη άσκησε εναντίον της και κατά του Ι.
Φ.υ την από 17.05.1976 αίτηση (ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας αυτού. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16/1976 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλύμνου, με την οποία απερρίφθη η αίτηση. Εν συνεχεία η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω την από 10.06.1976 έφεση εναντίον της παραπάνω απορριπτικής αποφάσεως και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 107/76 απόφαση, με την οποία αναγνωρίσθηκε η εναγομένη προσωρινά νομέας του επιδίκου.
Δυνάμει της με αριθμό 615/1976 εκθέσεως βιαίας αποβολής του τότε δικαστικού επιμελητή Ν. Κ., απεβλήθησαν από το επίδικο ο Ι. Φ. και η σύζυγος του Μ. συζ. Ι. Φ. και εγκαταστάθηκε σ' αυτό η εναγομένη. Εν συνεχεία η Μ. συζ. Ι. Φ. άσκησε κατά της εναγομένης, του Ι. Φ. και κατά της υπ' αριθμ. 149/1973 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, την από 28-05-1976 τριτανακοπή της, προβάλλουσα ίδια δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου, η οποία απορρίφτηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 176/1976 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια η εναγομένη άσκησε κατά του Ι. Φ., της Μ. συζ. Ι. Φ. και του ενάγοντος, την από 16-8-1977 αγωγή περί αποβολής από την νομή του επιδίκου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 208/1977 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή διότι δεν είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων. Περαιτέρω, η εναγομένη άσκησε κατά των παραπάνω, την από 07.01.1977 νέα αγωγή της και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 104/78 προδικαστική απόφαση και μετά την διεξαγωγή αποδείξεων διά μαρτύρων, η υπ' αριθμ. 52/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία απερρίφθη η αγωγή, κρίνοντας ότι το δικαίωμα της προς άσκηση της, περί αποβολής της νομής αγωγής, παρεγράφη.
Κατά της ως άνω αποφάσεως, η εναγομένη άσκησε την από 17.11.1981 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 212/1982 προδικαστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου που ανέστειλε την πρόοδο της δίκης μέχρι επιδόσεως αντιγράφου της αγωγής στον οικονομικό έφορο, κατόπιν δε της από 17.06.1983 κλήσης, η εναγόμενη επανέφερε προς περαιτέρω συζήτηση την εν λόγω αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 215/1985 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 52/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα και ήδη εναγόμενη νομέα του επιδίκου.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι η εκκαλούσα άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου, για το χρονικό διάστημα μετά από τις 20-06-1985, οπότε και δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 215/1985 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίσθηκε νομέας του επιδίκου. Περί αυτών ουδέν κατατέθηκε και ουδένα αποδεικτικό προσκομίστηκε.
Αντίθετα από το λοιπό αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την ανωτέρω ημερομηνία 20-06-1985 άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως το παραπάνω ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση του και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής, το οποίο έκτοτε κατέχει και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.
Πιο συγκεκριμένα αυτός καλλιεργεί και φροντίζει τα εντός αυτού δένδρα, ελιές, αμυγδαλιές και εσπεριδοειδή, διατηρεί σ' αυτό ορνιθώνα ενώ δυνάμει της από 20-2-2007 αίτησης του εκδόθηκε από το πολεοδομικό γραφείο περιβάλλοντος Καλύμνου η υπ' αριθμ. 179/2008 οικοδομική άδεια βάσει της οποίας οικοδόμησε ακολούθως σ' αυτό διώροφη κατοικία η οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο της ολοκλήρωσης των σοβάδων, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν.
Έτσι, ο εφεσίβλητος, έχοντας στη νομή της το επίδικο ακίνητο για χρόνο πέραν της εικοσαετίας, έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό του. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και πρωτίστως, στην κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα του ενάγοντος, Σ.
Ζ. η οποία, χωρίς να αναιρείται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ενισχύεται και από την από 22.03.2010 ένορκη βεβαίωση των Γ. Κ. του Π., Ε. Μ. και Ι. Τ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλύμνου Περικλή Κυριακού Χατζηδάκη οι οποίοι έχουν ιδία και προσωπική αντίληψη περί των διακατοχικών πράξεων, που ο ενάγων ασκούσε επί του επιδίκου.
Ενισχύεται, περαιτέρω, η ανωτέρω κρίση, από την επισκόπιση των φωτογραφιών που με επίκληση προσκόμισε ο ενάγων, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη και από τις οποίες (φωτογραφίες) προκύπτει με βεβαιότητα η κατάσταση του επιδίκου κατά τον επικαλούμενο χρόνο.
Υπό τα δεδομένα αυτά κύριος του προπεριγραφόμενου ακινήτου κατέστη ο ενάγων με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) αφού το νεμήθηκε σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία και πλέον κατά τα προαναφερθέντα και δη από 20-06-1985 μέχρι και το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής [Ιούνιος 2008] και, συνακόλουθα, αποσβέστηκε το ως άνω δικαίωμα κυριότητας επ'αυτού της εκκαλούσας.
Η τελευταία, χωρίς να ενεργήσει ουδέν προς αποβολή του ενάγοντος από την νομή του επιδίκου καθ' όλο τον χρόνο που ακολούθησε, από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης 215/1985 αυτού του Δικαστηρίου, δημοσίευσε στις 07.06.2008 στην τοπική Εφημερίδα της Καλύμνου Νησιωτική Διαδρομή ανακοίνωση με την οποία προσκαλεί ενδιαφερόμενους αγοραστές προκειμένου να αγοράσουν με την διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού το επίδικο οικόπεδο, γεγονός που συνετέλεσε στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και στην συνέχεια απέρριψε την έφεση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία ως ασκών επί του ακινήτου αυτού διανοία κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του του ακινήτου πράξεις νομής καλλιεργώντας και φροντίζοντας τα εντός αυτού δένδρα, διατηρώντας σε αυτό ορνιθώνα, ενώ δυνάμει αιτήσεώς του, εκδόθηκε από το πολεοδομικό γραφείο περιβάλλοντος Καλύμνου οικοδομική άδεια βάσει της οποίας οικοδόμησε σ' αυτό διώροφη οικία χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν από τις 20-6-1985 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής κατ' έτος 2008, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1022 ΚΠολΔ, 974 και 1045 ΑΚ.
Δεν απαιτείτο δε, για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης η αιτιολόγηση της κρίσης του Εφετείου για τη μη απόδειξη της διενέργειας πράξεων νομής εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Τ.Ε".
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 554 αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαίως προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.
Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεώς του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας.
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από τη νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής όχι δε και το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζομένου δικαιώματος προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζομένης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 450/1998).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ υφίσταται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από την άσκηση ενδίκου μέσου ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται δηλαδή για απόφαση η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ.
Πάντως, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά μόνον την παράβαση του νόμου δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Για να θεμελιωθεί όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο το οποίο πηγάζει από την υπ' αριθμ. 215/1985 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία κρίθηκε το δικαίωμα νομής της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου ακινήτου και όχι το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου αυτού στην οποία αφορά η δίκη επί της ένδικης από 9-6-2008 αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 12-11-2013 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα νήσου Κω) να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν.4055/2012, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμα αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-11-2013 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ως διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος υπό την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41/2013 αποφάσεως Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Νήσου Κω).
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ