Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
136/2012 AI generated

136/2012 · 136/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 136/2012
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 136 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 136 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 136/2012

Απόφαση 136 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Ε., 2. Δ. Π. του Ε., 3. Ζ. Π. του Ε. και 4. Χ. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Τσάγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (δίκασε ως Εφετείο). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 1-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την αρ. 5207Γ/12-4-2010 έκθεση επίδοσης της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λιβαδιάς ... προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ηρακλή Τσάγκα, που επισπεύδουν τη συζήτηση και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκριναν οι τελευταίοι με το .../24-8-2011 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Αναστασίας Σταύρου ακριβές αντίγραφο της από 9-2-2010 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 21-9-2011, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράσταση του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων έγινε συγκύριος του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, ακολούθως δε, να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεσή του να εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων-εναγομένων, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Επίδικο τυγχάνει το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός εδαφικού τμήματος, εμβαδού 1800 τμ, το οποίο αποτελεί μέρος αγρού, εμβαδού 3600 τμ, ο οποίος ευρίσκεται στη θέση Αλώνια - Μεγάλο Δέντρο της κτηματικής περιφέρειας του δήμου Λιβαδειάς και συνορεύει ανατολικώς σε πλευρά μήκους 98 μ με ιδιοκτησία Π. Μ., δυτικώς σε πλευρά μήκους 103 μ με ιδιοκτησία Α. Φ., βορείως σε πλευρά μήκους 30 μ με ιδιοκτησία Μ. και νοτίως σε πλευρά μήκους 50 μ με ιδιοκτησία Ε. και Ν. Α.. Το επίδικο, εξάλλου, τμήμα αναπτύσσεται νοτίως και συνορεύει ανατολικώς σε πλευρά μήκους 43μ με ιδιοκτησία Π. Μ., δυτικώς σε πλευρά μήκους 43μ με ιδιοκτησία Α. Φ., βορείως σε πλευρά μήκους 37,20μ με λοιπό τμήμα του αγρού και νοτίως σε πλευρά μήκους 50μ με ιδιοκτησία Ε. και Ν. Α.. Ήδη από τη δεκαετία του 1940, συννομείς, έκαστος κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγρού αυτού, οι οποίοι τον χρησιμοποιούσαν ως αλώνι, ήταν οι Γ. Μ. του Δ., πατέρας του εκκαλούντος, Δ. Μ. του Κ., Σ. Μ. του Γ. και Χ. Μ. του Π.. Τις επόμενες δεκαετίες, η συννομή του αγρού περιήλθε κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά με άτυπες δωρεές στα τέκνα των ανωτέρω και συγκεκριμένα το μερίδιο του Γ. Μ. στον ενάγοντα το έτος 1960, το μερίδιο του Δ. Μ. στον υιό του Ά. Μ. το έτος 1972, το μερίδιο του Σ. Μ. αρχικώς στον υιό του Γ. Μ. και ακολούθως στη θυγατέρα του τελευταίου Α. Μ. και το μερίδιο του Χ. Μ. στον υιό του Ε. Μ.. Η εκμετάλλευση όμως, του αλωνιού εγκαταλείφθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960 και ο αγρός παρέμεινε χέρσος χωρίς να καλλιεργείται, ευρισκόμενος ωστόσο, στην εποπτεία και επίβλεψη των ανωτέρω, οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το έτος 1986, ο ένας από τους συγκυρίους και δη ο Ε. Μ. άρχισε να καλλιεργεί όλο τον αγρό είτε με βαμβάκι είτε με σιτηρά και συνέχισε την ετήσια εκμετάλλευση του έως τα έτη 1995 - 1996, χωρίς να καταβάλλει κάποιο αντάλλαγμα στους λοιπούς συγκυρίους για την άτυπη αυτή παραχώρηση της χρήσης του αγρού. Την 30.8.1998 αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω συγκύριοι πλην του Γ. Μ., ο οποίος αναφέρεται μεν με την ιδιότητα του συγκυρίου, χωρίς όμως, αυτός να υπογράφει το σχετικό έγγραφο, συμφώνησαν τη διανομή του ανωτέρω αγρού, ο οποίος σημειώνουν ότι έχει εμβαδομετρηθεί από το Δασαρχείο και είναι 3600 τμ, σε δύο τεμάχια, το μεν ένα τμήμα, επίδικο, έλαβε ο Ά. Μ. και ο εκκαλών, το δε άλλο τμήμα έλαβε ο Ε. Μ. και ο Γ. Μ. . Τον Οκτώβριο του 1998, ο Ε. Π., σύζυγος της πρώτης των εναγομένων - εφεσίβλητων και πατέρας των λοιπών, προέβη σε σπορά με κριθάρι του επίδικου εδαφικού τμήματος και το Μάιο του 1999 φύτευσε εντός αυτού δέκα ελαιόδεντρα αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τους ανωτέρω συννομείς από την κατοχή του. Προς απόκρουση δε των ενεργειών αυτών, αφ' ενός μεν ο εκκαλών κατέθεσε την από 28.1.1999 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λιβαδειάς εναντίον του Ε. Π. και αφού η υπόθεση εκδικάσθηκε, εκδόθηκε η με αριθμό 1313/5.10.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, η οποία καταδίκασε τον Ε. Π. για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας, αφ' ετέρου δε ο Ά. Μ. και ο εκκαλών άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς την από 28.6.1999 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του Ε. Π., η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 85/1999 απόφαση του δικαστηρίου λόγω ελλείψεως επείγουσας περίπτωσης. Οι εφεσίβλητοι, τέκνα και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, το Μάρτιο του 2005, Ε. Π., οι οποίοι εξακολουθούν να καλλιεργούν τα ανωτέρω αναφερόμενα ελαιόδεντρα, ισχυρίζονται ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος τους ήταν συγκύριος κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον αγρό, μερίδιο το οποίο αντιστοιχεί σε 900τμ, διότι ο πατέρας του εκκαλούντος Γ. Μ. του Δ., το έτος 1960, είχε μεταβιβάσει ατύπως σε αυτόν (Ε. Π.) το ιδανικό του μερίδιο καθ' όσον είχε διαπιστωθεί ότι οι από τον Γ. Μ. πωληθέντες με το με αριθμό .../1.4.1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Παναγιώτου Δρόσου προς τον Ε. Π. βοσκότοποι και δη το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός βοσκότοπου, εκτάσεως 40 στρεμμάτων, στη θέση Μεγάλο Δέντρο της περιφέρειας Λεβαδείας και ένα βοσκότοπο, εκτάσεως 10 στρεμμάτων, ευρισκόμενο στην ίδια περιφέρεια, ήταν κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και όχι του ανωτέρω πωλητή. Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού αναφέρουν ότι ο δικαιοπάροχος τους, Ε. Π., είχε παραχωρήσει προς καλλιέργεια το επίδικο κατά τα ως άνω έτη στον Ε. Μ. καθώς και ότι το με αριθμό 3449/1998 έγγραφο του Δασαρχείου Λιβαδειάς αναφέρει ότι συγκύριος, με τους Δ. Μ., Ε. Μ., Α. Μ. του ενιαίου ακινήτου είναι ο Ε. Π.. Ωστόσο, η άτυπη μεταβίβαση του ιδανικού μεριδίου στο επίδικο του πατέρα του εκκαλούντος προς τον πατέρα των εφεσίβλητων δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο. Κατ' αρχάς δεν μπορεί να γίνει δεκτό με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής ότι ενώ για τη μεταβίβαση των ανωτέρω αναφερόμενων βοσκότοπων έγινε συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο και μετεγράφη, η εκ των υστέρων διαπίστωση από τους συμβαλλομένους ότι οι βοσκότοποι αυτοί ήτοι το αντικείμενο της πώλησης, ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επίσης, δεν προέκυψε με βεβαιότητα, και για τους οποίους ο αγοραστής είχε καταβάλει τίμημα χωρίς να αποκτήσει κυριότητα, οδήγησαν σε μία προφορική μεταβίβαση του ιδανικού μεριδίου στο επίδικο και όχι σε μεταβίβαση με την τήρηση τύπου ήτοι συμβολαιογραφικού ώστε ο αγοραστής να εξασφαλίσει το τίμημα, που, είχε καταβάλει. Επιπλέον, ο Ε. Μ. ήταν συγκύριος του αγρού κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, επομένως, η καλλιέργεια και δη όλου του αγρού με τη σιωπηρή συγκατάθεση, έστω ανοχή των λοιπών συγκυρίων, διότι πέραν από τη δική του κατάθεση στην οποία αναφέρει ότι είχε λάβει σχετική άδεια, δεν προέκυψε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο η λήψη αυτής από τους λοιπούς συγκυρίους, εφ' όσον δεν είχε γνωστοποιηθεί στον εκκαλούντα, είτε από τον Ε. Π. είτε από τον ίδιο τον Ε. Μ., οι οποίοι συνδέονται με συγγενική σχέση, ότι ο τελευταίος καλλιεργεί και για λογαριασμό του Ε. Π., δεν μπορούσε να οδηγήσει τον εκκαλούντα στη σκέψη ότι ο Ε. Π. νέμεται με διάνοια κυρίου τα έτη, που ο Ε. Μ. καλλιεργούσε τον αγρό. Άλλωστε και ο Ε. Μ. παρ' ότι ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την άτυπη μεταβίβαση και αναγνώριζε ως συγκύριο τον Ε. Π. από τον οποίο ελάμβανε την άδεια χρήσης του αγρού, υπέγραψε με τον εκκαλούντα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε τη διανομή του αγρού ενώ εάν ήταν πεπεισμένος για την ύπαρξη της άτυπης μεταβίβασης από τον πατέρα του εκκαλούντος προς τον Ε. Π. προφανώς θα είχε αρνηθεί να λάβει μέρος στη συμφωνία ο εκκαλών, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι συνδέεται και με συγγενική σχέση με τον Ε. Π. και ελάμβανε, όπως ισχυρίστηκε για πέραν της δεκαετίας άδεια καλλιέργειας του αγρού από αυτόν. Επομένως, η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ένα απλό λάθος, όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκε. Το έγγραφο δε του Δασαρχείου Λιβαδειάς, το οποίο προσκομίζεται, πέραν του ότι δεν αναφέρει το χρόνο κατάρτισης του δασικού κτηματολογίου για το Πέρα Χωριό, δεν προκύπτει με ποιο τρόπο -ποιος δηλαδή και με βάση ποια στοιχεία- καταχωρήθηκε στις παρατηρήσεις ότι εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό αξιώνουν οι ανωτέρω αναφερόμενοι και επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο για τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα κυριότητας στον αγρό ...". Δέχθηκε, δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι το επίδικο ακίνητο, ήτοι το 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου αγρού, εμβαδού 3600 τμ, μέρος του οποίου αποτελεί εδαφικό τμήμα, εμβαδού 1800 τ.μ., συννεμήθηκε με τους υπολοίπους συννομείς του, κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ο Γ. Δ. Μ., πατέρας και δικαιοπάροχος του ενάγοντος, από τη δεκαετία του έτους 1940 και μέχρι το έτος 1960, από το έτος αυτό δε και εφεξής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής συννεμήθηκε το επίδικο κατά το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο ενάγων, και, έτσι, έγινε συγκύριος αυτού κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά που αξιούνται από τις διατάξεις αυτές για τη θεμελίωση του δικαιώματος συγκυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, ενόψει του ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του πιο πάνω δικαιώματος του ενάγοντος στοιχεία, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά ευθεία παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, που αφορά την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε, ότι ο ενάγων έγινε συγκύριος του επιδίκου κατά το ως άνω ποσοστό με τακτική χρησικτησία, αλλά με έκτακτη χρησικτησία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1)αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος και όταν η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, ο αναιρεσείοντες μέμφονται το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, γιατί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή "χωρίς να μνημονεύει, ότι κατά το κρίσιμο αυτό διάστημα των ετών 1986 έως και 2006 που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, αν ο αναιρεσίβλητος έκανε την οποιαδήποτε πράξη νομής και σε τι συνίστατο αυτή, αφού το γεγονός ότι τον αγρό τον καλλιεργούσε μέχρι το 1996 ο Ε. Μ., χωρίς ν' αναφέρεται, αν αυτό γινόταν κατ' εντολή για λογαριασμό ή εξουσιοδότηση ή συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Οι αναφορές στην απόφαση για την άσκηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, του αντιδίκου, η οποία απορρίφτηκε και της έγκλησης κατά του πατρός μας για αυτοδικία (πράξη για την οποία αθωώθηκε και δεν καταδικάστηκε, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην απόφαση), δεν αποτελούν πράξεις νομής του αντιδίκου, αφού από το 1999 μέχρι και την άσκηση της αγωγής ο αγρός είναι φυτεμένος με ελαιόδενδρα από τον πατέρα μας - όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση - και συνεπώς νομέας του επιδίκου". Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον αφορά την έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογιών ή ανεπάρκειας των τελευταίων που αποτελεί πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εμπίπτει όπως έχει ήδη εκτεθεί στην περιοριστική κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ απαρίθμηση των λόγων της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο (άρθρα 1094 και 1116 παρ.2 ΑΚ) μη απόρριψης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ακινήτου ως μη νόμιμης, επειδή, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυριζόμενος ότι είναι συγκύριος του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου (αγρού 3600 τετρ. μέτρων) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η συγκυριότητά του σε ολόκληρο το ακίνητο αυτό κατά το ως άνω ποσοστό να υποχρεωθούν όμως οι αντίδικοί του να του αποδώσουν το εκ 1800 τμ. εδαφικό τμήμα του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο αυτοί κατέχουν ενώ θα έπρεπε να απαιτήσει την απόδοση του όλου ακινήτου σε όλους τους συγκύριους. Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά εκτιμάται από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο ενάγων εκθέτει, κατά τα κρίσιμα μέρη της, τα ακόλουθα: "Είμαι συγκύριος, συννομέας και συγκάτοχος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού συνολικής εκτάσεως 3.600 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "ΑΛΩΝΙΑ-ΜΕΓΑΛΟ ΔΕΝΔΡΟ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λιβαδειάς, που συνορεύει Ανατολικά σε πλευρά 98 μέτρων περίπου με ιδιοκτησία Π. Μ., Δυτικά σε πλευρά 103 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Φ., Βόρεια σε πλευρά 30 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. και Νότια σε πλευρά 50 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. και Ν. Α.. Ο αγρός αυτός περιήλθε σε μένα κατά το ως άνω ποσοστό το έτος 1960 από άτυπη δωρεά του πατέρα μου Γ. Δ. Μ. ... . Επειδή με τις αυθαίρετες και παράνομες αυτές ενέργειες των αντιδίκων αλλά και του φερομένου ως δικαιοπάροχου τους Ε. Π., αποβληθήκαμε άπαντες οι συγκύριοι της νομής και κατοχής του τμήματος του όλου αγρού, που βρίσκεται στη θέση "ΑΛΩΝΙΑ-ΜΕΓΑΛΟ ΔΕΝΔΡΟ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Λιβαδειάς, και ειδικότερα στο Νότιο τμήμα αυτού σχήματος τραπεζίου, έχει έκταση 1800 τετρ. μέτρων και συνορεύει Ανατολικά σε πλευρά 43 μέτρων περίπου με ιδιοκτησία Π. Μ., Δυτικά σε πλευρά 43 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Φ. , Βόρεια σε πλευρά 37,20 μέτρων με το υπόλοιπο τμήμα του αγρού και Νότια σε πλευρά 50 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. και Ν. Α.. Επειδή οι αντίδικοι εξακολουθούν να βρίσκονται στη νομή και κατοχή του επιδίκου τμήματος. Επειδή το ανωτέρω περιγραφέν τμήμα ανήκει στην συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή μου, κατά το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, δικαιούμαι να ζητήσω την απόδοση του σε μένα από τους παράνομα κατέχοντες αντίδικους ...". Στη συνέχεια ο ενάγων ζητεί με την αγωγή του αυτή, όπως το αιτητικό της συμπληρώνεται και συνεκτιμάται με το πιο πάνω αιτιολογικό της, να αναγνωριστεί ότι αυτός είναι συγκύριος, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του συνολικώς έκτασης (3600 τμ) αγρού να υποχρεωθούν όμως οι εναγόμενοι να του αποδώσουν το εδαφικό τμήμα του πιο πάνω αγρού, εμβαδού 1800 τμ. Το Ειρηνοδικείο έκρινε ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι νόμιμη σε σχέση με το (πρώτο) αναγνωριστικό αίτημά της και εν μέρει νόμιμη σε σχέση με το περί αποδόσεως του επιδίκου τμήματος ακινήτου μόνο κατά το αμέσως πιο πάνω ποσοστό (1/4 εξ αδιαιρέτου), αφού το εδαφικό αυτό τμήμα δεν ανήκει αποκλειστικά στην κυριότητα του ενάγοντα, αλλά μόνο κατά το παραπάνω ποσοστό, το οποίο και μόνο μπορεί να διεκδικήσει αυτός. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως νόμιμη εν μέρει την ένδικη αγωγή όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακολούθως δε και ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα συγκύριο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του μεγαλύτερης έκτασης αγρού (3600 τμ) και υποχρεώνοντας τους εναγομένους να αποδώσουν σ' αυτόν κατά το ως άνω ιδανικό του μερίδιο (1/4 εξ αδιαιρέτου) το εδαφικό τμήμα αυτού (1800 τμ.). Κρίνοντας, έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε, παραβιάζοντας τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με την ένδικη (και εν μέρει νόμιμη) αγωγή δεν διεκδίκησε ο ενάγων ολόκληρο το ακίνητο αλλά μόνο το οικείο εδαφικό τμήμα του. Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκηση του, από την οποία, αντίθετα, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος. Ειδικότερα στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον, επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά, τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.ΑΠ 62/1990, Ολ.ΑΠ 56/1990, ΑΠ 1129/2002). Με τον τρίτο, αλλά και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ψέγεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο γιατί απέρριψε την επικουρικώς προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής άσκησης από τον αναιρεσίβλητο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ) με την αιτιολογία ότι "η επικουρικώς προβληθείσα και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση των εφεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του εκκαλούντος διότι η αξία των φυτευθέντων από τον πατέρα τους ελαιοδέντρων υπερβαίνει την αξία του ιδανικού μεριδίου κυριότητας του εκκαλούντος στον αγρό πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη διότι δεν επικαλούνται περιστατικά ή συμπεριφορά του εκκαλούντος-ενάγοντος, εξαιτίας των οποίων να δημιουργήθηκε στον Ε. Π. ή στους κληρονόμους του η πεποίθηση ότι ο εκκαλών δεν θα ασκήσει τις προερχόμενες από το δικαίωμα της συγκυριότητας αξιώσεις του εναντίον τους" και ότι με το να απορρίψει την ένσταση αυτή παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "καθόσον δεν απαιτείτο να επικαλεστούν συμπεριφορά του ενάγοντος από την οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά του". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, για την ύπαρξη κατάχρησης δικαιώματος επιπρόσθετα πρέπει να συντρέχουν και περιστατικά αναγόμενα στη συμπεριφορά του ενάγοντος εξαιτίας των οποίων να δημιουργείται στους εναγομένους η πεποίθηση ότι το επίδικο δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2010 αίτηση των Α. Ε. Π. κ.λπ. για αναίρεση της 84/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που δίκασε ως Εφετείο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ